ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 100 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ( ; ) ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: 100 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ( ; ) ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ   Δευ Ιαν 03, 2011 8:23 am


Ο Παπαδιαμάντης ήταν ο πρώτος σημαντικός συγγραφέας που διάβασα. Σε μια ηλικία που φαντάζει αστείο να λέω πως διάβαζα Παπαδιαμάντη. Στα δέκα μου μόλις χρόνια. Και όμως είναι αλήθεια. Κι άλλο τόσο αληθινό είναι πως με χάραξε ανεξίτηλα εκείνη η γνωριμία. Μιλώ για τον Παπαδιαμάντη και νιώθω να μιλάω για δικό μου άνθρωπο.

Και όμως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε κιόλας μισόν αιώνα πεθαμένος όταν εγώ γεννήθηκα. Και σήμερα, 3 του Γενάρη του 2011, συμπληρώνονται εκατό χρόνια χωρίς τον άγιο, όπως τον είπανε των ελληνικών γραμμάτων.

Σαν σήμερα, το πρωινό της 3ης Γενάρη του 1911, άφησε ο πολυαγαπημένος μας Σκιαθίτης την τελευταία του πνοή. Άρρωστος από πνευμονία. Και στην ίδια γη που τον γέννησε. Και είχε γεννηθεί μόλις το 1851. Στα εξήντα του μόλις χρόνια άνοιξε τις φτερούγες του και πέταξε μακριά.

Πρόλαβε όμως στο ελάχιστο που έζησε να δώσει ένα έργο που σήμερα πλέον αναγνωρίζεται ως κλασικό. Ας αφήσουμε να μας μιλήσει για τον κυρ Αλέξανδρο ένας άλλος μεγάλος νεοέλληνας, ο Δημήτρης Λιαντίνης, ένας άνθρωπος που λάτρεψε όσο λίγοι τον Παπαδιαμάντη:

Loukia Sofou έγραψε:
http://educandus.forumotion.com/t599-page

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από τα Ελληνικά, Ποίηση και Ζωή , σελίδες 61-62

Γιά όσους, καθώς εγώ, δεν τους απασχολεί το ερώτημα γιατί ο Δημήτρης Λιαντίνης "ανεβάζει σε τέτοια περίοπτη θέση" αυτόν τον "μέθυσο γραφιά", τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Οι υπόλοιποι ας μείνουν με τις απορίες τους.

....

Το τέταρτο δείγμα μου είναι η περίπτωση η άριστη στα πεζά μας γράμματα. Ο Παπαδιαμάντης. Τι λογής είναι το έργο του Παπαδιαμάντη. Δεν είναι έργο της πολιτικής. Δε μιλάει για τη ζωή των ανθρώπων.

Aπό τη μία άκρη του νησιού του στην άλλη, κι από την πέρα στεριά ως πέρα από τις θάλασσες της Ελλάδας τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη μιλούν για τους ανθρώπους. Το έργο του είναι ποίηση πολιτική με την έννοια ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πολίτες, και ζουν τη ζωή τους μέσα στις πόλεις της πολιτείας.

Λέμε ποίηση πολιτική όπως λέμε γυναίκα πολιτική. Και με το τελευταίο εννοούμε την πόρνη, τη μοιχαλίδα, την άπιστη. Σαν την Ελένη της Σπάρτης. Που όμως η Ελένη της Σπάρτης ήταν ταυτόχρονα η πιο αγνή και η πιο ακήρατη ανάμεσα στις γυναίκες του καιρού της και των άλλων καιρών.

Και όπως λέμε στίχος πολιτικός, και εννοούμε το δεκαπεντασύλλαβο. Το βασιλικό στίχο του δημοτικού τραγουδιού μας.
Έτσι που ο Παπαδιαμάντης μιλά για τη ζωή, έτσι ο γεωργός οργώνει τη γη. Και ο αγωγιάτης γκιζερά στους δρόμους. Και ο βοσκός βόσκει τα βοσκήματα στη βοσκή.

Ποιός ημπορεί να σταθεί και να του βγει, για να περιγράψει καλύτερα τα έξω και τα μέσα μας!

Ο Παπαδιαμάντης ζωγραφίζει το αόρατο. Κινηματογραφεί τον άνεμο. Βάζει τη σιωπή και χορεύει. Και φανερώνει στα αλλόκοτα μάτια μας ορατή την κίνηση του νεαρού δέντρου, πώς μεγαλώνει.

Η γλώσσα του σωφυλλιάζει με τον ήχο της σταλαματιάς, και με το διάνεμα των φύλλων της λεύκας. Τον κοιτάμε να φωτίζει απλά τις έγνοιες και τον καημό του καθημερινού ανθρώπου, και νιώθουμε να μας λογχίζουν τα κοντάρια το φως, όταν ορμάει η μέρα το πρωί και κυριεύει τους λόφους.

Όλα τα φέρνει και όλα τα παίρνει το κυμάτισμα της φωνής του:

Tη λίγη ελπίδα των ανθρώπων και την πολλή απαντοχή τους. Το πέρασμά μας από τη ζωή το βιαστικό. Και το φευγιό μας για πάντα. Τις χαρές απλές και τις λύπες αμεμψίμοιρες. Ο ασβέστης του ψέλνει, οι θάλασσες ανεβαίνουν, το κυπαρίσσι του φυλάει σκοπιά το νούμερο δύο με τέσσερες.

Είναι το ξόμπλι του ένα δίχτυ ησυχίας, που μέσα του πέφτουν και χωνεύουν καλόβολα όλα τα έργα του θεού και των ανθρώπων.

Όμβροι, ανεμοζάλη, η άνοιξη των σπάρτων. Η θροή του καλαμιώνα, οι απορρώγες βράχοι, η δρόσος Αερμών. Τα δέντρα, οι πόες, τα πουλιά, οι αιγιαλοί, οι ορίζοντες. Η ανυμέναιη κόρη που έμεινε, τα ράσα του καλού ιερέα, του παπα-Αδαμάντιου, η ξενιτειά, τα καράβια και τα κάρβουνα. Και ακόμη η στολή η χιονόλευκη του μπάρμπα-Γιαννιού του Έρωτα παραμονή Χριστούγεννα.

Ο Παπαδιαμάντης μιλά για τον άνθρωπο, ακόμη κι όταν φαίνεται πως δε μιλά για τον άνθρωπο.

Σ' ένα διήγημά του, από τον κορμό κάποιου δεσπόζοντα δρυ και βασιλικού, αναδύεται το στυλό ανάστημα μιας νύφης-δρυάδας. Τα εξαίσια λυγίσματα εκείνου του θηλυκού είναι ο δαίμονας-πειρασμός των αγίων. Οι στάλες της δροσιάς που στάζει το σώμα της γίνουνται αναμμένα κάρβουνα που πέφτουν και καίνε την ερωτική πενία και το ποθοπλάνταγμα σε όλους τους σεβνταλήδες. Και τέτοιος σαρκώθηκε ο οξύς ερωτισμός στη φαντασία του Παπαδιαμάντη και στα όνειρά του.
Το ποίημά του Όνειρο στο κύμα είναι το στέμμα της ερωτικής ποίησης ολόκληρης της νέας λογοτεχνίας μας.

Μέσα στον άνθρωπο συρρέει και διαλύεται όλος ο φυσιολόγος και ο παγανιστής Παπαδιαμάντης. Με τον ίδιο τρόπο που ο Καύκασος σαν όρος συναθροίζεται ολόκληρος στη στιγμή του Προμηθέα, παρόμοια το ποιητικό σώμα του Παπαδιαμάντη εκκεντρώνεται σε δυό γραμμές που ορθώνουν τον αιώνιο άνθρωπο και το πικρό φυσικό του:

Σα νά' χαν κάποτε σωσμό
τα βάσανα στον κόσμο.


Αυτό το δίστιχο είναι το δαχτυλικό αποτύπωμα που άφηκε σήμανση το δάχτυλο του Παπαδιαμάντη στο μάγμα του χρόνου. Ειδωμένο με το βλέμμα που του πρέπει μοιάζει να καταγγέλνει όλα τα εγκλήματα του θεού. Γιατί ο θεός έπλασε τον άνθρωπο πολύ κακοτράχαλο. Ίσως γιατί δεν μπορούσε να κάμει και αλλιώτικα, όπως είπε ο Αϊνστάιν.

Αχ! κυρ-Αλέξανδρε. Φαρμάκι το κρασάκι σου. Ίδιο εκείνο το ξύδι που δοκίμασες, πρωί και εκδρομή, στο ταβερνάκι του Κοκκιναρά. Κι απέ, σηκώθηκες, αμίλητος, έφυγες και άφηκες σύξυλους τους καλεστάδες σου. Καθώς ξεμάκραινες, καβάλα στο γαϊδουράκι του αγωγιάτη, ήσουν πολύ θλιμμένος. Ίδιος ένας μεγαλοπαρασκευϊάτικος Χριστός.

Και διάλεξα επίτηδες το απόσπασμα που ανέβασε καιρό πριν στο φόρουμ η Λουκία Σοφού. Γιατί κι εκείνη ανήκει στους ανθρώπους που ερωτεύτηκαν τη γραφίδα του Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι ένας ακόμη συγγραφέας. Ούτε υπερβολή το φωτοστέφανο αγίου που του φόρεσαν.

Θυμάμαι τον ίδιο το Λιαντίνη να μας μιλά για τον Παπαδιαμάντη. Και για το κρασάκι στον Κοκκιναρά. Θυμάμαι το πάθος του κάθε φορά που αναφερόταν στην ποίησή του, όπως έλεγε το έργο του Παπαδιαμάντη. Κι εκείνον ποιητή.

Παράθεση :
http://educandus.forumotion.com/t1759-topic

Τη γνώση της ειδικής σχέσης του Λιαντίνη με την ποίηση την απέκτησα πολύ πριν μελετήσω ολόκληρο το έργο του και βέβαια πολύ πριν διαβάσω τις απόψεις του εξαδέλφου του και της συζύγου του. Ήταν ο καιρός που παρακολουθούσα τον ίδιο το Δημήτρη Λιαντίνη να διδάσκει στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. (1992 - 1993 )

Σε κείνες λοιπόν τις διδασκαλίες ο Λιαντίνης συχνά αναφερόταν στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Κι ήταν από τα σημεία του μαθήματος που με άγγιζαν ιδιαίτερα. Διότι με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με έδενε σχέση ερωτική και εξ απαλών ονύχων. Ετών δέκα είχα διαβάσει τα Άπαντά του. Όσο και αν φαίνεται αυτό απίστευτο.

Όταν όμως άκουσα το Λιαντίνη να αποκαλεί τον Παπαδιαμάντη ποιητή, τινάχτηκα από τη θέση μου. Είπα ήδη ότι δεν είμαι φιλόλογος. Και δεν ακολούθησα καν φιλολογική κατεύθυνση στο λύκειο. Τα αγαπημένα μου μαθήματα ήταν τα μαθηματικά και η χημεία. Έτσι επέλεξα το πρακτικό όπως το λέγαμε τότε και όχι το κλασικό τμήμα του λυκείου.

Η αγάπη μου λοιπόν για τη λογοτεχνία και το θέατρο έμεινε να τη γεύομαι στα πάρεργα της ζωής μου ως τη στιγμή που μαθήτεψα κοντά στο Λιαντίνη.

Εκεί και τότε έμαθα πως όταν λέμε ποίημα δεν εννοούμε μόνο το έμμετρο μα και το πεζό λογοτέχνημα. Θα αφήσω τον ίδιο το Λιαντίνη να το αναλύσει:

Παράθεση :
"Αν κινήσει κανείς από τη ρίζα των πραγμάτων και των λέξεων, τότε υποχρεώνεται να δεχτεί πως όταν λέει ποίημα, εννοεί και το έμμετρο και το πεζό λογοτέχνημα.

Προϋπόθεση για να υιοθετηθεί αυτή η κατανόηση είναι η γνώση για την υλομορφική ενότητα των όντων.

Υλομορφική ενότητα σημαίνει πως στη γνήσια περιοχή της λογοτεχνίας, στην εξαίρεση δηλαδή, επειδή η κίβδηλη μορφή της λογοτεχνίας είναι ο κανόνας και η κατάσταση, μορφή και περιεχόμενο είναι ένα.

Ο αληθινός βέβαια λογοτέχνης όταν γράφει, λογαριάζει και το τι θα ειπεί, και το πώς θα το ειπεί. Πέρα όμως και πάνω από τούτη τη διπλή έγνοια, η προσοχή του είναι μαγνητισμένη από την τρομώδη συναρπαγή του μέσα στο λόγο των πραγμάτων. Τον συνέχουν και τον σφυροκοπούν εκείνα τα αφανή νοήματα και νεύματα, τα numina, που είναι ό,τι ονομάζουμε απλά η εμορφιά του κόσμου.

Από αυτή την ειδική και επικίνδυνη σχέση του δημιουργού με την εμορφιά του κόσμου πηγάζουν και εξηγούνται δύο πράγματα:

Το ένα είναι η ανάγκη της έμπνευσης, προκειμένου να δημιουργήσει ο δημιουργός. Είναι εκείνο που ο Πλάτων στο Φαίδρο το ονομάζει "από Μουσών κατοκωχή τε και μανία".

Το άλλο είναι η ποιητική δύναμη της αλήθειας που κλείνεται στο έργο του. Από δω ακριβώς λάβαινε αιτία ο Ντοστογιέβσκι και έδενε την εμορφιά και την αλήθεια στη γνωστή πρότασή του, που ηχεί παράλογα: "η εμορφιά θα σώσει τον κόσμο".

Έτσι, κατά τον ίδιο λόγο που ποίηση είναι οι τρεις λαμπριάτικες οκτάβες του Σολωμού από το Λάμπρο, ποίηση είναι και η διαθήκη του Αριστοτέλη, και το "animula vagula, blandula" στο επιτύμβιο του καίσαρα Αδριανού, και το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, και το Υπόγειο του Ντοστογιέβσκι, και η Δίκη του Κάφκα, και τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, και ολόκληρος ο Παπαδιαμάντης.

Αυτός ο μέσα στα σκοτεινά πάμφωτος ειρμός κατανόησης που οδηγεί στο ποίημα, το φέρνει τόσο κοντά στην πράξη, ώστε τα δύο σχεδόν γίνουνται ένα.

Έτσι λέει λόγο αληθινό, εκείνος που διατείνεται ότι ποίημα είναι ο θάνατος του μάντη Μεγιστία στις Θερμοπύλες, η συνωμοσία του Βρούτου στη Ρώμη, η στέψη του Παλαιολόγου στο Μυστρά, και η άρνηση του Πολυζωίδη να υπογράψει την καταδίκη στη δίκη του Αναπλιού.

Ο Γκαίτε καθισμένος σ' αυτή την πέτρα της υπομονής και της γνώσης φωτίστηκε να μεταφράσει το Εν αρχή ην ο Λόγος του τέταρτου Ευαγγελίου με το Εν αρχή ην η Πράξις.

Το όνομα ποίημα παράγεται από το ρήμα ποιείν που σημαίνει πράττειν."

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, σελ. 45 - 46

Κι αν άφησα το Λιαντίνη να μας παρουσιάσει τον Παπαδιαμάντη δε σημαίνει σε καμία περίπτωση πως παύει να έχει ισχύ η γνωριμία του καθενός μας με το Άγιον Πρωτότυπο. Οφείλω αυτό όχι μόνο να το υπογραμμίσω αλλά και να προσθέσω πως εκείνη η πρώιμη επαφή μου με το λόγο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ήταν για μένα το παραθυράκι που αργότερα με οδήγησε στο στοχασμό του Δημήτρη Λιαντίνη.

Ο Παπαδιαμάντης βρήκε και όργωσε το χωραφάκι της ψυχής μου και το προετοίμασε. Όπως και της Λουκίας. Όπως και του ίδιου του Λιαντίνη. Και όπως τόσων και τόσων άλλων που στον Παπαδιαμάντη αναγνωρίζουν τον ίδιο ρόλο που οι αρχαίοι μας είχαν απονείμει στον Όμηρο.

Σε όλους αυτούς αφιερώνω τη μέρα τη σημερινή. Τους σημαδεμένους από τη πένα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Γιατί αυτοί και μόνο μπορούν να κάνουν το μνημόσυνο που του αρμόζει. Και να αποτιμήσουν τα εκατό χρόνια από το θάνατό του. Ένας αιώνας που το χωρίς τον κυρ Αλέξανδρο φαντάζει ψεύτικο. Και δικαιώνει το λόγο του Λιαντίνη για την ενδοκοσμική αθανασία. Τέτοια περίπτωση και ο Παπαδιαμάντης. Ένας ποιητής που όταν έκλεισε για πάντα τα μάτια του, αναστήθηκε στη μνήμη των ανθρώπων. Για πόσους άλλους μπορούμε να πούμε το ίδιο;

100 χρόνια λοιπόν από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σήμερα. Και είναι μέρα γιορτής. Όχι πένθους. Γιορτάζουμε το απερίγραπτο δώρο που μας κληρονόμησε η σύντομη παρουσία του στη γη.

Και ο καλύτερος τρόπος είναι φυσικά να ανατρέξουμε και πάλι στο δικό του λόγο. Τον πολυαγαπημένο:

http://educandus.forumotion.com/t89-page Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη

http://educandus.forumotion.com/t235-topic Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη

http://educandus.forumotion.com/t1043-topic Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!

Και κλείνω την ανάρτηση με την αναφορά ενός ακόμη "παπαδιαμαντόπληκτου" μέλους του φόρουμ. Γιατί είπαμε. Η μέρα η σημερινή αφιερώνεται σε όλους αυτούς που λάτρεψαν τον κυρ Αλέξανδρο και μέθυσαν από το δικό του κρασάκι:

captain Nemos έγραψε:
http://educandus.forumotion.com/t1043p30-topic

Το αφιέρωμα έχει γίνει χορταστικότατο! Δεν το έλεγα να γίνει τόση δουλειά. Παρότι τα έχω όλα διαβασμένα, τα ξαναδιαβάζω και δεν τα χορταίνω. Λέω όμως πως είναι κρίμα τα άλλα αφιερώματα στο Παπαδιαμάντη να είναι χώρια. Έτσι θα δώσω εδώ τα λινκ για όλους τους παπαδιαμαντόπληκτους:



Ο Παπαδιαμάντης δια χειρός Κόντογλου



Η ΦΟΝΙΣΣΑ

Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ελπίζω δεν ξέχασα κανένα... αν είναι προσθέστε το.

Μην ξεχάσω: Ευχαριστώ θερμά τη Λουκία για το εκκλησιδάκι του Αγίου Ελισαίου. Κόσμημα πραγματικό!

Και Αερικό, τι μελισσάκι σε τσίμπησε και τα πήρες με τις αναρτήσεις της Λουκίας; Αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη είναι και ό,τι έχει σχέση με Παπαδιαμάντη μπορεί να συμπεριληφθεί. Αν δεν αρέσει σε κάποιον μία ανάρτηση, πηγαίνει στην επόμενη!!!

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...


Έχει επεξεργασθεί από τον/την ΔΑΝΑΗ στις Δευ Ιαν 03, 2011 3:54 pm, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 100 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ( ; ) ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ   Δευ Ιαν 03, 2011 9:08 am

Να Έλθης Μόνον...

Εις ένα μνήμ' αγνώριστο μικρού κοιμητηρίου
δεν θέλω να το βλέπωσιν ακτίνες του ηλίου,
μηδέ κυπάρισσος σκαιά, μηδ' απεχθής ιτέα
να το σκιάζη. Καταιγίς ας το κτυπά βιαία!

Και δεν ποθώ θυμίαμα, δεν θέλω ψαλμωδίαν,
να έλθης μόνον σε ζητώ, μίαν θαμβήν πρωΐαν,
να βρέξης μ' ένα δάκρυ σου το διψασμένον χώμα,
κι ας σβύση με το δάκρυ σου και τ' όνομά μου ακόμα...

(περιλαμβάνεται στα "Ρόδινα Ακρογιάλια" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: 100 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ( ; ) ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ   Δευ Ιαν 03, 2011 3:01 pm

Με αφορμή τα τραγικά γεγονότα στη θάλασσα αυτών των ημερών, και το φονικό κύμα που αφάνισε τη ζωή δύο ελλήνων ναυτικών, διάλεξα το ακόλουθο διήγημα του κυρ Αλέξανδρου...

Παράθεση :
ΝΑΥΑΓΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΑ


Πελώριον κύμα, λυσσωδέστερον των άλλων, εκορυφώθη ου μακράν της ακτής, μανιώδες παφλάζον, μετά ροίβδου φοβερού ρηγνύμενον κατά του βράχου, αφήσαν οπίσω τους ασθενεστέρους του συντρόφους, αναλαβόν δε αυτό τον αγώνα, ως νά έτρεφεν ατομικόν πάθος κατά του ελαφρού σκάφους, ελεεινού φελλού, περιφέροντος εν εαυτώ, προς τη συμφυεί ελαφρότητι του ξύλου, και την τρικέφαλον ανθρωπίνην κουφότητα των ναυβατών.

Σφοδρότατος Εύρος είχεν αρχίσει να φυσά από της δείλης, συρίζων λυσσωδώς εις θαλάσσας και ηπείρους, συσφίγγων και περιελίσσων εγγύθεν τα κύματα, εμβάλλων δίνας και στροβιλισμούς εις το πέλαγος, πεδίον άπειρον ασπόνδου πολέμου, όπου δυσδιάκριτον ήτο τό τε όρμητήριον και η κατεύθυνσις του εχθρού.

Ο ορίζων είχε συσκοτασθεί ήδη πριν δύσει ο ήλιος, και ουρανός μολύβδινος, στυγνός και αφεγγής, εκρέματο ύπερθεν αγρίως μαινομένου πελάγους, άφωνος επί βρέμοντος, ακίνητος επί συνταραττομένου, ως θόλος σκοτεινού τζαμίου επί δαπέδου ορχουμένων δερβισών.

Είτα κατήλθε κατά μικρόν η νυξ, συγχέουσα και συγκαλύπτουσα διά της αμέτρου μαυρίλας της την αταξίαν της πλάσεως, κρύπτουσα επάνω τούς αστέρας και κάτω τας ηπείρους και τας θάλασσας. Τρία άστρα ετρεμον άνω προς βορράν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε επιφαινόμενα, έτοιμα να πέσωσιν εις το ατέρμον κράτος του Ποσειδώνος να ταφώσι, και άλλα δύο έφαινον προς μεσημβρίαν, ετοιμόσβεστα, ως λύχνοι πενιχράς καλύβης χωρικού εν ενιαυτώ αφορίας.

Και τα κύματα φρίσσοντα, ορχούμενα, λυσσώντα, εθραύοντο μετά παιδικής πεισμονής κατά του βράχου, ηττώμενα αλλά μη καταβαλλόμενα, υπερήφανα ως να είχαν την συνείδησιν του ισχυροτέρου και της τελικής νίκης την πρόγνωσιν.

Και έν κύμα πελώριον, φουσκωμένον, εωσφορικόν, πλαταγίζον, ογκούμενον, ως να είχεν εισέλθει κι εκρύπτετο έσω αυτού το δαιμόνιον του μίσους, φαντάζον οιονεί υγρόν κήτος, προτείνον αφρούς αντί οδόντων λευκών, συνέλαβεν ως διά πελωρίας αρπάγης, από τήν πρύμνην και από την πρώραν, από την τρόπιν και από τας δύο πλευράς, το μικρόν σκάφος, και φέρον το έρριψεν επί του βράχου, όπου μετά φοβερού ροίβδου και πολυκτύπου πλαταγισμού ο ασθενής φλοιός κατασυνετρίβη, διά νά πέσει πάλιν εις τεμάχια εις τα πολλά μικρά κύματα, εις ά διελύθη εν ακαρεί το εν, το μέγα, τα οποία μετά φλοίσβου θωπευτικού εδέχθησαν την βοράν των.


Δεν ήτο όλως απόκρημνος η ακτή. Η παραλία τοιαύτη οίαν ηδύνατό τις κατά την ερεβώδη, την άναστρον και ασέληνον εκείνην νύκτα να την διακρίνει, θα ήτο γλυκεία και φιλομειδής υπό τας ακτίνας του φθινοπωρινού ηλίου, πριν πνεύσει ο Εύρος, ο εμφυσήσας την μανίαν του εις τα κύματα.

Είς μόνος υψηλός βράχος υπήρχε, διατείνων εις την θάλασσαν τας ρίζας, όπου αμέσως εβαθύνετο το ύδωρ. Και διά τούτο εφάνη ότι το κύμα, ή ο κρυπτόμενος εν αυτώ δαίμων, είχεν εκλέξει τον βράχον εκείνον, μεμονωμένον μεταξύ δύο αμμωδών αιγιαλών, επίτηδες, διά να συντρίψει κατά των νώτων αυτού το ελαφρόν σκάφος.

Όταν το πονηρόν πνεύμα μαστίζει, κατά θείαν παραχώρησιν, τους εναρέτους των ανδρών, καίτοι μαινόμενον και λυσσών, μετά φόβου και ακουσίου ευλαβείας εγχωρεί εις το έργον. Αλλ' όταν παραδοθώσιν εις την εξουσίαν τού Σατανά τινές των φίλων του, πολλάκις αυτοί εκείνοι δι’ ών προ μικρού κατεβασάνιζε κι ετυράννει άλλους πάλιν φίλους του ή και εχθρούς του, μετ' αγρίας χαιρεκακίας εκτελεί το έργον του, το οποίον συνίσταται εις το να καταστρέφει και φονεύει τους ιδίους καλοθελητάς του.

Οι επιβαίνοντες του μικρού τσερνικίου τρεις άνδρες δεν ήσαν βεβαίως ούτε άγιοι ούτε φύσει κακούργοι. Ήσαν αμαρτωλοί, υποπεσόντες κατά κόρον εις τα συνήθη και κοινά παρά πάσι πταίσματα, ίσως και εις ολίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικράς δόσεως ναυταπάτης.

Εν τούτοις ο διάβολος δεν είχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, όπως βλάψει και εις τα σώματα τούς ανθρώπους. Ο είς των τριών, άμα τη προσαράξει, είχε κτυπήσει τον αγκώνα και την πλευράν την δεξιάν εις τον βράχον, μεθ' ο αισθανθείς μέγαν πόνον εβυθίσθη εις την θάλασσαν, αλλά συνελθών ταχέως, ανέθορε κολυμβών εις το κύμα, όπερ εφαίνετο έκπληκτον εκ της καταστροφής την οποίαν επροξένησε, και καταπραϋνθέν, εφλοίσβιζεν ημερώτερον περί τα συντρίμματα, ως θηρίον λείχον τα αίματα του ιδίου σπαράγματός του. Οι δύο άλλοι, οίτινες δεν είχαν πνιγεί, άλλ' επέπλεον με μακρούς βραχίονας επί του κύματος, τον ήρπασαν και φέροντες τον απεβίβασαν επί της άμμου, ήτις ελεύκαζεν εις το σκότος, ού μακράν του απαίσιου βράχου.

Απ’ αυτής της θινός της θαλάσσης αρχόμενον, επί πλατείας λωρίδος γης, εξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων, επιστέφον την αγκάλην εκείνην της ερήμου παραλίας. Ένθεν και ένθεν δύο μαύραι ακταί χθαμαλαί διεκρίνοντο, κολοβαί εις το σκότος της νυκτός, χάνουσαι και το μικρόν των ύψος.

Κατέμπροσθεν ο μέγας πόντος ηπλούτο, όστις εφαίνετο δια μιας κατευνασθείς και επανερχόμενος μεθ' υποκώφου βοής εις γαλήνην, κι ενέπνεε το αίσθημα εκείνο της μελαγχολικής αυτοπαρηγορίας, το οποίον κάμνει τα ανήσυχα γύναια των παραθαλασσίων κωμών, ενώ μίαν ώραν πριν έτρεχον νύκτα κομίζουσαι, δέσμας κηρίων, ζώνουσαι επτάκις τους ναΐσκους δια τεσσαρακοντοργυίου ταινίας κηρού, και σημαίνουσαι αυτοβούλως τους κώδωνας, διά να εξυπνίσωσι τον ενωρίς κατακλιθέντα εφημέριον όπως ψάλει παράκλησιν, αναφωνούσαι άμα:

«Παναγιά μ', στο πέλαγο! Παναγιά μ', στο πέλαγο!»,

μίαν ώραν ύστερον, όταν πραϋνθεί, λέγω, ο άνεμος και κοπάσει η τρικυμία, τας κάμνει να υποψιθυρίζωσι παραμυθούμεναι αλλήλας ελληνοπλαστικώς και χριστιανοειδωλολατρικώς:

«Όποιος πνίγηκε, μετάνιωσε!»

Οι τρεις άνδρες απεναρκώθησαν επί της άμμου αναβάντες έως εκεί όπου δεν έφθανε το εφορμών και υποχωρούν κύμα να βρέχει τους πόδας των, διάβροχοι, ριγούντες και τρέμοντες, αισθανόμενοι μεγάλην νύσταν. Ο γεροντότερος των τριών, ο ιδιοκτήτης και κυβερνήτης του συντριβέντος πλοίου, ωμίλει περί αναζητήσεως καλύβης τινός χωρικού όπως εύρωσι πυρ και στέγην κι επαρηγόρει τον υιόν του λέγων, «ας είναι υγεία, και θα κάμουν άλλο τσερνίκι μεγαλύτερο».

Αλλ' ο υιός του δεν εφαίνετο λυπούμενος τόσον δια το τσερνίκι, όσον δι’ ένα ωραίον φλόκον εκ λευκού πανίου, καινουργή, τον οποίον ου προ πολλών ημερών με τας ιδίας του χείρας είχε ράψει, κι εφαίνετο διατεθειμένος να βουτήσει οπίσω πάλιν εις την θάλασσαν, με την ελπίδα να ανεύρει τον φλόκον. Επίσης ανεστέναζε και δια την μικράν φελούκαν, την οποίαν είχε χρωματίσει προ ημερών ο ίδιος λίαν κομψώς κι επιμελώς, μαύρην και λευκήν, ο δε σκληρός αιφνιδίως πνεύσας άνεμος τους την είχεν αρπάσει, πριν προφθάσωσι να την αναβιβάσωσιν επί του πλοίου, καθ' ην στιγμήν τους «εξούριασεν» από την Κυρα-Παναγιά.

Διότι είχαν προσορμισθεί παρά τινα αλίμενον παραλίαν ερημονήσου, διά να φορτώσουν τυριά, αλλ' η σοροκάδα με μισόν φορτίον τούς παρέσυρεν έξαφνα, κόψασα την άλυσιν της αγκύρας, αφαρπάσασα και την μικράν βαρκούλαν.

Ο δε τρίτος, όστις ήτο ο πραγματευτής, αυτός εκείνος όστις είχε κτυπήσει βραχίονα και πλευράν κατά του βράχου, δεν ησθάνετο τόσον πόνον εκ της πληγής του, αλλ' έκλαιεν ενθυμούμενος την μίαν και ημίσειαν δωδεκάδα των δερματοτυρίων, τα οποία είχε φορτωμένα επί του πλοίου, και τους εξώρκιζε προτρέπων αυτούς να μείνωσιν ως το πρωί, όπως ίδωσιν αν δεν ήτο τρόπος ν’ ανακαλύψωσιν εις τον πυθμένα της θαλάσσης τινά εκ των δεκαοκτώ δερματίων, τα οποία τού εκόστιζαν πλέον των δισχιλίων δραχμών, ως έλεγεν.

Αλλ' ο νεαρός ναύτης τον επετίμα λέγων ότι δεν ήτο εις τα καλά του να επιμένει, μετά τόσην καταστροφήν (αφού το τσερνίκι, το κάτω-κάτω, ήξιζε κάτι περισσότερον από τα δερματοτύρια, κι έπειτα, αν δεν του έδιδαν χείρα βοηθείας οι δύο των, δύσκολα θα εγλύτωνε την ζωήν του ανάμεσα εις τα συντρίμματα του πλοίου και εις τον βράχον), ότι έπρεπε να ζητήσωσι τα τυριά εις το βάθος της θαλάσσης, τα οποία, αλμυρά ήδη από πριν, θα κατήντησαν να μην εμβαίνουν εις στόμα μετά το θαλασσοπότισμα.

Ούτως ο νεώτερος παρήτησε την ιδέαν του ν' αναζήτησει τον φλόκον, ο δε γέρων επανέλαβεν εντονώτερον ότι ήτο καιρός να κοιτάξωσιν αν θα εύρωσι κάπου άνθρωπίνην ψυχήν νά τους βοηθήσει, ή τουλάχιστον μέρος «ν’ απαγγιάσουν».

Ηγέρθησαν, οι δύο οδηγούντες, ο τρίτος αναγκαστικώς ακολουθών, και μετά κοπιώδη έρευναν, αφού εβεβαιώθησαν ότι αι δύο ακταί ήσαν δύσβατοι και κρημνώδεις, εύρον, εις το όριον της άμμου, ρίζας τινάς δένδρων πατημένας, οιονεί φλέβας της γης εξεχούσας, κατά την αρχήν του δάσους, όπου έφαίνετο μικρά αλωή, και ήρχιζε να χαράσσηται μονοπάτι.

Ο νεώτερος, πρώτος βαδίζων, εισήλθεν εις το μονοπάτι αυτό, επιστρεφόμενος κατά πλευρόν και τείνων την χείρα εις τον γέροντα, όστις εκράτει εκ του αριστερού βραχίονος τον σύντροφόν του, και, μόλις διακρίνοντες τα αντικείμενα, πότε προσκόπτοντες επί ξηρών στελεχών ή λίθων, επροχώρησαν έπ’ ολίγα λεπτά της ώρας εντός του δάσους.

Εβάδίζον με την ασθενή ελπίδα ότι θα υπήρχε σιμά κάπου, αν όχι καλύβη χωρικού, τουλάχιστον μανδρίον ποιμένος, και ότι θα εύρισκον ψυχήν συμπονούσαν εις την δυστυχίαν των. Από καιρού εις καιρόν ο νεώτερος έκραζε με την τραχείαν φωνήν του, ήτις ήτο ικανή ν' άπομακρύνει αντί να προσεγγίσει οιανδήποτε βοήθειαν: «Ε! δεν είναι άνθρωποι εδώ;»

Ήσαν δε οικτροί, εκρύωναν, έπασχον φρικωδώς, με τα στραγγισμένα αλλά μη στεγνωμένα ενδύματα των, και το στενόν, αόριστον, ζοφερόν εκ του διπλού σκότους της νυκτός και του δάσους μονοπάτι δεν ήτο δρόμος πρόσφορος όπως προσπαθήσωσι διά της ταχυπορίας να θερμανθώσι και ζωογονηθώσιν.

Αφού εβάδισαν επ' ολίγα λεπτά, διασχίζοντες κατά πλάτος το σύνδενδρον μέρος, έφθασαν όχι μακράν της εσχατιάς του δασυλλίου, όπου τα δένδρα ήρχιζον κατά μικρόν ν' αραιώνωνται. Εκεί τότε είδον ασθενές φως, τρέμον επί της κλιτύος του λόφου, καταντικρύ των, προς το βορειο – δυτικόν.

Ο γέρων είπε «Δόξα σοι ο Θεός!», ο έμπορος ενθυμήθη τα δερματοτύρια κι εστέναξε, και ο νέος εμάσα τάς λέξεις του και κατέπινε τους γογγυσμούς του, ενθυμούμενος τον λευκόν εκείνον φλόκον τον εκ καινουργούς αμερικανικού πανίου, τον οποίον είχε ράψει ο ίδιος με τας χείρας του προ πέντε ημερών.

Το φώς, σημειούν καλύβην χωρικού εκεί κατοικούντος, εφαίνετο οχι πολύ απέχον, ως ήμισυ μίλιον. Ανάγκη ήτο να βαδίσωσιν, όπως φθάσωσι ναυαγοί εις τον επί της ξηράς εκείνον ασθενή φάρον.

Βαθύ ήτο το σκότος. Κατενώπιόν των εξηπλούτο μεγάλη ομαλή πεδιάς, ήτις εφαίνετο μαύρη, μονότονος, άδενδρος, εις το σκότος. Θα την ενόμιζέ τις ώς αμμώδη έκτασιν δεκαπλασίαν τής άμμου εκείνης ην είχον εγκαταλίπει προ ημισείας ώρας, παρά τον αιγιαλόν, αν δεν ήτο αμαυρά, αλαμπής και άστιλπνος. Εφαίνετο μάλλον ως μαυρισμένη εκ προσφάτου εμπρησμού πεδιάς, πεδιάς αμμώδης, όπου εκάησαν τά χόρτα κι εμαύρισεν η κόνις, χωρίς να μείνει στάκτη εκ καέντων δένδρων, ή ότι ραγδαίος υετός είχε μαυρίσει την τέφραν και είχεν αφομοιώσει το χώμα με τα ίχνη του εμπρησμού.

Ο γέρων, όστις, αν και δεν ήθελε να το ομολογήσει, επόνει περισσότερον διά το τσερνίκι του ή όσον ο έμπορος δια τα τυριά του, ίσως κι έπασχεν εκ παλαιών ρευματισμών τούς πόδας, είχε βαρύνει εις τον δρόμον κι επρόσκοπτε συχνά κατά των εμποδίων της οδού. Τούτου ένεκα ο υιός του ηναγκάσθη ν’ άφήσει την πρώτην τάξιν εις το βάδισμα, ελθών δεύτερος, και κρατών εκ του αριστερού βραχίονος προπορευόμενον τον πατέρα του, διά να οδηγεί και υποστηρίζει το βήμα αυτού, διά δε της ευωνύμου κρατών την δεξιάν τού ακολουθούντος εμπόρου.

Ο γέρων, καθώς εβάδιζε πρώτος, αδυνατών να διακρίνει τα αντικείμενα, προέβη, πριν προλάβει και ο υιός του να εξετάσει και αναγνωρίσει το έδαφος, κι επάτησεν επί της μαυρισμένης εκτάσεως, πριν ακριβώσει καλώς τι πράγμα ήτο. Παρέσυρε και τον νέον, αναγκασθέντα να προβεί δύο βήματα όπως τον συγκρατήσει, ούτος δε συμπαρέσυρε και τον πραματευτήν εις το επισφαλές βήμα.

Τριπλούν μπλούμ ! ηκούσθη έξαφνα. Είχαν πατήσει και οι τρεις εις το ύδωρ. Εφαίνετο την εσπέραν εκείνην ότι το υγρόν στοιχείον τούς είλκυε, τους εκυνήγει κατά πόδα, τους διεξεδίκει ως ιδικούς του. Έπεσαν και οι τρεις έως το γόνυ εις την ιλύν, έως τον βουβώνα εις το ύδωρ.

Ο γέρων κατηνέχθη πρηνής, ο νέος εγονάτισε πλησίον του, προσπαθών να τον κρατήσει εκ της οσφύος, ο έμπορος έπεσε κατά πλευράν.

Ήτο λίμνη εκτεινομένη πλατεία εκείθεν του δάσους, της οποίας την ύπαρξιν ηγνόουν οι ναυαγοί. Είχεν ικανόν μέγεθος, και εις τον βούρκον της έβοσκον όχι ολίγοι εγχέλυες κι εφώλευον λοξοπατούντα καβούρια. Αμέτρητον δε ήτο το πλήθος των αχιβάδων, των οποίων τα κελύφη, κενά και απόζοντα κατά το πλείστον, απετέλουν τήδε κακείσε το ανώτερον του πυθμένος στρώμα, υποκάτωθεν του οποίου αβολιδοσκόπητον υπέκειτο το βάθος της ιλύος, εφ' ής εκόλλησαν πεσόντες οι τρεις ναυαγοί, ο πρώτος επίστομα κύπτων εις τον πυθμένα, ο δεύτερος γονατιστός επί του τενάγους, ο τρίτος πλαγίως εις το πλευρόν.

Άλλο πέσιμο αυτό πάλι• εψιθύρισεν ο γέρων, αφού ο υιός του, μασών τας βλασφημίας και αράς του, τον ανήγειρε μετά πολλού κόπου εις τους πόδας του.

Αυτή τη φορά εχτύπησα μαλακά τουλάχιστον, είπεν ο πραγματευτής, αινιττόμενος το επί του βράχου κτύπημά του, τον εκ του οποίου πόνον τον είχε κάμει να λησμονήσει έως τώρα η ενθύμησις των δερματοτυρίων του.

«Ο βρεμένος τη βροχή δεν τη φοβάται». Μη χειρότερα, δόξα σοι ο Θεός! επανέλαβε μετ' εγκαρτερήσεως ο γέρων ναυτικός.

Την ιδίαν στιγμήν, ενώ μετά κόπου εξεκόλλων από την ιλύν κι έστράγγιζαν τα ενδύματα των, ξηρός κρότος σκανδάλης υψούμενης ηκούσθη εκεί πλησίον.

Ο νέος εστράφη και διακρίνει αριστερόθεν αμυδρώς όπισθεν των δένδρων, διαγραφομένην χθαμαλήν καλύβην, την οποίαν δεν είχαν παρατηρήσει τέως, ούτε ήτο δυνατόν να την παρατηρήσωσι, διότι εκ του μονοπατιού, δι' ού είχαν έλθει, όπισθεν πυκνής συστάδος κρυπτομένη, δεν ήτο ορατή.

Η καλύβη έκειτο παρ' αυτήν την όχθην της λίμνης, βρεχομένη σχεδόν υπό του ύδατος. Έμπροσθεν της καλύβης, ο νέος διέκρινε την στιγμήν εκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, αμαυράν, κύπτουσαν προς το ύδωρ.

Ο νεαρός ναύτης δεν επίστευσεν ότι ήτο φάντασμα ουδέ καν βόσκημα. Εκ της υπόπτου δε ησυχίας, την οποίαν ετήρει η σκιά μετά τον ακουσθέντα μικρόν κρότον, εφαίνετο ότι δεν ήτο αγρίμιον.

Ο νέος ενόησεν αμέσως κ' έσπευσε να φωνάξει:

— Μην τραβάς! είμαστε φίλοι!

Η σκιά έκαμε κίνημα, ως να απέσυρε κάτι, και είτα τραχεία φωνή ηκούσθη:

— Ποιοι είστε; τι θέλετε;

— Πέσαμε όξου, απήντησεν ο υιός του κυβερνήτου. Είμαστε θαλασσοπνιγμένοι.

Μετ' ολίγας στιγμάς η φωνή ειπεν:

— Από δω ελάτε.

Ο άνθρωπος ήναψε φανάριον, κι έδειξε τον δρόμον εις τους τρεις ναυαγούς.

— Κι εγώ θάρρεψα πως θέλετε να μου κλέψετε τα χέλια, είπε.

— Πέσαμε μες στο νερό, γιατί δε βλέπαμε, είπεν ο νέος ναυτικός. Δεν καταλάβαμε πώς ήτανε λίμνη.

Υποκάτω εις τρία αδελφωμένα δένδρα ήτο η επί πασσάλων θεμελιωμένη και με φυλλάδας πλατάνων εστεγασμένη καλύβη του χωρικού, όστις ήτο ο βοηθός και αντιπρόσωπος του εκμισθωτού της λίμνης. Ο κύριος έλειπε, τους είπεν. Είχεν αναχωρήσει αποβραδύς, αφού ήναψε το κανδήλι του οικίσκου, αντικρύ, όπου έλαμπεν ο φεγγίτης, και δεν του είχεν αφήσει το κλειδίον. Ώστε, δυστυχώς, δεν ηδύνατο να τους περιποιηθεί εις την οικίαν τού αφεντικού.

Ο επιστάτης ήτο νέος χωρικός λίαν βραχύσωμος, πρώην βοσκός, κομπορρήμων και φλύαρος. Δεν είχεν αρκετά ενδύματα όπως δανείσει εις τους τρεις ανθρώπους, αλλ' έδωκεν εις τον ένα φανέλαν, εις τον άλλον υποκάμισον και εις τον τρίτον μίαν κάπαν. Εις το προαύλιον της καλύβης του, επί του σαρωμένου και στιλπνού εδάφους, ήναψε φωτιάν και οι τρεις άνθρωποι καθίσαντες τριγύρω επροσπάθουν να στεγνώσουν τα βρεγμένα ρούχα των.

Εν τω μεταξύ διηγήθησαν εις τον χωρικόν πώς είχον ναυαγήσει. Εκείνος ήκουσε την διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις εκφέρων ή όσην ακρόασιν έδιδεν.

Όταν τέλος ήκουσε πώς, μετά τον διά του δάσους τυφλόν και σκοτεινόν δρόμον των, έπεσαν εις το ύδωρ της λίμνης, έμφοβος ανέκραξεν:

— Επέσατε μέσα στη λίμνη ; Θαμάζουμαι πώς δε σας εκατάπιε το μάτι της λίμνης !
Οι τρεις άνδρες με όλην την δεινοπάθειαν και συμφοράν, την οποίαν είχον υποστεί, εύρον ακόμη την δύναμιν να εκπλαγώσι, κι εστάθησαν κοιτάζοντες τον αγρότην με απλήστου περιεργείας έκφρασιν.

— Το μάτι της λίμνης! ανέκραξεν ο πραματευτής.

— Το μάτι της λίμνης, βέβαια, επανέλαβεν ο αγρότης• είναι μες στη λίμνη βαθιά… κι άμα πέσει κανείς μέσα, ή άνθρωπος είναι η πράμα, δεν έχει να γλυτώσει. . . Το μάτι της λίμνης τον τραβά, τον ρουφάει, και το μάτι της λίμνης βγαίνει τα ίσα στον αφαλό της θάλασσας. Πολλές φορές οι παλαιοί, οι παππούδες μας, είδανε με τα μάτια τους που ένα πράμα, που το ερρούφηξε το μάτι της λίμνης, έξαφνα βρισκότανε στη θάλασσα, μέσα βαθιά, ανάμεσα στα δυο νησιά πέρα. Είδατε τα δυο νησιά πού είν’ εκεί αντίκρυ, ως τρία μίλια ανοιχτά στο πέλαγο;. . . Εκεί ανάμεσα είναι ο αφαλός της θάλασσας. Εμένα του παραπαππού μου, του σχωρεμένου, του είχε πέσει μια φορά ένα κατσίκι, εκεί πού πήγε ν’αρμυρίσει κι επνίγηκε μες στη λίμνη. . . Εζήτησε να βρει το ψοφίμι, μη φάνε τα ψάρια και θεριέψουν, και δεν το ηύρε, ούτε στον αφρό ούτε στον πάτο. Την άλλη μέρα το ηύραν ψαράδες ανάμεσα στα δυο νησιά, εκεί πέρα. . . Το είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και το είχε ξεράσει, πέρα κει, ο αφαλός της θάλασσας... Τ' αλλουνού παραπαππού μου πάλι, του παππού της μάννας μου, του είχε φύγει μια μέρα η μαγκούρα του, κει που πήγε να νιφτεί, και καθώς ήτον ξερή κι ελαφριά, την επήρε το κύμα και δεν ημπόρεσε να την φτάσει, γιατί, ως που να βγάλει τα τσαρουχάκια του να πατήσει μες στο νερό, η μαγκούρα επήγε μακριά, κι ο παραπαππούς μου, Θεός σχωρέσ’τον, θα βουλιούσε να πάει παραμέσα στο βούρκο. Εγώ να ήμουν θα έπεφτα κολύμπι να πάω να πιάσω τη μαγκούρα, γιατί δε μου βγαίνει κανένας στο κολύμπι. Εκείνου του καιρού οι ανθρώποι, οι πρωτινοί, δεν ήξεραν, γλέπεις, κολύμπι, τους έπιανε φόβος να εμβούν στη θάλασσα. Και να μου έμελλε ή μοίρα μου να πάθω το τι πάθατε, θα εγλύτωνα με το κολύμπι, όχι σαν ελόγου σας που πέσατε όξου.

— Μα κι εμείς γλυτώσαμε με το κολύμπι, είπε γελών ο νεώτερος των ναυαγών.

— Ναι, γλυτώσατε, δε λέω, επανέλαβεν απτόητος ο χωρικός, μα να ήμουν εγώ… με το κολύμπι... θα γλύτωνα και το καΐκι. . . Ας είναι, τι σας έλεγα ; Α! ναι για τον παραπαππού μου που έχασε τη μαγκούρα του. Την Κυριακή, σαν επήγε στο χωριό να ψωνίσει, βλέπει ένα γέρο βαρκάρη κι εκρατούσε μια μαγκούρα. Ο παραπαππούς μου την είχε σημαδεμένη και την εγνώρισε. Ήτον η δική του. Τον ερωτά πού την ηύρε. Ο βαρκάρης τού αποκρίνεται πώς την ηύρε ανάμεσα στα δυο νησιά. Τότε ο παππούς μου δεν του είπε τίποτε, μα εκατάλαβε πώς την είχε ρουφήξει το μάτι της λίμνης, και την είχε ξεράσει, ο αφαλός της θάλασσας… Ο νουνός του παππού μου πάλι, ο γέρο-Κωνσταντής ο Κούμαρης, ηύρε μια μέρα ένα στραβόξυλο παλιό, μαύρο, θαλασσοποτισμένο, με τες τρύπες των καρφιών γεμάτες σκουριά, που το είχε βγάλει η λίμνη στα ρηχά, βουλιαμένο όσο που το σκέπαζε το κύμα. Που θελά βρεθεί το στραβόξυλο στη λίμνη μέσα; Καΐκι, σαν καληώρα το δικό σας, για να πέσει όξου, θα ’πεφτε στη θάλασσα, όχι στη λίμνη. Κατά πώς φαίνεται, το είχε ρουφήξει ο αφαλός τής θάλασσας και το είχε στείλει στο μάτι της λίμνης, και το μάτι τής λίμνης το ξέρασε. . . Αλήθεια, επέφερεν ο χωρικός, αισθανθείς την ανάγκην να πάρει τον ανασασμόν του, που κοντά επέσατε όξου, του λόγου σας ;

Ο γέρων απήντησε δεικνύων διά της χειρός :

— Στον κάβο, εδώ κάτου.

Ο αγρότης εστάθη, ως να εζήτει λόγους διά να πεισθεί αυτός πείθων και τούς άλλους• είτα επανέλαβε με αμυδράν αστραπήν επιθυμίας εις το όμμα:

—Και είχατε τίποτε φόρτωμα μες στο καΐκι ;

Ο έμπορος, του οποίου την πληγήν ήνοιγεν η ερώτησις, έσπευσε μετά βαθέος στεναγμού να απαντήσει:

— Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί είχα φορτωμένα εγώ, κι εβούλιαξαν.

— Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί! επανέλαβε με τόνον βασίμου υποψίας ο ποιμήν, σίγουρα θα τα κατάπιε ο αφαλός της θάλασσας.

— Δεν ημπορεί το ελάχιστο να τα ξεράσει πίσω το μάτι της λίμνης; ηρώτησεν ακουσίως μειδιών, ερμηνεύων την ελπίδα του εμπόρου ο νεώτερος των ναυαγών.

— Δε γίνεται, είπεν ο χωρικός• τόσα κομμάτια δεν μπορεί να στείλει ο αφαλός της θάλασσας στο μάτι της λίμνης• να ήτον να τα κατάπινε από ένα ένα το μάτι, μπορούσε να τα βγάλει πίσω ό αφαλός.

Ο πραματευτής εφαίνετο επιθυμών να ερωτήση τι και διστάζων. Τέλος αποφασίσας, εστράφη προς τον χωρικόν και τον ηρώτησε.

— Και ξέρεις τουλόγου σου εις ποιο μέρος της λίμνης βρίσκεται αυτό το μάτι ;

— Πώς δεν το ξέρω! απήντησεν εν πεποιθήσει ό αγρότης• το ξέρω βέβαια• μα δεν είναι να ζυγώσει άνθρωπος εκεί κοντά• θα τον ρουφήξει χωρίς άλλο το μάτι• κι από μακριά ακόμα, ημπορεί να τον τραβήξει, αν δε φυλαχτεί. Εμείς το ξέρουμε, κι όταν ψάχνουμε για χέλια μες στο βούρκο, φυλαγόμαστε, και δε σιμώνουμε καθόλου σ’ εκείνο το μέρος.

Ο πραματευτής εταπείνωσεν άπελπις την κεφαλήν.

Ο νεαρός ναυτικός έκαμε την παρατήρησιν ότι το μέρος όπου είχαν ναυαγήσει απείχε μίλια από «τα δυο νησιά», όπου ο επιστάτης έλεγεν ότι ευρίσκετο «ο αφαλός της θάλασσας». Ο χωρικός απήντησε:

— Ναι, είναι μακριά. . . δεν έχει να κάμει. . . ο αφαλός της θάλασσας τραβάει κι από μακριά τα πράματα άμα πέσει όξου κανένα καΐκι φορτωμένο . . .

Την επαύριον, όταν ωδήγησε τους τρεις ναυαγούς εις την πολίχνην, ο επιστάτης της λίμνης, αφού έπιε τρεις μαστίχας, διηγείτο εις έν καπηλείον εις επήκοον πολλών:

— Τι θάμασμα που έγινε πίσω, στην Καναπίτσα !. . . Δεκαοχτώ τουλουμοτύρια, το φόρτωμα ενός καϊκιού πού έπεσε ψες όξου, τα ερρούφηξεν ο αφαλός της θάλασσας, και τα ξέρασε πίσω το μάτι της λίμνης. . . Θα φάμε χέλια παχιά φέτος, παιδιά. . . Από βδομάδα, σαν αφήσει τ’ αφεντικό, θ’ αρχίσω να τα ψαρεύω. . . Έπεσαν στα τυριά, φάγανε κι α δέ φάγανε. . . του διαόλου τα χέλια, βρε ! Ως και τα δερμάτια τα μισοφάγανε .... τα κάμανε τρύπες - τρύπες, κόσκινο…Ούτε ένα τουλούμι δε μπόρεσα να γλυτώσω. . . Δεκαοχτώ τουλούμια τυρί!

— Δεκαοχτώ τουλούμια! επανέλαβε μετά θαυμασμού εις των ακρο­ατών.

— Δεκαοχτώ τουλούμια, σωστά! Τα ξέρασε το μάτι της λίμνης... Τα ξεφαντώσανε τα χέλια και τα κεφαλόπουλα !

Ο κάπηλος, ως να ήτο συνεννοημένος μαζί του, εξήγαγε ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, και το επέδειξεν εις πίστωσιν προς τους παρεστώτας.

— Να! όποιος δεν πιστεύει, είπε• μονάχα αυτό το κομμάτι από ένα τουλούμι μπόρεσε να γλυτώσει!

— Αλήθεια, επεβεβαίωσε, λαβών το τεμάχιον του ασκού εις την χείρα, ο επιστάτης της λίμνης• με το μαχαίρι χρειάστηκε να κόψω το κεφάλι ενός χελιού, δια να το γλυτώσω απ’ τα δόντια του• να ακόμη οι δοντιές του !

Κι επεδείκνυε τα ίχνη των οδόντων των ποντικών.

— Ώστε, καλά είναι να κάμουμε τώρα ένα δρόμο ως εκεί, ή για τυρί ή για χέλι; ηπείλησεν εις των παρεστώτων.

— Ά βάρδα μπένε ! θα χάσετε τον κόπο σας. Είναι σήμερα τ’ αφεντικό εκεί.. . είπεν ο επιστάτης.

— Και τ’ αφεντικό δε χωρατεύει, υπεστήριξεν ο κάπηλος. . . Δεν το ’χει για τίποτε να σας τουφεκίσει με σκάγια, και να πει υστέρα πως σας πήρε γι’ αγριόπαπιες, κι έκαμε γιαγνίς.

Ευδία ήτο η φθινοπωρινή ημέρα.

Από της πρωίας ο πραματευτής έτρεχε να εύρει πορθμέα, όστις να είναι και ολίγον βουτηχτής, δια να τον συμφωνήσει ν’ αναλάβει την προς ανεύρεσιν των δερματοτυρίων έρευναν.

Αλλ’ ο πρώτος, προς τον οποίον απηυθύνθη, του εζήτει τα μισά δερματοτύρια διά τον κόπον του, ο δεύτερος του εζήτησε μετρητά τριακοσίας δραχμάς, και ο τρίτος του εζήτει εκ των δεκαοκτώ δερματοτυρίων τα επτά, και ακολούθως κατέβη έως τα πέντε. Τέλος εσυμφώνησε μ’ ένα τέταρτον πορθμέα διά τρία δερματοτύρια.

Άλλ’ όταν εξεκίνησεν ούτος να υπάγει, ήτο ήδη δειλινόν.

Την πρωίαν ο πρώτος πορθμεύς, προς τον όποιον είχεν αποταθεί, ο μπαρμπα - Γιάννης ο Ξυνιώτης, αφού δεν εσυμφώνησε με τον πραματευτήν, απεφάσισε ν’ ανασύρει τα δερματοτύρια διά λογαριασμόν ιδικόν του. Όθεν, λαβών τον γάντζον του, έπλευσεν εις την Καναπίτσαν και ψάχνων σιγά-σιγά ανεύρε και ηλίευσεν εκ των δεκαοκτώ τα δεκατρία δερματοτύρια.

Ο μπάρμπα-Γιάννης ευχαριστημένος ότι δεν έχασε την ημέρα του ητοιμάζετο ν’ απομακρυνθεί δι’ άλλης οδού να μεταφέρει ασφαλώς οίκαδε τα δεκατρία δερματοτύρια. Αλλά την ιδίαν στιγμήν φθάνει με την βάρκαν του ο μπάρμπ’ Αποστόλης ο Χρυσοχέρης, και του ζητεί μερίδιον από την λείαν. Ο μπαρμπα - Γιάννης ηναγκάσθη να του δώσει από τα δεκατρία δερματοτύρια τα τέσσαρα.

Πριν απομακρυνθεί ο μπάρμπ’ Αποστόλης, φθάνει ο γερο - Μανώλης ο Άπαντος, και ζητεί και ούτος το μερίδιόν του. Ο μπαρμπα-Γιάννης ηναγκάσθη να δώση εις αυτόν από τα εννέα δερματοτύρια τα τέσσαρα.

Μόλις απήλθεν ούτος, και παρουσιάζεται ο μαστρο-Κωνσταντής ο Καλαφάτης, δανεισθείς ξένην βάρκαν, διά να έλθει και ούτος να ζητήσει το μερίδιον του. Ο μπαρμπα-Γιάννης ο Ξυνιώτης συγκατένευε να του δώση εκ των πέντε, όπου του έμειναν, τα δύο, δια να κρατήσει και αυτός τρία τουλάχιστον διά τον κόπον του. Αλλ' ο μαστρο-Κωνσταντής δεν εταιριάζετο, φωνάζων και λέγων ότι αδικεί, ότι εις τους άλλους έδωκε ανά τέσσαρα, και ότι θα υπάγει να τον καταγγείλει. Ο μπαρμπα-Γιάννης εβιάσθη να του δώσει τα τέσσαρα, κρατήσας αυτός έν διά τον εαυτόν του.

Όταν περί οψίαν δείλην έφθασε τέλος με την βάρκαν του ο Δημήτρης ο Φτελιός, ο πορθμεύς τον οποίον είχε συμφωνήσει ο πραματευτής, οι τέσσαρες λεμβούχοι είχαν γίνει προ πολλού άφαντοι.

Ο Δημήτρης ο Φτελιός, με τον γάντζον, με την πράγκαν και με το καμάκι, αφού επί πολλήν ώραν ανεσκάλευσε τον πυθμένα της θαλάσσης, κατώρθωσε και ανεύρε τρία εκ των βυθισθέντων δερματοτυρίων, όσα ακριβώς του εχρειάζοντο διά την συμφωνηθείσαν αμοιβήν του. Τα λοιπά, τα είχε παρασύρει ίσως η θάλασσα, και δεν ευρέθησαν.

Και τούτο ευλόγως συνέτεινε να πιστευθεί παρά πολλοίς η φήμη, την οποίαν είχε διαδώσει από πρωίας ο επιστάτης της λίμνης — ότι τα δεκαοκτώ δερματοτύρια τα είχε καταπιεί ο αφαλός της θαλάσσης, ότι τα είχε ξεράσει το μάτι της λίμνης, και ότι οι εγχέλεις τα κατέφαγαν.


(1893)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

ΠΗΓΗ: http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html

Και τον διαβάζεις σήμερα τον κυρ Αλέξανδρο. Εκατό χρόνους από το θάνατό του. Και ομιλεί στην ψυχή σου και την καταπραΰνει από το θάνατο που μόλις την άγγιξε και τη φουρτούνιασε...

Με το κύμα να παίρνει στοιχεία θηρίου που συνειδητά εφορμά στα θύματά του. Κι έπειτα ακόμη κι αυτό απορεί με την καταστροφή που προκάλεσε...

Και προχωράς παρακάτω. Και συναντάς το μάτι της λίμνης και τον αφαλό της θάλασσας. Και πια δεν ξέρεις τι είναι αλήθεια και τι παραμυθία για να αντέξει ο άνθρωπος την αγριότητα και την παντοδυναμία της φύσης.

Ο πανούργος άνθρωπος. Που με όλη την πανουργία του δεν ημπορεί να τα βάλει με τη φύση. Την αήττητη.

Και η φύση. Που μέσα στην αγριότητά της καταφέρνει να μην υποπίπτει σε ύβρι. Ακόμη και όταν ο ... αφαλός της θάλασσας δε ρουφά δερματοτύρια αλλά ανθρώπους. Ακόμη και τότε ο στίχος του ποιητή αποκαλύπτει την απόλυτη αρμονία στις πράξεις της φύσης:

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες...

Γεννήθηκες; Ρώταγε ο Λιαντίνης. Ε, το μόνο βέβαιο είναι πως θα πεθάνεις.

Αυτό μας γνέφει η λίμνη, και μας κλείνει το μάτι...

Μια γιγαντιαία κλεψύδρα. Που αδειάζει μία από δω και μία από κει. Και είναι ο θάνατος ζωή και η ζωή θάνατος.

Άδης και Διόνυσος εν και ωυτό...

και "Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις."

Ναυαγίων ναυάγια επιγράφει ο Παπαδιαμάντης το διήγημα. Μα εγώ ακούω τον ρόγχο των κυμάτων:

Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
100 ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ( ; ) ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ :: ΤΕΧΝΕΣ-
Μετάβαση σε: