ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
Μετάβαση στη σελίδα : Επιστροφή  1, 2, 3  Επόμενο
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 6:34 am


Η ΚΑΛΤΣΑ ΤΗΣ ΝΩΕΝΑΣ



Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη



«–Και τα κουνούπια πως να ηύραν τρόπον κ’ εσώθηκαν εις την Κιβωτόν; Κ’ η μυίγα; και τα μυιγαράκια; κ’ οι μουσίτσες;

–Και τα μικρόβια;

Αι δύο κυρίαι είχαν τον λόγον. Η πρώτη, ευτραφής, μεγαλόσωμος, και καλοκαμωμένη, όσο εφαίνετο υπό τας ακτίνας της σελήνης, μέσω του δένδρου, Και υπό το φως ενός φανού επί χαμηλού στύλου, έξωθεν του εξοχικού καφενείου, ήτο σύζυγος του παρακαθημένου αυτή υπερμεσήλικος κυρίου με την γενειάδα, όστις ήτο επαρχιώτης πολιτευόμενος. Η άλλη, νεαρά ακόμη, άγαμος, ήτο εν ενεργεία δασκάλα. Εις γνώριμός των, νεαρός κύριος, συνεπλήρου την τετράδα. Είχαν πίει τον καφέν των, την θερινήν εκείνην νύκτα, και ανεψύχοντο.

–Κι ο ψύλλος τάχα που να ετρύπωσε, και κατώρθωσε να γλυτώση; είπεν η δασκάλα.

–Δεν αμφιβάλλω ότι στην κάλτσα της Νώενας θα εχώθη, απήντησεν η μεγαλόσωμος.

Όλοι εκάγχασαν.

–Μα η ψείρα;

–Ω, η ψείρα; Χωρίς άλλο θα εκόλλησε στην γενειάδα του Νώε.

Ο γηραιός κύριος ακουσίως έψαυσε την γενειάδα του.

Εις ένα όμιλον αντικρινόν εκάθηντο τρεις λιμοκοντόροι. Οι δύο μόνον εφορούσαν στενά. Ο τρίτος, αμύστακος ακόμη, εφορούσε κομψά ρασάκια, και είχε την κοτσίδα του οπίσω δεμένην εις την μέσην με κορδέλαν. Ίσως ήτο Ριζαρείτης.

Κατά σύμπτωσιν, κ’ εκεί η ομιλία ήτο σχετική με την Παλαιάν Διαθήκην. Οι τρεις νέοι ωμιλούσαν εν εξάψει, κ’ εφαίνοντο ότι είχαν δειπνήσει εν αφθονία.

–Και τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;... Πως μίλησεν η γαϊδάρα του Βαρλαάμ; Τίνος τα πουλάς αυτά, βρε;

Το βρε ο Ριζαρείτης το απηύθυνε βεβαίως εις τον αόρατον και απρόσωπον (τον) διευθυντήν συντάκτην της Ιεράς Γραφής, προς τον οποίον απέστρεφε ρητορικώς τον λόγον. Ίσως εις τον προφήτην Μωϋσέα.

–Τίνος τα πουλάς αυτά, επανέλαβε και τρίτην φοράν.

Ο νεαρός κύριος του γείτονος ομίλου, αν κ’ εγέλασε με τας ελαφράς ευφυολογίας των δύο γυναικών, φαίνεται ότι δεν ευηρεστήθη από την βαναυσότητα του μικρού ρασοφόρου. Και αποτεινόμενος προς την ιδίαν ομάδα του, αρκετά μεγαλοφώνως ώστε ν’ ακούεται και από τους γείτονας, είπε:

–Τίνος τα πουλά; ...Μ’ αυτά τα πράγματα, είναι είκοσιν αιώνες τώρα, εξακολουθούν να πουλούνται εις εκατομμύρια ανθρώπων, και μάλιστα αι Βιβλικαί Εταιρείαι τα πουλούν μεταφρασμένα εις τριακόσιες τόσες γλώσσες... Κ’ έπειτα, εκείνος που τα πουλά, ως θαύμα ζητεί να τα πουλήση και όχι ως κοινόν τι και σύνηθες. Ουδέ βιάζει κανένα να το πιστεύση.

–Και δεν είναι και πολύ παράξενο αν ωμίλησε μίαν φοράν η γαϊδάρα, είπεν ακάκως ο γηραιός κύριος. Πόσοι γαϊδάροι και γαϊδάρες πόσες μιλούν!

–Ας τ’ αφήσουμε αυτό, είπεν ο νέος. Μα ιδέτε πόσον καλά ο νεαρός αυτός ρασοφόρος μανθάνει τα «ιερά γράμματα», αφού τον Βαλαάμ, τον μάντιν, που έζησε χίλια χρόνια προ Χριστού, τον κάνει Βαρλαάμ, τον αιρετικόν της 13ης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος... Και το κάτω-κάτω, κύριε, επέφερεν οιονεί αποστρέφων τον λόγον προς τον Ριζαρείτην, αφού δεν σ’ αρέσει, κύριε, η Θρησκεία και το ιερατικόν στάδιον, διατί φορείς ράσα, και διατί οι φιλόστοργοι γονείς σου σε στέλνουν να φοιτάς εις την Ριζάρειον; Έως πότε θα είμεθα αχαρακτήριστοι Γραικύλοι; ».

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 8:10 am

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Η ιστορία της πόρνης, της αλειψάσης τον Κύριον μύρω, η εντεύθεν οργή και λύσσα του Ιούδα και η προς την προδοσίαν αποπήδησις αυτού.
"Η πόρνη εν κλαυθμώ, ανεβόα Οικτίρμον, (λέγει το Κάθισμα) εκμάσσουσα θερμώς, τους αχράντους σου πόδας, θριξί της κεφαλής αυτής, και εκ βάθους στενάζουσα∙ Μη απώση με, μηδέ βδελύξη Θεέ μου, αλλά δέξαι με, μετανοούσαν και σώσον, ως μόνος φιλάνθρωπος".
Το δε κοντάκιον της ημέρας έχει ως εξής:
"Υπέρ την πόρνην Αγαθέ ανομήσας, δακρύων όμβρους ουδαμώς σοι προσήξα, αλλά σιγή δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθω ασπαζόμενος τους αχράντους σου πόδας, όπως μοί την άφεσιν, ως δεσπότης, παράσχης, των οφλημάτων κράζοντι Σωτήρ∙ εκ του βορβόρου των έργων μου ρύσαί με". Μεγίστης και δικαίας φήμης απολαύει το τροπάριον της Κασσιανής, το δοξαστικόν δηλ. των αποστίχων των Αίνων, ήτοι η κατακλείς του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης. Ψάλλεται δε αργώς και μετά μέλους, και οι πιστοί δεν χορταίνουν να το ακούωσι, μετρούντες πολλοί διά των ωρολογίων των πόσην ώραν θα διαρκέση. Αλλά πρέπει να μάθωσι πάντες, και νεωτερισταί, καινοτόμοι, και άλλοι, ότι, αφού εν πάση αρχαία και σεμνή μουσική το μέλος ανάσσει, ο δε ρυθμός υπουργεί, αφού δηλ. οι αρχαίοι μελωδοί της Εκκλησίας εποίουν τον ρυθμόν χάριν του μέλους (ως μάλιστα εν τοις προσομοίοις), και αν θέλετε, επενόουν το μέλος πριν ή προσαρμόσωσι τας λέξεις εις τον ρυθμόν, αδύνατον να παραδεχθή τις ότι νεώτερος μουσικός, τονίζων εκ νέου αρχαίον άσμα, θα το τονίση καλύτερον παρ' όσον αυτός ο ποιητής του, ο και μελοποιός, το ετόνισε. Τέλειον μεν θα ήτο το δείνα άσμα, αν εσώζετο, δια το Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις, φερ' ειπείν, αυτής της Κασσιανής η μελοποιία. Ελλείψει όμως τοιούτου αρχετύπου, προτιμάται και σχετικώς τελειοτέρα λογίζεται του αρχαιοτέρου τονίσαντος μουσικού η περισωζομένη σύνθεσις. Επί των χρόνων του Πελοποννησιακού πολέμου όλοι ενεωτέριζον εν Αθήναις περί την μουσικήν, και ανεζήτουν εν τω νεωτερισμώ πλουσιώτερα και τελειότερα κατ' αυτούς μέλη, καταδικάζοντες τα παλαιά ως απλά και ευτελή.
Αλλ' ο δαιμόνιος Πλάτων ώκτειρε την τοιαύτην τάσιν των συγχρόνων του, και διαφθοράν και εκφαυλισμόν της μουσικής μεγαλοφώνως εκήρυττε τον τοιούτον νεωτερισμόν. Μας λέγουσι πολλοί ότι ημείς έχομεν γεμάτα δήθεν τα ώτα από αμανέδες και από μακάμια* τουρκικά και απωλέσαμεν το μουσικόν αίσθημα. Αλλ' ημείς ηκούσαμεν εκ της Ιεράς Γραφής ότι το "έλαττον υπό του κρείτονος ευλογείται", και δεν πιστεύομεν οι Τούρκοι να έδωκαν εις τους εγγυτέρους προγόνους μας, τους Βυζαντινούς, από όσα τους επήραν περισσότερα∙ έπειτα, αφού, ως φαίνεται, είναι ανάγκη να έχη τις από κάτι γεμάτα τα ώτα, τι διαφέρει αν τα έχη γεμάτα από καντάδες ή από μακάμια; Αυτό το μειονέκτημα ημών, αν είναι μειονέκτημα, έν αποδεικνύει, ότι ημείς εξωκειώθημεν άρα με τα πάτρια, και τα πονούμεν, ενώ αυτοί δεν τα εγνώρισαν και δεν τα στέργουσι. Διότι αν ανετρέφοντο μ' αυτά, θα ήσαν ευχαριστημένοι, και δεν θα εζήτουν την μεταβολήν.

Μας λέγουσιν ότι, βεβαίως οι Βυζαντινοί [δεν] θα εγνώριζαν την τετραφωνίαν, και δι' αυτό δεν την εισήγαγον, καθόσον η τετραφωνία είναι νεωτέρα, λέγουσιν, εφεύρεσις∙ αν την είχαν γνωρίσει, θα την εισήγον… ή και τίς ηξεύρει αν δεν την εισήγαγον; Οι λέγοντες ταύτα, όταν φοιτώσιν εις το μελόδραμα, θαυμάζουσι βέβαια μάλλον την πολυφωνίαν του χορού, τους κορίστας, παρά τας μονωδίας και διωδίας της πριμαδόνας και του βαρυτόνου. Διότι, όταν τα κύρια πρόσωπα άδωσι, τι άλλο είναι παρά μονοφωνία, η δε ορχήστρα τι άλλο κάμνει παρά να υπηχή, να κρατή δηλαδή το ίσον, αυτό τούτο;
Δεν ενθυμούμαι τις εκ των ημετέρων, προ δύο ετών, μου φαίνεται, έστειλε εις ένα φιλέλληνα ηγεμονόπαιδα της Ευρώπης, παρ' εαυτού τονισμένον, τεμάχιόν τι ευρωπαϊκόν, βαλς, νομίζω, ή πόλκαν, ή δεν ηξεύρω τι. Ο αγαθός πρίγκιψ εδέχθη το δώρον και του απήντησε με τρόπον, όστις εσήμαινε περίπου: "Καλά, ευχαριστώ, ευλογημένε∙ αλλά δεν ήξευρες να τονίσης τίποτε ιδικόν σας να μου στείλης, τίποτε ελληνικόν, εντόπιον; από ευρωπαϊκήν μουσικήν είμαι χορτάτος". Εκ της δημοσιεύσεως της επιστολής του πρίγκηπος, την οποίαν έκαμεν ο εκ των ημετέρων, δεν αποδεικνύεται αν ενόησεν το λεπτόν μάθημα.
Ας ακούσωσιν, εν τη λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου, όσοι έχουσιν ώτα, το θαυμάσιον εκείνο κεφάλαιον του προφήτου Δανιήλ, εν ω γίνεται λόγος περί της βαβυλωνίου μουσικής "σάλπιγγος και κιθάρας, σαμβύκης τε και ψαλτηρίου, και παντός γένους μουσικών", οι δε Άγιοι Τρεις Παίδες ιστορούνται ως υμνούντες τον Θεόν "οι τρεις, ως εξ ενός στόματος".
Η Εκκλησία έχει συμβολικήν, και η συμβολική λαλεί ευγλωττότερον της ρητορικής.

* μακάμι, μελωδία, σκοπός, μουσική θέση

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
captain Nemos
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 367
Location : Χαμένος στο πέλαγος
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 8:34 am

Το αφιέρωμα έχει γίνει χορταστικότατο! Δεν το έλεγα να γίνει τόση δουλειά. Παρότι τα έχω όλα διαβασμένα, τα ξαναδιαβάζω και δεν τα χορταίνω. Λέω όμως πως είναι κρίμα τα άλλα αφιερώματα στο Παπαδιαμάντη να είναι χώρια. Έτσι θα δώσω εδώ τα λινκ για όλους τους παπαδιαμαντόπληκτους:



Ο Παπαδιαμάντης δια χειρός Κόντογλου



Η ΦΟΝΙΣΣΑ

Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Ο ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ελπίζω δεν ξέχασα κανένα... αν είναι προσθέστε το.

Μην ξεχάσω: Ευχαριστώ θερμά τη Λουκία για το εκκλησιδάκι του Αγίου Ελισαίου. Κόσμημα πραγματικό!

Και Αερικό, τι μελισσάκι σε τσίμπησε και τα πήρες με τις αναρτήσεις της Λουκίας; Αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη είναι και ό,τι έχει σχέση με Παπαδιαμάντη μπορεί να συμπεριληφθεί. Αν δεν αρέσει σε κάποιον μία ανάρτηση, πηγαίνει στην επόμενη!!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://arxipelagos.blogspot.com/
captain Nemos
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 367
Location : Χαμένος στο πέλαγος
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 8:59 am

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ


του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Την διήγησιν ταύτην ήκουσα εκ στόματος της κυρα-Ρήνης Ελευθέραινας, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμίας γερόντισσας Αθηναίας.

Είχαμε ένα χρόνο στεφανωμένοι με τον μπαρμπα-Λευθέρη, αυτόν που βλέπεις, και όλον τον χρόνον δεν έπαυσε να είναι άρρωστος. Σου έχω ειπεί πώς με είχεν ελκύσει με τα χάδια του, ενώ ήτον αυτός τριαντάρης, κι εγώ ήμουν δώδεκα χρονών τρελοκόριτσο, που να μην πήγαινα παραπάνω.

Σαν ήτον άρρωστος, ένα χρόνο και παραπάνω δεν του έλειπεν ο πυρετός, όλη η γειτονιά, και οι συγγένισσές μου, και οι κουμπάρες μου, έλεγαν πως είχε καταντήσει να γένει φτισικός. Είχε χτικιάσει, μου είπαν. Ω, συφορά μου. Γιατροί, γιάτρισσες, γιατρικά, μαντζούνια, τίποτε δεν ωφέλησαν. Η φτώχεια μάς έδερνε. Να δουλέψει ο ίδιος, δεν μπορούσε. Ο Θεός ξέρει πώς τα ’φερνα βόλτα, με ψέματα, με αλήθεια.

Μου είπε η κουμπάρα μας μια γνώμη, να τάξω στην Καισαριανή, μεγάλ’ η χάρη της, να σηκωθώ να τον πάω, ίσως λυπηθεί η Παναγία και τον κάμει καλά. Χάρες μεγάλες ακούονταν πως γίνονταν τον καιρό εκείνο. Εγώ σαν τ’ άκουσα, να τι είπα μέσα μου, σου ξομολογούμαι· «Καλά, αν ίσως δεν τον κάμει καλά η χάρη της, μπορεί, το ελάχιστο, να πεθάνει κει δα, να τον θάψω, στο βουνό, για να γλυτώσω από έξοδα που δεν έχω, κι από άλλα βάσανα και μπελάδες». Το χειρότερο, εφοβούμουν, αν πέθαινε στο σπίτι, μην κολλήσει τίποτε στα ρούχα, και κολλήσω κι εγώ. Όλοι μου λέγανε πώς το χτικιό κολλάει.

Λεφτό δεν είχα, ούτε πολύτιμο κανένα μες στην κασέλα μου, έξω απ’ το δαχτυλίδι του αρραβώνα που φορούσα. Είχα μερικά χαλκώματα. Επήρα ένα ταψί που είχα, καινούριο, κατακόκκινο, να το, εκεί βρίσκεται — έδειξε προς ένα ράφι, επί του οποίου ήσαν ολίγα χάλκινα σκεύη — κι επήγα στην γειτόνισσά μας, την Παναγίνα.

— Κυρα-Παναγίνα, πάρε αυτό το ταψί, αμανάτι, να με δανείσεις τέσσερα σβάντζικα· θέλω να πάω τον άνδρα μου, που τον έχω άρρωστο, στη χάρη της, στην Καισαριανή, και λεφτά δεν έχω.

— Να, πάρε δυο σβάντζικα, είπεν η Παναγίνα, αυτά μου βρίσκονται. Άσε το ταψί σου εδώ, και, σαν ευκολυθείς, φέρε τα δυο σβάντζικα να το πάρεις.

Επήρα τα δυο σβάντζικα, αν και λίγα μου έπεφταν για το ταξίδι που ήθελα να κάμω, άφησα το ταψί μου, και είπα κι ευχαριστώ. Εκινήσαμε με τον άνδρα μου, παραμονή της Αναλήψεως, βράδυ-βράδυ. Στο δρόμο ηύραμ' έναν καροτσέρη, κουμπάρο μιανής συγγένισσάς μου. Τον επερικάλεσα κι επήρε το Λευθέρη στο κάρο του, τον πλιότερο δρόμο. Εγώ επήγα με τα πόδια.

Ενύχτωνε όταν φτάσαμε στην Καισαριανή. Πριν φτάσουμε στην εκκλησιά, μες στο ρέμα, ηύραμ' ένα τσέλιγκα μ' ένα κοπάδι πρόβατα. Καθίσαμ' εκεί κοντά, να ξαποστάσουμε και να συγυρισθούμε, πριν πάμε στην εκκλησιά. Η γυναίκα τού τσέλιγκα μας είδε που καθίσαμε, κι ήρθε κοντά μας. Ο Λευθέρης, που από βδομάδες μπροστά ήτον κομμένη η όρεξή του και δεν έτρωγε τίποτε, σαν εκαθίσαμε, μου λέει:

— Πείνασα, καημένη γυναίκα. Κόψε μου λίγο ψωμί.

Του έκοψα ψωμί, κι άρχισε να τρώει με τόσην όρεξη που απόρησα κι εγώ. Του είχα κόψει μικρή φέτα, ξεύροντας πως δεν μπορούσε να φάει. Στη στιγμή την έφαε, και μου γύρεψε να του κόψω κι άλλο.

Η τσοπάνισσα που ήρθε κοντά μας, μου λέει:

—Άνδρας σου είναι, τσούπα; Σαν ζαμπούνη τον γλιέπω... Πίνει γάλα, να σας φέρω;

— Πίνει, είπα εγώ, γιατί είναι άρρωστος.

Εννοούσα που ήτον Τετράδη. Μας έφερ' ένα μεγάλο μπρίκι γεμάτο γάλα. Ο Λευθέρης εβουτούσε το ψωμί του μέσα, εμάσαε τις μπουκιές, κι ερροφούσε το γάλα. Εγώ έτρωγα ψωμί κι ελιές.

Η τσοπάνισσα τότε, σαν είδε που το ψωμί μας ήτον μπαγιάτικο, δυο-τριών ημερών, μας έφερε μια μεγάλη πλακόπιττα ανεβατή, φρέσκη, της ημέρας, και μου την έδωκε.

—Τί πειράζεσαι; είπα.

Κι έβαλα την πίττα μες στο ταγαράκι μου.

Ο άνδρας της ήρθε και μας έφερε δυο μεγάλα κομμάτια χλωρό τυρί, αλατισμένο.

— Να, πάρε, τσούπα, για να φάτε αύριο, μου λέει. Το πουρνό, που θα ‘χουμε σφαχτά στη σούβλα, περνάτ’ απ’ αυτού και σας φιλιεύω καμιά πλάτη.

Εγώ έβγαλα κάτι πεντάρες που είχα, τα ρέστα απ’ το ένα σβάντζικο, που το είχα χαλάσει, και του είπα να κρατήσει ο,τι θέλει για το τυρί. Εκείνος τα έσπρωξε πίσω, με τη ράχη του χεριού του, κι είπε:

— Δε χρειάζονται λιεφτά... Κράτα τα να κολλήσεις καμιά λιαμπάδα στη χάρ' τς, για τον μορφονιό σ’, που ’ναι ζαμπούνης.

Σαν παράξενα σου φαίνονται αυτά; — απέστρεψεν αίφνης τον λόγον προς εμέ η αφηγήτρια. —Τότε ήτον άλλος κόσμος. Οι άνθρωποι είχαν πόνο, είχαν αγάπη αναμεταξύ τους. Εύρισκες πολλούς καλούς ανθρώπους, κι εδώ μέσα, και στα βουνά έξω. Το είχαν σε καλό τους να δίνουνε. Γι αυτό ο Θεός τούς ευλογούσε, κι είχαν μπερικέτια... Άλλος κόσμος τότε! Πού κείνα τα χρόνια;

Πήγαμε στην εκκλησιά, προσκυνήσαμε, κολλήσαμε μια λαμπαδίτσα. Ύστερα ο Λευθέρης εκάθισε κοντά στην αγίαν εικόνα, μέσα στην εκκλησιά, και σαν να ενύσταζε. Εγώ εβγήκα να πιω νερό, στην περίφημη, την αθάνατη βρύση...

Ήτον ως τρεις ώρες νύχτα. Δροσιά, αστροφεγγιά, χαρά Θεού. Εκεί αντίκρυ πέρ' απ’ τα πλατάνια, στο ξέφαντο, είχαν αρχίσει να παίζουν λαλούμενα, φλογέρες, νταούλια, ζουρνάδες, και μερικοί είχαν στήσει χορό. Εγώ, σαν τρελοκόριτσο που ήμουν ακόμα, είχα πανδρευθεί πολύ μικρή, καθώς σου είπα, και τώρα δεν θα ήμουν παραπάνω από δεκαεφτά χρονών — ξέχασα και άνδρα άρρωστον, και τάξιμο, κι εκκλησιά, κι επήγα ίσα προς το μέρος που έπαιζαν τα λαλούμενα, κι εγινόταν ο χορός, για να κάμω χάζι.

Εστάθηκα εκεί ολίγην ώρα, ύστερ’ απόστασα να στέκομαι, κι εκάθησα στα χορταράκια. Εύρισκα μεγάλη διασκέδαση. Εκεί, ακούω από μερικές γυναίκες κάτι φωνές, που έλεγαν η μία με την άλλη:

— Στην Εύρεση!... είναι ώρα... πάνε στην Εύρεση!

— Η Περιστέρα... στην Εύρεση... στην σπηλιά.

Εκείνες που το έλεγαν αυτό, η μία με την άλλη, είχαν έρθει τώρα κοντά, εκεί, στο μέρος που ήτον το γλέντι το νυχτερινό, κι εφώναζαν άλλες να τις ακολουθήσουν... Κι έφευγαν όλες μαζί, η μία κατόπι της άλλης, κι άδειασε πολύς τόπος. Γυναίκες πάρα πολλές, και καμπόσοι άνδρες και παιδιά, μονοκοπανιά έφυγαν από κει που ήμουν, κι άρχισαν να τρέχουν τον ανήφορο. Εγώ δεν ήξευρα καλά καλά τι ήτον η Εύρεση, και σχεδόν δεν είχ’ ακούσει ποτέ μου για Περιστέρα. Αυτή τη στιγμή θυμήθηκα που η κουμπάρα μας, εκείνη που πρώτη μου είχε βάλει στο νου για να τάξω στην Καισαριανή, μου είχε πει ότι η χάρη της περισσότερο ενεργάει στην Εύρεση, που είναι στη σπηλιά, κι ότι εκεί κατεβαίνει, τινάζοντας τα φτερά της, μία περιστέρα...

Τότε μία που με μισογνώριζε, και μας είχε ιδεί αρχύτερα με τον άνδρα μου στο δρόμο, κι είχε καταλάβει πώς ο άνδρας μου ήτον άρρωστος, καθώς εσηκώθηκε να φύγει, γυρίζει και μου λέει:

— Δεν έρχεσαι κι ελόγου σου στην Εύρεση;... Πάρε τον άνδρα σου κι ελάτε.

Εσηκώθηκα εγώ, έτρεξα κατά τη βρύση, ξαναήπια νερό, ύστερα 'μβαίνω στην εκκλησιά, και βρίσκω το Λευθέρη, που τον είχε πάρει καλά ο ύπνος, δίπλα στο Προσκυνητάρι που καθότανε. Επήγα κοντά, τον έσεισα, κι άνοιξε τα μάτια.

— Δεν ξεκολλάς από κοντά μου; μου λέει. Τώρα εγώ λιανονυστάζω. Σύρε έξω στη βρύση, να πάρεις τον αέρα σου.

—Πάμε στην Εύρεση! του λέω.

— Στην Εύρεση;... τί Εύρεση;

Τον έσεισα πάλι, τον ετράβηξα βιαστικά με το χέρι μου, και τον εσήκωσα. Τότε μου είχε έρθει η στόχαση πώς έπρεπε να κάμω γλήγορα, για να προφτάσω τ' ασκέρι που έτρεχε τον ανήφορο, γιατί δεν ήξευρα αν ήτον πολύ κοντά ή μακριά, και τον δρόμο εγώ δεν τον ήξευρα. Έπειτα έπρεπε να προφτάσω να ιδώ την Περιστέρα, καθώς μισοθυμούμουν που μου είχε πει η κουμπάρα πως τίναζε τα φτερά.

Έσυρα τον Λευθέρη κι εβγήκαμε απ’ το μοναστήρι.

—Η χάρη της, του είπα, θα σε κάμει καλά.

Εκινήσαμε, καταπόδι σ’ άλλους, που τους βλέπαμε να τρέχουν μπροστά. Ήτον μεσάνυχτα. Περπατήσαμε κάμποσο ανήφορο, και σε λίγην ώρα φτάσαμε στη σπηλιά.

Ήτον μία σπηλιά ωραία, στο βράχο τον θεόρατο, με χρώμα σταχτερό, που έσταζε δροσιές ολόγυρα. Μοσχοβολούσε ο τόπος από θυμάρια, από σκίνους κι αγριοδυόσμο. Κόσμος ένα πλήθος, γυναίκες ένα σωρό, άνδρες πολλοί και παιδιά ένα μελίσσι, άλλοι ορθοί, άλλοι καθισμένοι, μερικοί άρρωστοι, από διάφορες ασθένειες, μισεροί και σακατεμένοι, βρίσκονταν εκεί, κι έκαναν το σταυρό τους. Ένας παπάς με το πετραχήλι έστεκε στη μέση· είχε κάμει Παράκληση, και τώρα ήτον στο τέλος. Έψελναν «Την πάσα ολπίδα μου», κι έκαναν μετάνοιες. Σαν είπε το «Δι’ αυκών» ο παπάς πάλι άρχισε να ψέλνει Αγιασμό, μέσα σε μια λεκάνη μεγάλη σαν κολυμβήθρα, φυσικά φτιασμένη στο βράχο, θεόχτιστη, ως φαίνεται.

Σαν άρχισε ο Αγιασμός, οι γυναίκες εψιθύριζαν η μια με την άλλη:

—Η Περιστέρα... τώρα θα φανεί!

— Τώρα θα κατεβεί η Περιστέρα!

— Να, τώρα... τώρα θα βγει η Περιστέρα.

Σε λίγην ώρα, κοντά στο τέλος του Αγιασμού, την στιγμή που ήθελε να βαφτίσει ο παπάς το Σταυρό στην λεκάνη, ακούστηκ’ έξαφνα ένα φρου-φρου, κι εβόιξ’ η σπηλιά, κι επαρουσιάστηκε για μια στιγμή, για όσην ώρα σας το λέγω, ένα ωραίο πουλί, μια περιστέρα, με άσπρα και σταχτιά και χρυσά φτερά, κι εφτερούγιασε, φρστ!... φρστ!,.. κι ετίναξε τα φτερά της, κι εχτύπησε με τα φτερά της το νερό, που ήτον μέσα στη λεκάνη του Αγιασμού, κι αμέσως έγινε άφαντη... Για δυο-τρεις στιγμές εξακολουθούσε, απ’ το θόλο της σπηλιάς, να πέφτει νερό μες στη λεκάνη, ύστερα έπαψε. Ο κόσμος εκοίταζε χωρίς φωνή, χωρίς πνοή... Ύστερα μονομιάς από πολλών τα στήθια εβγήκ’ ένα «Μέγας ει Κύριε!» και δυο-τρεις χωριάτισσες είπαν «Χριστός δε σερ-Μαρία! Χριστός δε σερ-Μαρία».

Την ίδια στιγμή εβούτηξ' ο παπάς το Σταυρό, κι έψαλε «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου», κι υστέρα όλος ο λαός, παιδιά, άνδρες, γυναίκες, έπεσαν με τα μούτρα στην αγιαστούρα του παπά και μέσα στη λεκάνη, κι έπαιρναν αγίασμα με τα φλασκιά τους, με τα τασάκια τους, κι έπιναν, κι εξεφωνούσαν: «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!»

Με πολύν κόπο, επήρα κι εγώ αράδα, κι έσυρα σπρώχνοντας με όλη την δύναμη μου το Λευθέρη απ’ το μπράτσο κι απ’ τις πλάτες, και μπορέ­σαμε με πολλά βάσανα να πλησιάσουμε τον παπά, και μας φώτισε με την αγιαστούρα του· ύστερα έσκυψα με το στόμα κι ήπια αγίασμα· ύστερα εγέμισα τις δυο φούχτες και τις έφερα στο στόμα του ανδρός μου να πιει.

Ήτον δροσερό, γλυκό νερό, αγίασμα· είχε μια δροσούλα και μια μοσκοβολιά που δεν ξανάγινε.

Κατόπι γυρίσαμε πάλι, με όλο το μελίσσι μαζί, κι εφτάσαμε στην εκκλησιά.

Το πουρνό, αφού ελειτουργηθήκαμε, δεν ξεχάσαμε να περάσουμε απ’ το μέρος όπου είχε τη στάνη του προσωρινά ο ψεβραδινός ο τσέλιγκας.

Μας έδωκε γάλα, γιαούρτι, χλωρό τυρί· υστέρα, σαν εψήθηκαν τ’ αρ­νιά, μας εφίλεψ’ ένα μεγάλο κομμάτι από παγίδια κι από πλάτη, κι εξεφαντώσαμε. Μία φαμίλια απ’ την Πλάκα, που κάθισαν εκεί κοντά να ξεφαν­τώσουν, μας εγνώριζαν· μας έστειλαν ένα φλασκί γεμάτο κρασί, κι ήπιαμε στην υγειά τους.

Περάσαμε πολύ καλά ολημέρα. Το βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι μας. Στη στράτα που γυρίζαμε, δεν είχε νυχτώσει ακόμα πολύ, και βλέπω ένα μικρό κομπόδεμα χάμου. Σκύφτω, το μαζεύω, τ' ανοίγω, και βλέπω που είχε μέσα τρία σβάντζικα. Η φαμίλια η Πλακιώτικη, που μας είχε φιλέψει το κρασί, μια γυναίκα με τον άνδρα της και με δυο παιδιά, είχαν ξεκινήσει κι εκείνοι πεζοί ολίγο μπροστά από μας, κι είχαν προπεράσει ως μια τουφεκιά τόπο. Κατ’ αρχάς έκαμα να βάλω το κομπόδεμα στην τσέπη μου, ύστερα είπα: «κι αυτοί φτωχοί σαν εμάς είναι, μην τους έπεσε, κι είναι κρίμα να το κρατήσω». Τους φωνάζω:

— Μη σας έπεσε κανένα κομπόδεμα !; Τί λογής ήτον, και πόσα λεφτά είχε μέσα;

Εψάχτηκαν.

—Όχι, μου είπαν δεν μας έπεσε τίποτε.

Τότε είπα κι εγώ, μπορεί να ’πεσε καμμιανής που να ’χει τον τρόπο της· κισμέτι ήταν· ας το κρατήσω.

Ο Λευθέρης ήτον πολύ καλύτερα. Εγύρισε όλο το δρόμο με τα πόδια. Η όψη του εκαλυτέρεψε πολύ. Είχε γυρίσει η όρεξή του, κι έφαε κι ήπιε καλά στο πανηγύρι. Σε λίγον καιρό έγινε καλά, εδυνάμωσε, κι έζησε, κι είναι τώρα ογδοντάρης, όπως τον βλέπεις. Το πρωί της άλλης ημέρας πηγαίνω στην Παναγίνα την γειτόνισσα.

— Να, πάρε κυρα-Παναγίνα, τα δυο σβάντζικά σου, και δώσε μου τ' αμανάτι μου.

Είχα χαλάσει το ένα σβάντζικο απ’ τα δυο πού με είχε αυτή δανείσει, έκαμα όλα τα έξοδα του ταξιδιού, έφαγα και ήπια καλά, έφερα και δυο μεγάλα κομμάτια τυρί στο σπίτι, καθώς και μισό καρβέλι από μαύρο ψωμί χωριάτικο, έδωσα τα δυο σβάντζικα τα δανεικά, και μου περίσσεψαν και δυο ακόμα σβάντζικα.

— Να, πάρ' το, κυρα-Λευθέραινα, το ταψί σου, μου λέει η Παναγίνα, αφού επήρε τα δυο σβάντζικα. Επήρα το ταψί μου, και να το, αυτό είναι!

Βρίσκετ' ακόμα, ύστερ’ από σαρανταοχτώ χρόνια.

Εσηκώθη, ύψωσε την χείρα εις το ράφι και μου επαρουσίασε χάλκινον αγγείον παλαιόν, ολίγον τρύπιον εις την μίαν άκρην.

___________________

Αφιερωμένο με ιδιαίτερη εκτίμηση στη Λουκία Σοφού.

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://arxipelagos.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Απρ 15, 2009 2:13 pm

Iδιαίτερη και η τιμή για μένα, Captain Nemo, για την αφιέρωση. Σας ευχαριστώ.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Πεμ Απρ 16, 2009 1:38 pm

O EΠΙΤΑΦΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

Α'

Φίλος τις, μεθ' ου συνωδοιπόρουν τας ημέρας ταύτας, ισχυρίζετο ότι πολλοί των Ελλήνων της σήμερον προτιμώσι να εκκλησιάζωνται εις μικρούς ναϊσκους ή εις μεγάλους και πολυτελείς ναούς. Η παρατήρησις αύτη έχει τι ορθόν, και η ιδότροπος ευλάβεια των τοιούτων πιστών δεν φαίνεται άτοπος, όταν μάλιστα αναλογισθώμεν ότι κυριολεκτικώς η πολυτέλεια εις τους ναούς είναι απηγορευμένη. Το ιδιάζον εις τους χριστιανικούς ναούς γνώρισμα είναι η σεμνότης και μεγαλοπρέπεια, το γνώρισμα δε τούτο δεν αποκλείει η ευτέλεια. Ενθυμείσθε τον υπό Περικλέους επιτάφιον παρά Θουκυδίδη. "Φιλοκαλούμέν τε γαρ με μετ' ευτελείας", έλεγεν ο μέγας πολιτικός των αρχαίων Αθηνών, όστις εμελέτησε πολύ και εψυχολόγησεν επί του βίου των συμπολιτών του. Τω όντι η ευτέλεια ουδέν άλλο είναι ή απλότης, ο τύπος δε ο χριστιανικός, ως και ο αρχαίος ελληνικός, θηρεύει την απλότητα. Τα κίβδηλα και ψευδόχρυσα, τα οποία βλέπετε εις ένα ή δύο των αθηναϊκών ναών, και υπούλως και θρασέως εισαγόμενα, αναρμοδίως όλως, υπό ανθρώπων αμαθών και απειροκάλων, δήθεν επιτρόπων των ναών τούτων, έπρεπε ν' απαγορευθώσιν υπό της μόνης αρμοδίας κεντρικής εκκλησιαστικής Αρχής, κυριαρχικά εξασκούσης δικαιώματα, κατ' αυτό το πολιτικόν μας Σύνταγμα, επί των καθαρώς εκκλησιαστικών πραγμάτων. Αλλ' ελλείψει τοιαύτης Αρχής έκαστος πράττει κατά το δοκούν αυτώ, εισάγων εις τους ιερούς ναούς καινά και ξενότροπα, νόθα και απηγορευμένα, και δεν είναι παράδοξον οι ούτω πράττοντες να νομίζωσιν ότι υπηρετούσι δήθεν την Εκκλησίαν, και ότι είναι άξιοι επαίνων και στεφάνων δια τον ζήλόν των. Η Εκκλησία έχει ένα παραδεδεγμένον τύπον, όν ουδείς δύναται αποινεί να παραβή, και ρητώς απαγορεύεται πάσα καινοτομία είτε εις την αρχιτεκτονικήν και γραφικήν και την λοιπήν των ναών διακόσμησιν, είτε εις την μουσικήν και την άλλην λατρείαν.
Φυγών της ημέρας ταύτης την βοήν και τον θόρυβον της μικράς ταύτης Βαβυλώνος, της ελληνικής πρωτευούσης, απήλθον μεθ' ενός φίλου να εορτάσω το Πάσχα εις έν των μεσογείων της Αττικής χωρίον. Ήλπιζον να εύρω ευλαβή τινα ιερέα, όστις να ηξεύρη αρκετά γράμματα, ώστε αναγινώσκων τα Ευαγγέλια να μη λέγη "τοις γραμματοίς" αντί "τοις γραμματεύσι", να έχη δε και αρκετήν συστολήν, ώστε να μη θεωρή το ιερόν Βήμα ως παρασκήνιον, όπου να διαπληκτίζηται ανέτως μετά των συλλειτουργών του. Και ηξιώθην του ποθουμένου. Εύρον ιερέα όστις απήγγειλε ταπεινώς μεν αλλ' απταίστως και τα δώδεκα Ευαγγέλια της ακολουθίας των Αγίων Παθών. Δεν πιστεύω να υπάρχωσι πολλοί τοιούτοι εις τα χωρία, αλλά τέλος υπήρξα ευτυχής. Εύρον ιερέα όστις ήξευρε καλώς την τάξιν της Ακολουθίας, ουδεμίαν δε αταξίαν ή χασμωδίαν επέτρεπεν. Αλλ' εύρον και λογικόν ποίμνιον ευλαβώς ακροαζόμενον της Ακολουθίας, δεν είδον δε παίδας ή γυναίκας ασυστόλως φλυαρούσας εντός του ναού, ούτε είδον επιτρόπους περιποιουμένους τας ευσεβείς κυρίας, και προσφέροντες αυταίς καθίσματα. Δεν υπήρχον εκεί κυρίαι, αλλά γυναίκες, και τούτο είναι μέγα πλεονέκτημα. Μία μόνη κυρία υπήρχεν εκεί εντός του ναού, η Παναγία.
Έμεινα ούτω ακροώμενος μέχρι τέλους της ακολουθίας και ασπασθείς τον Εσταυρωμένον, απήλθον να κοιμηθώ εις τον ταπεινόν οίκον του ξενίζοντός με χωρικού φίλου μου. Την επαύριον περί ώραν δεκάτην της πρωίας, ψαλλομένου του εσπερινού, προυτάθη εν μέσω τω ναώ το κουβούκλιον του Επιταφίου, και οι ευλαβείς χωρικοί εκόμισαν ευώδη άνθη, ρόδα και ία και λιβανωτίδα εν αφθονία προς διακόσμησιν του επιταφίου. Ο και άλλως ευώδης ναός εμυροβόλησε. Δύο δε γηραιαί χωρικαί, καθίσασαι εν τω ναώ μετά το τέλος του εσπερινού, υπεψιθύριζον χθαμαλή τη φωνή αλβανικόν μοιρολόγιον του Χριστού, ού δεν ηδυνήθην ν' αντιληφθώ τας λέξεις.
Περί ώραν ογδόην της εσπέρας αντήχησεν ο μικρός κώδων του ταπεινού παρεκκλησίου, και οι χωρικοί συνέδραμον ν' ακούσωσι την ακολουθίαν του Επιταφίου. Δύο χωρικοί ψάλται έψαλλον με αλβανικήν προφοράν, αλλ' όχι με πολλάς παραφωνίας το "Σινδόνι καθαρά" και το "Κύματι θαλάσσης". Κατά δε την θ' ωδήν, "Μη εποδύρου μου, μήτερ" ο ιερεύς εθυμίασε τον λαόν. Μετά την Καταβασίαν, ο λαός ήναψε τας λαμπάδας, και ο ιερεύς εξελθών πάλιν ήρχισε τα Εγκώμια. Σημειωτέον δε ότι ο ιερεύς, ακριβής τηρητής των Τυπικών, διέταξε πρότερον ν' αναγνωσθή ο Άμωμος, καλώς παρατηρήσας ότι δύσκολον μεν να στιχολογηθή ούτος άμα ψαλλομένων των Εγκωμίων, διότι, είπε, τα τοιαύτα τυπικώτερα δεν ευδοκιμούσιν εν τοις κοσμικοίς ναοίς, αλλά κατά το Τυπικόν της Μ.Εκκλησίας ο Άμωμος ουχ ήττον αναγινώσκεται, και πρέπει ν' αναγνωσθή. Και ηκούσθησαν λοιπόν εκεί, εν καταλλήλω ησύχω τόπω, όπου οι άνθρωποι δεν ανυπομονούσι πολύ, οι κατανυκτικώτατοι στίχοι του θεσπεσίου Δαυίδ. "Εις τον αιώνα ου μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι συν αυτοίς έζησάς με. Αγαλλιάσομαι εγώ επί τα λόγια σου, ως ο ευρίσκων σκύλα πολλά. Διά τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον. Ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγιά σου, υπέρ μέλι τω στόματί μου" κτλ. κτλ.
Εν τη πρώτη στάσει των Εγκωμίων ευρέθησαν επτά ή οκτώ αυτοσχέδιοι ψάλται. Εν τη Δευτέρα περιωρίσθησαν εις έξ και εν τη Τρίτη ηυξήθησαν αίφνης εις δέκα. Αίτιον τούτου είναι ότι το μεν συντομώτατον "Αι γενεαί πάσαι", ευκόλως άδεται υπό του πλήθους, το δε "Άξιόν εστί μεγαλύνειν σε", έχον είδος τι μουσικής στροφής, δυσκολώτερον τοις φαίνεται. Οι επίκουροι ούτοι ψάλται ήσαν εύρωστοι χωρικοί νεανίαι, και δεν τα έλεγον μεν απταίστως, αλλά δεν τα εδολοφόνουν ασυνειδήτως. Μόνος είς παραφώνως και ατάκτως έψαλλε, και ούτος ήτο διδάκτωρ της νομικής.
Μετά την συμπλήρωσιν των Εγκωμίων εψάλησαν αργώς τα Ευλογητάρια, οι Αίνοι και η Δοξολογία, και είτα δύο ρωμαλαίοι χωρικοί ήραν το κουβούκλιον του Επιταφίου λαμπρόφωτον και ανθοστόλιστον, και ήρξατο η λιτανεία εντός του χωρίου και πέριξ αυτού. Ο αγαθός ιερεύς, μεθ' όλον τον καταπνέοντα της Πεντέλης ψυχρόν άνεμον, εξήλθεν ασκεπής του ναού, και τετράκις διέταξε στάσιν και έκαμεν αιτήσεις, ο δε λαός έψαλλε το Κύριε ελέησον. Βραγχνόφωνος ψάλτης, όστις δεν ηξεύρω πώς ευρέθη εκεί, έψαλλε "Τον ήλιον κρύψαντα".
Κατά την εις τον ναόν επάνοδον μετά το "Άρατε πύλας", οι φέροντες τον Επιτάφιον χωρικοί, σταθέντες παρά τας παραστάδας της θύρας, ύψωσαν εις το υπέρθυρον του ναού το ιερόν κουβούκλιον, και πάντες οι κάτοικοι του χωρίου, κύψαντες εν ταπεινώσει διήλθον υποκάτω του Επιταφίου, κατά το εν τοις χωρίοις έθιμον. Έληξε δε η ακολουθία την ενδεκάτην ώραν, και πάντες απήλθομεν να κατακλιθώμεν, γλυκείας φέροντες εντυπώσεις.

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1887
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΙΩΝΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 884
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Παρ Απρ 17, 2009 11:27 am

ΕΛΙΝΑ έγραψε:

ΥΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ



Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…

Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.

Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.

[...]

Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.

Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.

Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»

Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»

Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:

-Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…

Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.

Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….

Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…

[...]
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1901)



Ο Λιαντίνης σημειώνει σχετικά:

Παράθεση :

Ο Παπαδιαμάντης μιλά για τον άνθρωπο, ακόμη και όταν φαίνεται πως δε μιλά για τον άνθρωπο.



Σ' ένα διήγημά του, από τον κορμό κάποιου δεσπόζοντα δρυ και βασιλικού, αναδύεται το στυλό ανάστημα μιας νύφης - δρυάδας. Τα εξαίσια λυγίσματα εκείνου του θηλυκού είναι ο δαίμονας - πειρασμός των αγίων. Οι στάλες της δροσιάς που στάζει το σώμα της γίνουνται αναμμένα κάρβουνα που πέφτουν και καίνε την ερωτική πενία και το ποθοπλάνταγμα σε όλους τους σεβνταλήδες. Και τέτοιος σαρκώθηκε ο οξύς ερωτισμός στη φαντασία του Παπαδιαμάντη και στα όνειρά του.
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ( 61 )

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
ΔΙΩΝΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 884
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Παρ Απρ 17, 2009 1:31 pm

Τ’ ΑΕΡΙΚΟ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ



Κάτω στα Bουρλίδια, καθώς κατηφορίζεις από τις Βίγλες, ανάμεσα Πλατάνα και Πετράλωνο, σιμά στης Γανωτίνας τον Μύλον, εκεί κατεβαίνει το ρεύμα χείμαρρος, νάμα, δρόσος και ίαμα, από τα όρη του θεού. Εκεί ευφροσύνη ορνέων, επαύλεις Σειρήνων, και καλάμη και χλόη˙ εκεί το όμμα απολαύει γωνίαν παραδέισου, και η ψυχή δροσίζεται, ως σώφρων Άννα, κινούσα τα χείλη εις προσευχήν, χωρίς να ακούεται η φωνή της, φωνή μυστηριωδώς ψιθυρίζουσα εις την καρδίαν : Συ εποίησας πάντα τα ωραία της γης, θέρος και έαρ συ έπλασας αυτά.

Τέσσαρα ή πέντε καλύβια αγροτών και βοσκών, αντικρύζοντα εις άλληλα, ήσαν κτισμένα επί των κλιτύων ένθεν κι ένθεν της κοιλάδος. Όλα τ' ανήλικα παιδία των αγροδιαίτων αυτών οικογενειών συνηγελάζοντο καθημερινώς προς το βάθος της ρεματιάς, κυλιόμενα μέσα εις τα παχέα χόρτα, ανάμεσα εις τας πυκνάς λόχμας καί τους καλαμώνας, παίζοντα εις τον ίσκιον των βαθυφύλλων δένδρων, τα οποία ηγκαλίζετο ο κισσός από της ρίζης σπειροειδώς ανέρπων μέχρι της κορυφής, σιμά εις το διαυγές ρεύμα του οποίου ηκούετο ο ψίθυρος, κελαρύζων βαθιά εις την ψυχήν, ενώ η αύρα έσειε μυστικά τους βαθυπρασίνους θάμνους, κι οι παπαρούνες έβαπτον με κόκκινα στίγματα όλα τα κατηφορικά χωράφια γύρω, εν μέσω πληθύος άλλων ποικιλοχρώμων ανθέων, οπού ενθύμιζαν το άσμα το ψαλέν εις τας εκκλησίας την ημέραν εκείνην την σεβάσμιον: «ανεδήσω στέφανον ύβρεως. ο την γην ζωγραφήσας τοις άνθεσι· και την χλαίναν την κοκκίνην εφόρεσας...» Κι εκεί τα πετεινά ευφραινόμενα επετούσαν από κλάδον εις κλάδον, ανταποκρινόμενα φαιδρώς με τα κελαηδήματά των εις τας χαρμόσυνους των παιδίων κραυγάς.

Ήσαν ο Στάθης κι ο Λευθέρης της Κρατήρας, δίδυμα επτά ετών, κι ο Γιώργης κι η Μαλάμω του Καρυοφύλλη επτά και έξ ετών, κι ο Κώτσος του Κοντονίκου, οκταέτης, κι ο Χαράλαμπος και το Τσιτσώ του Καλλιμάνη, έξ και πέντε ετών, όλα χαρούμενα, παίζοντα μέσα εις τας λόχμας, πηδώντα τα μικρά χανδάκια, καραβίζοντα φύλλα δένδρων ή ξυλάρια εις το νερόν του ρύακος. Την πρωΐαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, μία μικρά σπείρα από μάγκας της πολίχνης, ηλικίας από δώδεκα μέχρι δεκαπέντε ετών, είχεν εξέλθει εις εκδρομήν ανά την κοιλάδα, δια να κόψουν βέργες ίσως, δια να φάγουν κότσικα ανθοβολούντα εις τας λόχμας, δια να κλέψουν ρόδα από τας αιμασιάς και τους φράκτας των περιβολίων, ή δια να κυνηγήσουν φωλεάς πουλιών. Η συμμορία εισέβαλε θορυβωδώς μέσα εις τα Βουρλίδια, ηκούοντο αι άγριαι φωναί της μακράν, ατακτούσαν κι εκτυπούσαν τους θάμνους και κατέβαλλον τας καλαμιάς εις το έδαφος. Η μικρά αγέλη τών χωρικών παιδίων, άμα είδε και ήκουσε την σπείραν των παιδίων της πόλεως, τα οποία ήσαν πολύ μεγαλύτερα την ηλικίαν και το ανάστημα – εφαίνοντο δε αγριώτερα από τα τέκνα των αγροδιαίτων της κοιλάδος – ετράπησαν εις άτακτον και ραγδαίαν φυγήν.

Οι μάγκες της πόλεως έμειναν κύριοι του πεδίου, αμαχητεί. Είς μόνος εκ της σπείρας των, ο Μιχάλης ο Βεργής, κρατών μακράν βέργαν την οποίαν αρτίως είχε κόψει από έν δένδρον και την είχε πελεκήσει με τον γκέκαν, τον κυρτόν σουγιάν του, ευχαριστήθη να κυνηγήσει εν παιδάριον εκ της συνοδίας, τον Κώτσον του Κοντονίκου, όστις είχε μικράν χωλότητα εις τον αριστερόν πόδα κι αργοπατούσε, μείνας τελευταίος από όλην την αγέλην την παθούσαν το πανικόν πάθημα. Ο Μιχάλης ο Βέργης τον έφθασε, τον έψαυσε με την μακράν ράβδον, και τον έκαμε να πέσει κάτω, αν δεν είχε πέσει ήδη από τον φόβον του, πριν τον φθάσει η βέργα του Μιχάλη. Το παιδίον, αρχίσαν να κραυγάζει και πριν πέσει, έβαλε σπαρακτικάς φωνάς αφού έπεσε, κι εβάρεσεν, ως φαίνεται, εις το πόδι του το πονεμένον. Όλαι αι ηχοί των κοίλων βράχων, και των απορρώγων κρημνών και των καθέτων κλιτύων της βαθείας κοιλάδος, εξύπνησαν από τας κραυγάς του μικρού Κώτσου, καθώς είχε πέσει ανά το ολισθηρόν χώμα, δίπλα εις τον υγρόν χορταριαμένον βράχον, άνωθεν του ρεύματος.

Από το αντικρυνόν καλύβι, το πλησιέστερον εις τον βράχον τον βρεχόμενον από τον ρύακα, κάτω από την φυλλάδα των κισσοειδών θάμνων και το σύμπλεγμα της αγραμπελιάς και των αιγοκλημάτων εξήλθεν η γρια–Κοντονίκαινα, η μάμμη του μικρού Κώτσου. Είχεν αποθάνει η νύμφη της προ χρόνων, και αυτή είχεν αναθρέψει το παιδίον, και το ηγάπα ως « δυό φορές παιδί της ». Χωρίς να εξακριβώσει καλά τι είχε συμβεί, ήρκει ότι είδε τον Μιχάλη να κρατεί ακόμη τεταμένην την βέργαν του, και το παιδίον να κείται χαμαί, ησθάνθη ότι το εγγόνι της είχε πάθει κακόν τι από τον μάγκαν της πόλεως, και ήρχισε συνάπτουσα τας χείρας να ονειδίζει και να καταράται.

- Βρε συ, σκύλε αγαρηνέ, τι έκαμες ! … Τι σου έφταιξε το παιδί, το σακάτικο, και το κυνηγάς ; … Κακό αερικό να σου’ ρθει απάνω σου, να σε μαράνει, σαν εκείνο το δεντρί, εκεί ! …

Όλη η μικρά συμμορία των αγυιοπαίδων τότε, με έν βλέμμα και με έν κίνημα απέβλεψεν εις το μέρος όπου έδειξε διά της χειρονομίας της η γραία. Υπήρχε τω όντι μία κηλίς εις την φαιδρά πασχαλινήν εικόνα της ανοίξεως και της καλλονής. Έν δέντρον, αχλαδιά, ίστατο εκεί, επί του κατωφερούς της κλιτύος, με μαραμένα φύλλα και άνθη, με χρώμα τέφρας και σποδού επί της κορυφής και των κλώνων του˙ πολύκλαυστον κούτσουρον, απειλητικόν, παραπονεμένον. Είχε περάσει « αερικό » από πάνω του, και το είχε μαράνει διά μιας, προώρως, εν πλήρει ανθήσει. Ίστατο εν μέσω των άλλων δένδρων, ως φάντασμα εν μέσω ζώντων.

Τα παιδία ετράπησαν εις φυγήν. Η πικρή αρά της γραίας και το θέαμα του απεξηραμμένου δένδρου τα κατεπτόησεν. Αλλ’ ο Μιχάλης του Βεργή έμεινε τελευταίος, οπίσω από τους άλλους, καθώς είχε μείνει προ ολίγων λεπτών, τελευταίος από την συνοδίαν του, ο Κώτσος του Κοντονίκου.

Την νύκτα εκείνην, νύκτα Αναστάσεως, η Ανάστασις ετελείτο εις τον ναΐσκον του Αϊ – Γιώργη της Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα άνω από τον ανήφορον του λόφου, όχι μακράν από τα τέσσαρα καλύβια της κοιλάδος των Βουρλιδίων. Εκεί ανήφθησαν φαιδραί λαμπάδες ανάμεσα εις τα δένδρα, κάτω από τα γλυκά λάμποντα άστρα του ουρανού, πριν ανατείλει ακόμη η σελήνη. Και ήσαν εκεί όλοι οι βοσκοί κι οι βοσκοπούλες του διαμερίσματος, φορούσαι τα στολίδια των τα πασχαλινά, ευφραινόμεναι και απολαύουσαι την άρρητον χαράν και ευωδίαν του Πάσχα.

Εις το τέλος της χαρμοσύνου λειτουργίας όλοι οι αγρόται, χριστιανοί και χριστιαναί, εμετάλαβαν εκ «του καινού τής αμπέλου γεννήματος». Αλλ’ η γρηά Κοντονίκαινα είχεν εξομολογηθεί εις τον παπά- Ησύχιον πριν αρχίσει ακόμη η θεία ακολουθία.

Ο παπάς ηρνήθη να την μεταλάβει. Διηγήθη δύο ή τρία αληθή γεγονότα, πώς, προ ολίγων χρόνων η γρηά Κυρατσούλα το Μοσχοβάκι, αποθανούσα τω 1864, ενώ επήγαινεν ένα πρωί εις το σπίτι του γυιού της, εσπρώχθη καθ’ οδόν από έν άτακτον παιδίον, υιόν οικογενείας, τον Ευτύχη του Παυλίνη, και πεσούσα επάνω εις την κοπτεράν γωνίαν μιας οικοδομής –του δημοτικού Σχολείου– έθραυσε την μίαν των πλευρών της. Η γραία εξέφερεν ένα γογγυσμόν, μίαν αράν˙ « να κοπεί το χεράκι του!» Και ύστερον από χρόνους, ο Ευτύχης του Παυλίνη, όταν έγινεν ανήρ, επανέκαμψεν από την Αίγυπτον, όπου είχε διατρίψει επί καιρόν εμπορευόμενος, μ’ ένα και μόνον χέρι. Είχε χάσει την δεξιάν του χείρα εν ώρα συμπλοκής, τις οίδεν, ίσως εκ μέθης. «Τώρα, τι εκέρδισε η γρια-Κυρατσούλα; προσέθηκεν ο ιερεύς. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος.»

Παλαιότερον ακόμη, η γρια-Σινιώρα, η μήτηρ αυτής της Κυρατσούλας, επέζη ογδοηκοντούτις, ενώ οι τρεις υιοί της ιερομόναχοι, μονάζοντες εις την Παναγίαν την Κουνίστραν – ο παπα-Καλλίνικος, ο παπα-Ιωσήφ, και ο παπα-Ευγένιος – είχον προαποθάνει. Μίαν των ημερών, ο προεστώς του χωρίου, ο γέρω-Καλοειδής, την ηνώχλησε και της είπεν : Εσύ γριά στρίγλα, που εψωμόφαες και τους τρεις γυιους σου, και συ ακόμη ζεις ! . Η γρια-Σινιώρα εταράχθη, έγινε κάτωχρος, και τρέμουσα είπεν : « Όπως μ’ ετάραξε να τον ταράξει!». Ολίγω ύστερον, τρεις υιοί του Καλοειδή εχάθησαν, ο είς από πνιγμόν, ο άλλος από συγκοπήν, και ο τρίτος από πυρ, και ο γηραιός πατήρ των επέζη ακόμη. « Τώρα τι εκέρδισεν η γρια-Σινιώρα; … Ευλογείτε και μη καταράσθε, είπεν ο Κύριος ...»

Πού να μας ξεσυνερισθεί ο Θεός ! είπεν ο ιερεύς. Είναι μεγάλη η μακροθυμία του. Ευτυχώς δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλ’ όμως συμβαίνουν κάποτε, ει και σπανίως, παράδοξα πράγματα, τα οποία είναι προωρισμένα να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα. Στα χίλια ένα ! Το καλόν είναι να φυλάγει κανείς τον θυμόν του και την γλώσσαν του, και αν τυχόν αδικείται, «έκαστος έχει τον κρίνοντα αυτόν».

Και μάλιστα επέφερεν ο πάπα-Ησύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην υψηλήν και πανσέβαστον ημέραν, υπερέχουσαν πασών των ημερών, όπως το Μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως να προσέχει τις, όπως μη εξέλθει κατάρα από το στόμα του. Πολλάκις δε η τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος προς το πταίσμα, και φαίνεται ως να έγινε προς τιμωρίαν όχι τόσον του πρώτου πταίστου, όσον εκείνου όστις εβαρυθύμησε, και εχολώθη, και αφήκε πικράν κατάραν να εκφύγει το έρκος των οδόντων του.

Περί τα μέσα της Διακαινησίμου εβδομάδος ήλθεν εις τα Καλύβια το άγγελμα ότι ο Μιχάλης του Βεργή είχε πέσει αιφνιδίως άρρωστος από το δειλινόν του Μεγάλου Σαββάτου, και μετά συνεχή πυρετόν επί τρείς ημέρας, εσηκώθη από την κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, και μετά κόπου αναπνέων. Εφαίνετο ότι είχε περάσει «αερικό» από πάνω του, και τον εμάρανε.

Ευλογείτε, και μη καταράσθε, είπεν ο Χριστός.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1907)
______________
Ξημερώνει Μέγα Σάββατο θυμίζω... Ό,τι λογαριασμούς έχετε ανοικτούς, ιδού η ευκαιρία!!!

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Σαβ Απρ 18, 2009 4:01 pm

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

Β'

Την πρωίαν του Μ. Σαββάτου εσήμανεν ο κώδων την λειτουργίαν. Μεταξύ του ιερέως, του φιλοτίμου χωρικού κύρ Γιάννη, και του φιλοξενουμένου υπ' αυτού, είχε συμφωνηθή, ότι η λειτουργία θα εγίνετο βραδύτερον, κατά την ογδόην ώραν, αλλ' εναντίον της συμφωνίας έγινε ταχύτερον μάλιστα και της εβδόμης. Επωφελούμενος ο αγαθός χωρικός κύρ Γιάννης το φίλυπνον και οκνηρόν του ξένου του, εσκέφθη να τον αφήση να κοιμηθή μέχρι της ογδόης, και απελθών εις τον ναόν ανέγνω μεν αυτός τας Προφητείας, συνέψαλε δε μετά του ιερέως και το "Ανάστα ο Θεός", και ο ξένος του έμεινε κοιμώμενος νήδυμον.
Η νυκτερινή ακολουθία δια την Ανάστασιν έμελλε να σημάνη ενωρίς, την δεκάτην ώραν, τούτο δε δια να λάβωσιν είδησιν και οι πόρρω κατοικούντες ποιμένες και βοσκοί, να προλάβωσι την Ανάστασιν. Ο Ευλογητός δεν θα ελέγετο αμέσως, αλλά την ενδεκάτην ώραν, η δε πρώτη κρούσις του κώδωνος ήτο απλώς μήνυμα προς τους "τηλού των αγρών οικούντας", βοσκούς και κολλήγους. Αλλ' ο ευλαβής ιερεύς, όστις, δεν ενόει να παραλίπη εκ του Τυπικού ουδέ κεραίαν, εισελθών μόνος εις τον ναόν από της ογδόης και ημισείας, έμεινεν αναγινώσκων τας Πράξεις των Αποστόλων. Μόλις όμως αντήχησεν η πρώτη του κώδωνος δόνησις, και ο φιλόξενος αγρονόμος* κυρ Γιάννης, λαβών την υπερμεγέθη λαμπάδα του, ήν είχε παραγγείλει εξ Αθηνών, όλην εκ καθαρού κηρού, λησμονήσας τας εσπερινάς συνθήκας, καθ' άς ο πρώτος κώδων θα ήτο δια τους απωτέρω οικούντας αγροδιαίτους πιστούς, έσπευσε να έλθη εις την εκκλησίαν. Το παράδειγμά του εμιμήθησαν και άλλοι των συγχωρικών, και τότε ο αγαθός εφημέριος ηναγκάσθη να βάλη Ευλογητόν πρό της ώρας. Εψάλησαν όμως αργά τα τροπάρια του Κανόνος "Κύματι θαλάσσης", εψάλησαν τριπλά και τετραπλά, και ούτω την δωδεκάτην ώραν του μεσονυκτίου ακριβώς ετελέσθη η Ανάστασις.
Αλλ' όσον και αν φεύγη τις τας Αθήνας και την τύρβην των, όσον αμιγώς και αν επιθυμή να εορτάση τας ημέρας ταύτας, το φάσμα του νεωτέρου πολιτισμού τον ακολουθεί παντού βήμα προς βήμα, τα προϊόντα των νεωτέρων εφευρέσεων τον καταδιώκουσιν, αδύνατον δε να μείνη τις ήσυχος ουδέ στιγμήν. Βεγγαλικά φώτα και άλλα βέβηλα πράγματα εκάησαν προκλητικώς έξω του ναού, ευθύς ως εξήλθομεν να κάμωμεν Ανάστασιν, ο δε ανεκτικώτατος ιερεύς δεν ενόμισεν φρόνιμον να τα απαγορεύση. Ο καπνός αυτών συνεφύρθη ανευλαβώς με την ιεράν ευωδίαν του θυμιάματος, ο κρότος των πυραύλων ανεμίγη με τον ήχον του κώδωνος. Τέλος επανήλθομεν εις τον ναόν, και ήρξατο ψαλλόμενον το "Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί". Οι καλοί χωρικοί μετά μεγίστης ευλαβείας ηκροώντο τα ιερά άσματα, ο δε αξιόλογος ποιμήν Ν. Σκούφος, προσενεγκών ευσεβώς ανήρτησεν επί του δεξιού μανουαλίου, ενώπιον της εικόνος του δεσπότου Χριστού, τσαντίλαν νωπού τυρού, άλλο πασχάλιον έθιμον των αγροτών της Ελλάδος.
Μεγίστη τάξις και θρησκευτική προσήλωσις επεκράτει καθ' όλην την ακολουθίαν. Μόνον δύο ή τρεις κύριοι και άλλαι τόσαι κυρίαι ευρίσκοντο απ' αρχής εν τω ναώ, αλλά μετά την Ανάστασιν απήλθον να κοιμηθώσι, καλώς πράξαντες, διότι το παρεκκλήσιον ήτο στενόχωρον, και αποχωρήσαντες αφήκαν τόπον δια τους λοιπούς. Μεταξύ των άλλων εκκλησιαζομένων διέπρεπεν ο αξιοσέβαστος μπαρμπα-Τσάμης, απόστρατος ενωμοτάρχης της χωροφυλακής, διακριθείς εις την καταδίωξιν της ληστείας, και δυνάμενος να διηγηθή εν είδει εποποιίας όλην την μακράν ιστορίαν των κατορθωμάτων της. Ομοίως ο Νικόλας, όστις διέπρεψεν εις όλας τας επαναστάσεις της Θεσσαλίας και της Κρήτης, και ηξεύρει εκ στήθους όλην την ιστορίαν τούτων, και ο Αντώνης, ο επιλεγόμενος βουλγαρομάστιξ, όστις είναι ιστορία μόνος του.
Γενομένου του ασπασμού, ήρξατο η λειτουργία μέχρι της 2ας ώρας προς όρθρον. Ότε ελάβομεν το αντίδωρον και εξηρχόμεθα εκ του ναού, άλλο γνήσιον ελληνικόν έθιμον εφείλκυσε την προσοχήν μου περί την θύραν της εκκλησίας. Είς των χωρικών, όστις εκτελεί χρέη επιτρόπου εν των παρεκκλησίω, διένειμεν εις τους εξερχομένους ωά κόκκινα, προσφωνών ενί εκάστω το Χριστός Ανέστη. Έλαβον το δοθέν μοι ωόν, και εγκαρδίως ηυχήθην εις τον αγαθόν χωρικόν πάν καταθύμιον.
Τότε έκαστος των χωρικών, φέρων ανημμένην την λαμπάδα, απήλθεν οίκαδε. Το κατ' εμέ, αφού επεσκέφθην δια βραχέων τον φιλόξενον χωρικόν κυρ Γιάννην, μετέβην εις το μικρόν μαγαζίον του χωρίου, και εκεί απήλαυσα επί μακρόν χρόνον την ηδονήν της συνδιαλέξεως μετά των χωρικών, ανθρώπων με ανοικτήν καρδίαν. Είς αυτών είχε φέρει εκ της οικίας του σούπαν και βραστόν, τυρόν και αυγά κόκκινα, και εγεύθημεν ομού το πασχάλιον. Εν τω μεταξύ είχεν αρχίσει να γλυκοχαράζη, και επειδή δεν ενύσταζον, εσκέφθην, ότι το καλύτερον ήτο να περιμείνω την ανατολήν του ηλίου, και την διάβασιν της αμαξοστοιχίας του σιδηροδρόμου Λαυρίου. Παρήλθον δε ανεπαισθήτως αι ώραι εν τω μέσω της φαιδράς συνδιαλέξεως, του Χριστός Ανέστη, της συγκρούσεως των ποτηρίων, της μαρμαρυγής του ρητινίτου, και του εαρινού των στρουθίων κελαδήματος.
Μεταβαίνων εις τον σταθμόν, μίαν ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, συνήντησα δύο ή τρεις ομίλους εορταζόντων, και οι οβελοί των αμνών περιεστρέφοντο ήδη επί του πυρός. Αλλά μοι έκαμαν εντύπωσιν δύο ωραίοι νέοι Λιδωρικιώται, οίτινες έψηνον το αρνίον κατά τον τελειότερον εκ των γνωστών και παραδεδεγμένων τρόπων. Οι πρόσθιοι πόδες του αμνού δεν εφαίνοντο, χωμένοι εντός της σαρκός, το έντερον περιέβαλλεν επτάκις η οκτάκις ως ζώνη έξωθεν τον αμνόν, οι νεφροί, χωρίς ν' αποσπασθώσιν εκ των σπλάγχνων, ευρίσκοντο εκατέρωθεν προσκεκολλημένοι έξωθεν, ομοίως και τα δίδυμα, μετά των ριζών τανυσμένων, ευρίσκοντο επί του ισχίου. Την πυράν δεν είχον ανάψει με κλήματα, αλλά με κορμόν αγρίου δένδρου. Μοι είπον, ότι τα κλήματα είναι ο ευκολώτερος τρόπος, αλλά "δια τους ατζαμήδες".
Τους ηρώτησα αν αληθεύη, ότι οι παλαοί κλέπται ήξευραν μίαν άλλην τέχνην, να ψήνωσι το αρνίον χωρίς να φαίνεται ουδαμόθεν καπνός. Μοι απήντησαν μειδιώντες, ότι τούτο δεν αληθεύει, ή τουλάχιστον δεν εφαρμόζεται σήμερον, διότι δεν είναι ανάγκη, υποθέτω, αλλά το μόνον σωστόν είναι ότι έσκαπτον λάκκον, έθετον εντός το αρνίον "μες στο ίδιο το αρνιακό*", το έχωνον, ήναπτον πυρ άνωθεν "όσο να τυφλοκαίγη*" και ούτω το αρνίον αντί να ψηθή έβραζεν, ήρκει να μη εισήρχετο αήρ μηδαμόθεν. Τους ευχαρίστησα δια τας πληροφορίας ταύτας, ως και δια το σπληνάντερον και την πλόσκαν, δι' ων μ' ετίμησαν, εσύριξεν η ατμάμαξα, έφθασε το τραίνον και επεβιβάσθην δια το Άστυ.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,1887


αγρονόμος, αγροδίαιτος, χωρικός
αρνιακό , προβειά, το δέρμα του αρνιού
τυφλοκαίω, (για φωτιά) καίω χωρίς να φαίνεται η φλόγα μου
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Σαβ Απρ 18, 2009 6:00 pm

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ



Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπάρμπα‐Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον, καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτά, διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ‐Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινομένας ἀκτὰς ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους, τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες», ὅπως τοὺς ὀνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του, ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπᾶ‐Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς διετύπωσαν γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα‐Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης, χωρικός, ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα» καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε» ‐ οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια, νὰ τοὺς λειτουργήσῃ. Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶ‐Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μὲ τινὰς τῶν ἐξωμεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτον ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις . Ἠκούετο μάλιστα, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον.

Ὁ ἐφημέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος. Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ‐Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος, καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν.

Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ‐Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο. Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ‐Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὄτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ.

Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει», καὶ ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς, κρούων, ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς. Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν. Ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ «Κύματι θαλάσσης». Ὁ παπᾶ‐Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ «Δεῦτε λάβετε φῶς». Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Σαβ Απρ 18, 2009 6:05 pm

ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ - συνέχεια

Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps». Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες .

Ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεὺς ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης, ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἠτοιμάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί, ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσόρμησεν εἰς τὸ ναΐδριον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαετὴς περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶ‐Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις:

«Παπᾶ, παπᾶ!...» ( Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των). «Παπᾶ, παπᾶ!... Ὁ παπᾶ‐Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα.. . τὶς λειτουργίες.. . ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ‐Βῆμα ἡ πεθερά του.. . κι ἡ παπαδιά.. . κουβαλοῦν.. . ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα.. . τὶς λειτουργίες.. . ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ‐Βῆμα.. . κι ἡ πεθερά του.. . κι ἡ παπαδιά...»

Μόνον ὁ παπᾶ‐Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα:

«Ὁ παπᾶ‐Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς , μεταβιβάζων αὐτᾶς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὖτος ἀγαπῶν, ὡς ὅλοι οἱ νέοι, τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀμήλικας.

Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ‐Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἤμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του.. . ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾿ ὁ μπάρμπα‐Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του. Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη:

«Παπᾶ, παπᾶ, ποῦ πᾶς;»

«Θὰ ῾ρθῶ, βλογημένε, τώρα ἀμέσως πίσω».

Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν, νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν, ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

«Ποῦ πᾶς;» ἐπέμενεν ὁ μπάρμπα‐Μηλιός.

«Ἂς διαβάζῃ ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».

Ἐλησμόνει, ὅτι ὁ μπαρμπ᾿‐Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα, ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν. «Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου ἐδῶ, βλογημένε», ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ‐Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!» Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπάρμπα‐Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ. «Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ», ἐψιθύρισε.

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο. Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα. Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Σαβ Απρ 18, 2009 6:15 pm

ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ - συνέχεια

Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του. «Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά», ἔλεγεν, «ὀκτώ, μὲ τὸ συμπάθιο, κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!»

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὐρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν. Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν, ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ; ) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμηθείς, ἀνένηψεν.

«Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω», εἶπε, «καὶ πίνω νερό;» Καὶ δὲν ἔπιε. Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν. «Τί κάμνω ἐγώ», εἶπε, «ποῦ πάω;» Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν: «Ἥμαρτον, Κύριε! Ἥμαρτον! Μὴ μὲ συνερισθῇς». Ἐπανέλαβε δέ:

«Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν.. . συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου...»

Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του. «Ὤ, Κύριε», εἶπεν ὁλοψύχως, «ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα».

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ. «Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό», εἶπε. «Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω. Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!... Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!... Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!» Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον. Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικὸν καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Δευτέραν Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν. Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων. Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς. Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία‐ Κρατήρως, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθῶ, δεκαπεντούτις κόρη, ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε, λέγουσα: «Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα.. . Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»

Τὸ βέβαιον ἦτο, ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει, οὔτ᾿ ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος, καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.

Ὁ παπᾶ‐Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαχρινήν, ἀγαθοτάτην, ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στερφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.

Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα‐Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων. Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα‐Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς: «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!» Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν: «Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ‐πέρ‐τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!» . Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅμως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν. «Μπρόμ!» «Πιὲ κι δώ᾿ μ᾿!» «Μὲ κρασί!» «Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη μ᾿ τὴ χρυσή!» Καὶ πιὼν αὐτὸς μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη. Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα‐Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο. Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα‐Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι . Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια.

Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου ( διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα‐Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα‐Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε ‐ νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά.

Τί ἔθιμα! Ὁ μπάρμπα‐Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:

Κ᾿στὸ ‐ μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον μπατήσας κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι ζωήν, παμμακάριστε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ

«Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ...»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες! Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος ( διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην, ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπᾶ‐Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπᾶ‐Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς. Ἐντούτοις ὁ παπᾶ‐Θοδωρῆς οἴκοθεν τῷ εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον του εὐρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπᾶ‐Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξώθυρας τοῦ ἁγίου Βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν, ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται( ; )», εἶπεν, «ἅμα μᾶς ἰδῇ μίαν καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργίες, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!» Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Σαβ Απρ 18, 2009 9:49 pm

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ



Η Ανάστασις του Χριστού, Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! αδελφοί.
"Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται, Πάσχα καινόν άγιον, Πάσχα μυστικόν…"

"Ώ θείας! ώ φίλης! ώ γλυκυτάτης σου φωνής! μεθ' ημών αψευδώς γαρ, επηγγείλω έσεσθαι, μέχρι τερμάτων αιώνος Χριστέ∙ ήν οι πιστοί άγκυραν ελπίδος, κατέχοντες αγαλλόμεθα". "Ώ Πάσχα το μέγα, και ιερώτατον Χριστέ! ώ σοφία και λόγε, του Θεού και δύναμις, δίδου ημίν εκτυπώτερον σού μετασχείν, εν τη ανεσπέρω, ημέρα της βασιλείας σου".


Γένοιτο.

Πλην, ο δημιουργός, ο ποιητής των πάντων, επέβαλεν εις τον παρ' αυτού κτισθέντα ορατόν και αόρατον κόσμον, το κάλλιστον κόσμημα, την τάξιν, και εν τη κοινωνία έτι των ανθρώπων αδύνατον να ευαρεστήση Θεώ ή και να ευφράνη τους ανθρώπους, ό,τι άνευ τάξεως γίνεται. Η τάξις είναι αυτόχρημα αρετή, δυνάμεθα δε κατά πλατυτέραν έννοιαν να είπωμεν ότι η αρετή ουδέν άλλο είναι ή τάξις.
Εν Αθήναις, όπου κυρίως διαιτάται λιμνάζουσα, και εξ αναριθμήτων επαρχιακών φλεβών τρεφομένη, η πολυκέφαλος αυτή Ύδρα, η πολυκοιρανίη, την οποίαν ο μεμακρυσμένος ημών πρόγονος και μέγιστος των ποιητών, όταν την κατεδίκαζε, δεν εφαντάζετο βεβαίως, ότι και μετά τρισχίλια έτη θα εξηκολούθει να ζη αύτη εις την πατρίδα του και να βασιλεύη, εν Αθήναις, λέγω, τα πάντα, και θρησκευτικά και κοινωνικά και άλλα, μορφούνται κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν της πολιτικής, και ουδ' υποφώσκει ελπίς τις περί θεραπείας της παρούσης αθλιότητος. Εν Αθήναις, κατά τας αγίας ταύτας ημέρας, εν μεν τη πόλει θόρυβος, φροντίδες, φωναί, κίνησις, πυροκρόταλα, πυροβολισμοί κινδυνωδέστατοι εις την ζωήν των ανθρώπων∙ εν δε τοις ναοίς αταξία, σύγχυσις, δισκοφορία, έφοδος, θρίαμβος και οριστική επικράτησις του γυναικείου φύλου, βλέμματα, γέλωτες, στάγματα λαμπάδων, συνδιαλέξεις, ψίθυροι, θόμβος φωνών, και εν μέσω όλου αυτού του θορύβου, δύο δυστυχείς άνθρωποι, ο ιερεύς και ο ψάλτης, εκλαρυγγιζόμενοι, όπως εκφωνώσι λέξεις, εις τας οποίας ολίγοι προσέχουσι, και ολιγώτεροι τας εννούσιν.
Αι ευλαβείς κυρίαι ακράτως ευρωπαϊζουσαι, εγκαταλιπούσαι από δεκάδων ετών ήδη τους οχλήρους γυναικωνίτας, διεχύθησαν εφ' εκάτερα του ναού, εισβάλλουσαι κατά μήκος και πλάτος, πολιορκούσαι τους ψάλτας εις τον χορόν και τους ιερείς εις το ιερόν Βήμα. Εις τον γυναικωνίτην, ποία θα κατεδέχετό ποτε να αναβή; Και μήπως οι γυναικωνίται έγιναν δια τας γυναίκας; Εις μίαν εκκλησίαν των Αθηνών, εις επίτροπος εφιλοτιμήθη προ ετών δι' εξόδων [του] να κάμη ένα ωραίον γυναικωνίτην και τον έκαμεν ο ευλογημένος τόσον χαμηλόν, ώστε, αν δεν εγγίζουν αι κεφαλαί των ισταμένων εξ αμφοτέρων των πλευρών εις τον όροφον, να γίνεται τουλάχιστον ο αήρ τόσον πνιγηρός, ώστε αι κυρίαι αι τόσον υποκείμεναι εις λιποθυμίαν να αισθανθώσι την ανάγκην όπως αναπνεύσωσι ανώτερον στρώμα αέρος επάνω. Αλλ' ηπατήθη οικτρώς. Ουδεμία των κυριών απεφάσισέ ποτε ν' αναβή εις τον γυναικωνίτην. Όσαι εστενοχωρούντο υπό τον χαμηλόν όροφον, παρεισήλθον μικρόν κατά μικρόν εις τον εν τω μέσω του ναού τριών πήχεων πλάτους χώρον, τον μένοντα τέως ελεύθερον δια τους άνδρας, έκοψαν ένα πήχυν εντεύθεν και ένα εκείθεν, αφείσαι στενοτάτην λωρίδα εν τω μέσω, τοσούτον χώρον, όσος αρκεί δια να ίστανται οι δυστυχείς άνδρες a la file indienne.* Και δεν ήσαν ευχαριστημένοι! Και τίς ο λόγος, σας παρακαλώ, δια να ίστανται χωριστά από τας γυναίκας; "Τι τάχα τις φοβάστε τις γυναίκες;" Έλεγε σεβασμία δέσποινα πεντηκοντούτις∙ "τάχα απ' τις γυναίκες δε βγήκατε;"

Χρόνον με τον χρόνον, όσον γηράσκει τις, κυριεύεται από την επιθυμίαν, να ευρίσκετο τας ημέρας αυτάς εις μικρόν, σμικρότατον χωρίον, να ήκουεν όλας τας ακολουθίας των αγίων εορτών εις έν μικρόν εξωκκλήσιον, όπου να υπήρχεν είς ιερεύς σεβάσμιος, πράος, ενάρετος, και είς ψάλτης με ταπεινήν αλλά γλυκείαν φωνήν - δια να αισθανθή όλην την ποίησιν και το κάλλος των εορτών, να δοξάση τον Χριστόν, και να εορτάση μετά των προσφιλών του το Πάσχα, ευχόμενος ν' αξιωθή και του διαρκούς, του ουρανίου Πάσχα, εν τη ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Κυρ Απρ 19, 2009 1:06 am

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κομνιανάκαινα, ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις.

Τὰ δυὸ ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις.
Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ῾χα.


Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἠτοιμάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσω δυὸ γογγυσμῶν, ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινο- ἐρχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.

- Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα, στὸ νεροχύτη!

Κ᾿ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. Βεβαίως ἡ γριὰ - Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾿ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πράγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς μίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὔτη νὰ τὴν ἐγγίση κἄν, ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.

Ὁ καπεταν-Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾿ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀποθάνη, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὠμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρυμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.

Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις!Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της. Ξού, ξένη!...

Ὡς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.

Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾿ ἀποκτήση μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε, οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸν μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾿ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρός, τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της, ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλαῖται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἠξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον κ᾿ ἔλεγεν:

- Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή!
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Κυρ Απρ 19, 2009 1:10 am

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ - συνέχεια

Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος.

Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:

Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
................................................................
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.


Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.

Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾿ ἐαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾿ ἀνεδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.

Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του.

Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραμύθι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!»

Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἷς μίαν γωνίας, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θα᾿ ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄμ᾿ δὲ θὰ᾿ ρθῆ!»
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Κυρ Απρ 19, 2009 1:11 am

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ - συνέχεια

Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὠδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυόπνοουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾿ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος.

Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!

Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾶ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἠτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς.

Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη...

Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! Τί θρίαμβος! Φαντασθῆτε ὡραίας μικρᾶς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾿ ὃ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.

Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.

Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾿ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην.

Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας, εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.

Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τᾶς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.

Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφότερα.

- Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
- Ὄχι, ἡ δική μου.
- Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾿ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.
- Ἐμένα ἡ μάννα μ᾿ τὴν ἐστόλισε μονάχη της.
- Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾿;
- Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾿!
- Τέτοια παλιολαμπάδα!
- Ναί, παλιολαμπάδα;... νά!...
- Νὰ κ᾿ ἐσύ!
- Νὰ κι ἄλλη μιά!


Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.

Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν μαστίζουν, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν.

Καὶ ὕστερον ἢ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἷς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!

Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δυὸ τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.

Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολεττί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δυὸ παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδη πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.

Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!

Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον:

«Ὢ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τρι Απρ 21, 2009 10:37 am

Δεν είναι πασχαλινό το ακόλουθο αλλά και το Πάσχα μας τελείωσε. Ο Παπαδιαμάντης όμως εξακολουθεί να είναι πάντα επίκαιρος. Αφιερώνεται εξαιρετικά στις δασκάλες του φόρουμ. (ας το διαβάσουν προσεκτικά για να ανακαλύψουν το γιατί)




Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ


Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά να ξεκλειδώσει την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον έψαυε το έδαφος.

Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κι εκοιμάτο την ημέραν. Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είναι «αποκαής». Δεν είναι βέβαιον αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. Ωνομάζετο Βαγγέλης.

Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρα-Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα πενιχρά οικήματα έκειτο εις τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου Τάτση.

Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάσει το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζει μοναχός του. Ύστερ’ απ’ ολίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα και σκέπτεται να την φέρει εδώ. Η κυρα-Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη».

— Αυτά δεν τ’ ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ’ εργένης· για εργένη σ’ έβαλα. Αν εννοείς να μου φέρεις εδώ καμμιά παστρικιά, πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσεις την κάμαρα … σαν τελειώσει ο μήνας που έχεις πληρώσει.

Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ’ ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεβάτι κι ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:

Βασίλω μ’, κάτσε φρόνιμα,
σαν τ’ άλλα τα κορίτσια…
Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,
σου δίνω το βοτάνι…

Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις κατώρθουν ν’ ακούουν οι γείτονες.

Μωρέ κόσμος, ντουνιάς ! … μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος … Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; … Σ’ ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε σεις, και τι κάνετε σεις; … Ο κόσμος είναι τροχός, ρόδα που γυρίζει, κυρά μου … μπου ντουνιά τσαρκ φελέκ! … Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε σ’ αφήνω, δε σ’ απαρατάω˙ εσκί ντοστ ντουσμάν ολμάζ! … Παλιός φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κι η τιμή τιμή δεν έχει … Είναι τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου … Κι έχει τιμολόγιο, μαθές, η τιμή; Μια γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα, ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει; … Να σου πω εγώ πόσα έχει … Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης, η πιο μεγάλη χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια η Σουλτάνα … Αυτό είναι το τιμολόγιο! …

Επί τινα λεπτά έπαυε ν’ ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να μονολογεί:

— Έχουν αξία όλα τ’ άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που μόνον οι παράδες έχουν τιμή; … Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτό το μουχλιασμένο, το βρώμικο … Πότε θα βάλεις γνώση; … Έπρεπε να ζει διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέσει να καταλάβει καλά τον κόσμο… Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω … Καλά το λεν οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τ’ άγια χώματα; … Του Ρωμιού η γνώση ύστερα έρχεται … Γιουννανίν ακίλ σοραντάν γκελίορ!

Μίαν πρωίαν η κυρα-Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να ξεμυτίζει απ’ την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με κάτι κορδέλες και φιόγκους στα μαλλιά, ν’ ανεμίζει ένα φουστανάκι, και να γλιστράει εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγει ως αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος, σχεδόν γριούλα.

Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθεί στην γειτονιά το σπίτι της. Και θα της κάμει την χάρη να της αδειάσει την γωνιά.

Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κι ελεύθερη γυναίκα. Είχεν αρχίσει να χωρατεύει ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον πειράζει. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του βραχίονός της, κι εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλει φωνάς.

— Έ! καημένε, κυρ Βαγγέλη! … δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής … δεν σ’ ακούσαμε καμμιά βραδιά να μας παίξεις κι εδώ τίποτα … Είναι καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλύτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες.

— Ησύχασε, κυρά μου, κι ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει ποτέ! … Εδώ η κυρα-Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα λαλούμενα.

Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κι έκαμνε τάχα πως το παίζει.

— Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! … Δεν είναι για τα χεράκια σου…

Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την οποίαν ήθελε να δώσει σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.

Επανήλθε διά να κοιμηθεί την μίαν μετά τα μεσάνυκτα. Καθώς εμβήκεν από την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ’ αρχάς εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου, είτα με τους όνυχας ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.

— Άνοιξε, Μαριώ μ’, την πόρτα! … Έ ! Κατερνιώ μ’! άνοιξε.

Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο Βαγγέλης ήρχισε να μονολογεί έξωθεν της θύρας:

— Ξένοι στα ξένα, κυρά μ’ ! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να ξενυχτίσω;» … Αχ! Είναι κακός ο κόσμος, κυρά μ’ ! δεν μπορεί να πει κανείς τον πόνον του! … Σεβντάς, άχτι, καημός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά ’μ! … «Σ’ αφήνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! Και στ’ όνειρό σου! …»

ΕΠΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τρι Απρ 21, 2009 10:39 am

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ

2ο ΜΕΡΟΣ

Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν· ήνοιξε την ιδίαν θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κι έμεινεν άγρυπνος, μονολογών, μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί.

Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν, ήκουσε την Κατερνιώ απ’ έξω να διακωδωνίζει προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός, ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είναι αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.

Αλλ’ η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είναι κακός», την έκαμνον να θορυβεί.

Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις διεμαρτύρετο λέγουσα :

— Και ποια είμ’ εγώ ! … Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του, ο χαμένος! … Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.

Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον κι εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να εξέλθει.

Η κυρα-Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και του λέγει:

— Αύριο, το δίχως άλλο, να βρεις κάμερα, να κουβαλιστείς ! … Ας μην ετελείωσε κι ο μήνας ! … καλύτερα έχω να σου δώσω πίσω τα λεπτά, όσα κάνει για τις μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ ιστορίες μες στο σπίτι μου, ακούς; …

— Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά ! …

Δεν επρόφθασε να τελειώσει τον λόγον, και, πατ, κιούτ ! του έρχονται δύο κατακεφαλιές εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε πλησιάσει εκ των νώτων, κι εννοούσε να εκδικηθεί διά την προσβολήν.

— Φχαριστώ, κερά μου … μη χειρότερα !

Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.

— Θέλησα να σου κάμω μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου το ζήτησες … είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν οι μερακλήδες. Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.

Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξίας.

Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ’ όλην την επιούσαν, είτε ηρεύνα είτε όχι διά να εύρει δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις την αυλήν και λέγει «καλησπέρα».

Είτα ερωτά:

— Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης ;

Η κυρα-Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:

— Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγει, θα κουβαλισθεί.
— Απόψε θα έρθει ;
— Δεν ξέρω.
— Γιατί ; Πώς γίνεται, να μην έρθει να κοιμηθεί;
— Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.
— Δεν είσαι τουλόου σου, η σπιτονοικοκυρά ; Και πώς γίνεται να μην ξέρεις; Τρέχει, μαθές, τίποτε ;
— Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες, είπε λαβούσα τον λόγον η Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.
— Σώπα συ, την επέπληξεν η μάννα της.
— Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που να ’ρθει, είπεν η ξένη.

Αι γυναίκες δεν απήντησαν.

— Εγώ είμ’ εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.
— Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα.
— Τι είπες, κυρά ;
— Τίποτε.
— Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθίσω εδωδά να τον περιμένω; Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.
— Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;

Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθισεν εκεί, εις το κατώφλιον.

— Μαμά, πες της να πάει από εκεί που ’ρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά εδώ τις ξαδέρφες του! …

Η γραία ήτον συλλογισμένη.

— Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείσει το νοίκι .. Τι να κάμω, ξέρω κι εγώ; … Θέλεις να τρέχουμε στις αστυνομίες; … Όποιος έχει κάμαρες και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει … έχει να κάμει με λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου …

Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει, κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξεύρει, ακριβώς πλησίον της κλειστής θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθισεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την δέσμην ταύτην πλησιέστερος προς εαυτήν.

Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κι εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η Γιάνναινα :

— Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κι έχεις ρούχα· μην είσαι για ξενύχτι απόψε εδώ; … Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς! … Αλλού να κοπιάσεις! … Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο αύριο …

Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε :

— Δεν ξέρω κι εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ’ εδώ ή όχι! … Ο ίδιος θα μου πει… Εγώ τα ’χω αλλού τα ρούχα μου … Αυτά που βλέπεις δεν είναι ρούχα … Να τον ιδώ μόνο και μπορεί να με οδηγήσει αλλού να φύγω …
— Δεν είναι ρούχα, αμμή, τι είναι; εφώναξεν η Δημητρούλα.

Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:

— Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα. Λυπούμαι αν δεν τα ’χετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;

Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.

— Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.

— Α! ήρθες, βλέπω, με τις κόττες σου, κυρά.

_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τρι Απρ 21, 2009 10:42 am

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ

3ο ΜΕΡΟΣ


Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη, εισελθόντος από την αυλόπορταν.

— Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα αυτόν.

Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι’ ολίγων λέξεων ότι η ελθούσα είναι πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάσει το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είναι διά ταξίδι, αύριον ή μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάσει, ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι, αφού κι αυτός, άμα εύρει δωμάτιον θα μετοικήσει, ας επιτρέψει η κυρα-Γιάνναινα να μείνει κι η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρα-Γιάνναινα επιμένει ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώσει ο μήνας, αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρει δωμάτιον και θα φύγει, κι αυτός κι η εξαδέλφη του. Μια βραδιά είν’ αυτή.

Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη, αλλά δεν ήθελε να το δείξει· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις μίαν οικοκυράν, οπού έχει σπίτια κι ενοικιάζει, να φαίνεται δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου.

— Τι να κάμουμε, πλέον ! … είπε με στρυφνόν τρόπον.

Αλλ’ ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε να προσθέσει :

— Ξέρεις, απ’ το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης … Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπίτι σου και τι τους έχεις, αν είναι γενιά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζεις ποιόν μπάζω στην κάμαρα, αφού το νοίκι σού το ’χω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωση να μου κάμεις, με προθεσμία … Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή πλιότερο ψωμί τρώεται με το μέλι, που λέγει ο λόγος, για να ’μαστε εξηγημένοι φιλικώς … Κι αν εσφάλαμε πάλι κι εμείς, συμπαθάτε μας και Θεός σχωρέσ’ σας.

Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την γυναικούλαν εκείνην, την μισόγριαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να βγαίνει ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε οι δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.

Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε έλεγε πως θα φύγει αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν. Ωμιλούσε δια τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπίτι, και θα πάει να τα πάρει, και πού να τα βάλει, και πού να τα κουβαλά … και θα φύγει αύριον διά ταξίδι … Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφός» της ο Βαγγέλης.

Η κυρα-Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν τού υπενθύμιζεν ότι πρέπει να εύρει δωμάτιον να φύγει· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικήσει, και επιφυλάσσεται να πληρώσει μόνον τις μέρες, οπού θα έκαμνεν να δίδει την ημέραν, καθ’ ην έμελλε να μετακομισθεί εις άλλο οίκημα.

Κατ’ ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη τις κόττες της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρα-Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν τής νυκτός και τής ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί. Σχεδόν δεν άφηναν κανέναν νοικάρην να χορτάσει τον ύπνον, τόσον δυνατά και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κι οι κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κι οι δύο πετεινοί με τις τρεις κόττες ετρέφοντο κι επάχυναν καλά εκεί μέσα.

Η κυρα-Σταυρούλα δεν τας άφηνε ποτέ να εξέρχονται εις την αυλήν. Κι η ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμει τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να ψωνίσει τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώσει καλά την θύραν, και να βάλει το κλειδί εις την τσέπην της.

Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κι η κυρα-Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είναι κι αυτή μια «από κείνες». Δεν την άφηναν να προκύψει εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν καυγά εναντίον της. Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθεί, να τους αδειάσει την γωνιά, να ξεβρωμήσει απ’ εκεί αυτή κι οι κόττες της.

Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.

— Τι κόσμος είν’ αυτός, καλέ ;

Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη του ο σκύλος την ουράν.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τρι Απρ 21, 2009 10:45 am

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΛΑΓΟΥΤΟ

4ο ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΡΟΣ


Μίαν εσπέραν, ότε έγινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγινε λίμνη. Όλων τα οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του.

— Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται; είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και το παπλωματάκι μου, κοίτα, πώς έγινε!

Ευρέθη να έχει πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά τις κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.

Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν αποτόμως να φύγει, τέλος πάντων, επειδή κι αυτός θέλει να φέρει εδώ «την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθεί.

Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την διώχνει, διά να φέρει την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον εκείνη την οποίαν είχεν ιδεί να προβάλλει μίαν πρωΐαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγιναν «το ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κι εκήρυξαν πόλεμον κατά του Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλοντο ότι επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας.

— Ακούς! να διώχνει, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας κουβαλήσει εδώ την παλιοπατσαβούρα ! …

Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κι επήγε να βρει, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθεί».

Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη εφαίνετο πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η Γιάνναινα κι η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή οτιδήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης.

Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ’ όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.

— Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκουρού ! … η χαρχαλού, η πετειναρού !... η μουρλουλού, η ζουρλουλού !...

Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ού».

Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία δεν μπόρεσε να τον βαστάξει πλησίον της, κι εκείνος τής έφυγε … και καλά που έκαμε !
Εν τοσούτω, μετ’ ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγει οι πετεινοί δεν είχον ακουσθεί εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες της κυρα-Γιάνναινας και του λέγει :

— Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε … πάει στα χωριά του Βόλου … Είδες δα, κι εκείνη η Γιάνναινα, κι οι άλλες εκεί, τι κόσμος ! Πώς την εσκυλόβριζαν άδικα την καημένη.

Τότε μόνον διά πρώτη φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του :

— Α! ήτον δασκάλα! … Γι’ αυτό είχε τους κοκόρους! Σε κανένα Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.






ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1900)

_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Δευ Απρ 27, 2009 11:32 am

Ο "Πόνος βαθύς" είναι ένα από τα τέσσερα διηγήματα του Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Η μετάφραση έχει γίνει πιθανότατα από τα γαλλικά, αξίζει όμως να συγκρίνει κανείς τον από τη ρωσική γλώσσα (καλομεταφρασμένο) Tσέχωφ με την από δεύτερο χέρι, αλλά σφραγισμένη με τη γλωσσική ιδιοφυΐα του Παπαδιαμάντη μετάφραση. Mόνο για να ψηλαφήσει το χάρισμα.

Για μία ακόμη φορά σε ευχαριστώ αγαπητή μου Ελίνα για το αφιέρωμά σου στη Βασιλική Δρυ της Λογοτεχνίας μας.


ΠΟΝΟΣ ΒΑΘΥΣ
"Εις ποίον να είπω την θλίψιν μου;"

Είναι αμφιλύκη. Παχείαι νιφάδες χιόνος στροβιλίζουν γύρω εις τα φανάρια, τα οποία μόλις άναψαν, και βραδέως πίπτουν, σχηματίζουσαι λεπτόν στρώμα, επάνω εις τας στέγας, εις τα νώτα των ίππων, εις τους ώμους, εις τους πίλους. Ο αμαξάς Ιωνάς Ποτάπωβ είνε λευκός ως φάντασμα. Φαίνεται ότι επήρε την απόφασίν του, και μένει ακίνητος επί του ειδωλίου. Ολόκληρος χιονοστιβάς αν έπιπτεν επάνω του, αυτός θα έκρινεν, ως φαίνεται, ανωφελές ν'αποτινάξη την χιόνα ήτις τον περιβάλλει.
Το ταλαίπωρον άλογόν του είναι εξ ίσου λευκόν και ακίνητον. Δύσκαμπτον, με αγκύλα τα μέλη, με τα σκέλη δυσκίνητα, ομοιάζει μάλλον με άλογον κατασκευασμένον από πηλόν. Φαίνεται βυθισμένον εις σκέψεις - αν δύναται έν άλογον να είναι βυθισμένον εις σκέψεις. Εν ζώον το οποίον απέσπασαν προ ολίγου από το άροτρον, από τας συνειθισμένας πρασινοφαίους τοποθεσίας, και το έρριψαν αιφνιδίως εις την άβυσσον ταύτην, την πλήρη από φώτα φανταστικά, από θορύβους αδιακόπους και από ανθρώπους τρέχοντας - πώς δύναται να μη βυθισθή εις σκέψεις;
Ο Ιωνάς και το άλογόν του δεν εσείσθησαν από την θέσιν των προ πολλού ήδη. Άρχισαν την καθημερινήν εργασίαν των πολύ προ του αρίστου και δεν εκέρδισαν ούτε ένα καπίκι. Και ιδού ήδη το σκότος απλούται εις την πόλιν. Η ωχρά λάμψις των φαναρίων υποχωρεί εις άπλετον φως και ο θόρυβος εις τας οδούς φθάνει εις το μη περαιτέρω:
- Aμαξά, εις την Βύμπορσκαϊα! ακούει να τον φωνάζουν ο Ιωνάς. Αμαξά!
Ο Ιωνάς φρικιά, και δια μέσου των βλεφαρίδων του των συγκολλημένων από την χιόνα, βλέπει ένα αξιωματικόν τυλιγμένον εις μανδύαν με κουκούλαν.
- Εις την Βύμπορσκαϊα! επαναλαμβάνει ο αξιωματικός. Τί, κοιμάσαι; εις την Βίμπορσκαϊα!
Εις σημείον συναινέσως, ο Ιωνάς τραβά τα ηνία του,με χειρονομίαν ήτις από τα κάπουλα του αλόγου του και από τους ιδίους του ώμους κάμει να πέσουν σωροί χιόνος... Ο αξιωματικός ανεβαίνει εις το έλκυθρον. Ο αμαξάς εκφέρει έν αόριστον "χιού!", τεντώνει τον λαιμόν του ως κύκνος, και καθ' έξιν μάλλον ή εξ ανάγκης σείει την μάστιγά του. Το άλογον ομοίως τεντώνει τον λαιμόν, κάμπτει τα σκέλη, τα οποία ομοιάζουν με ράβδους, και εξορμά με βήμα αναποφάσιστον... Μετ' ολίγον ο Ιωνάς ακούει να φωνάζουν:
- Πού πάς ανόητε; ... Πού σε φέρουν οι διαόλοι; Κάμε δεξιά!
Αι επιτιμήσεις αύται προς αυτόν απευθύνονται. Εξέρχονται από την μάζαν την σκοτεινήν, ήτις πηγαινοέρχεται εις τον δρόμον.
- Δεν ξέρεις να οδηγήσης; Κάμε δεξιά! του φωνάζει εν οργή ο αξιωματικός.
Ο αμαξάς ενός οχήματος αυθέντου τον υβρίζει∙ ένας πεζός όστις διέσχιζε τον δρόμον, και όστις εσκόνταψεν επάνω εις το ρύγχος του αλόγου, τινάζει την χιόνα από το φόρεμά του και ρίπτει μανιώδες βλέμμα προς τον Ιωνάν.
Ούτος κάθηται επάνω στο κάθισμά του ως επί βελονών∙ κινεί τους αγκώνας και στρέφει τα όμματα με ήθος ενεόν, ως εάν δεν ενόει πού ευρίσκεται και διατί.
- Τι κακορροίζικος πού είνε όλος ο κόσμος! είπεν ο αξιωματικός, θέλων να
κάμη τον έξυπνον. Όλοι τους σαν στραβοί πέφτουν επάνω στην καρότσα σου και στ' άλογό σου. Σωστή συνωμοσία!
Ο Ιωνάς στρέφεται, κυττάζει τον ταξειδιώτην, και ανακινεί τα χείλη.
Θέλει προφανώς να είπη κάτι τι, αλλά δεν εξέρχεται των χειλέων του ειμή σφύριγμα.
- Πώς; ερωτά ο αξιωματικός.
Ο Ιωνάς προσπαθεί να μειδιάση, και μετά τινα αγώνα, κατορθώνει να είπη με βραχνήν φωνήν:
- Αυτήν την εβδομάδα, αφέντη, ο γυιός μου... πέθανε.
- Ά! Και από τί;
Ο Ιωνάς στρέφεται όλως προς τον πελάτην του και λέγει :
- Ποιός ξέρει; Θέρμη θα είχε... Έμεινε τρεις μέρες στο νοσοκομείο, και πέθανε. Το θέλημα του Θεού.
- Γύρισε δα, τρισκατάρατε! ακούεται εις το σκότος.
- Στραβός είσαι, παληόσκυλλο!
- Πήγαινε ολίγον ταχύτερα! είπεν ο οδοιπόρος, αλλοιώς δεν θα φθάσουμε ούτε ως αύριο. Ταχύτερα!
Ο αμαξάς τεντώνει πάλιν τον λαιμόν του, υπεγείρεται, και σείει την μάστιγά του μετά χάριτος νωθράς. Πολλάκις ακόμη επιστρέφει την κεφαλήν προς τον πελάτην του, αλλ' ούτος έχει κλείσει τους οφθαλμούς, και δεν φαίνεται έχων διάθεσιν ν' ακούση... Αφού τον απεβίβασεν εις την Βίμπορσκαϊα, ο Ιωνάς σταματά το άλογόν του έμπροσθεν οινοπωλείου,
ξηροτανύεται, και μένει ακίνητος πάλιν... Και πάλιν η χιών τον χρωματίζει λευκόν, αυτόν και το άλογό του... Πολλαί ώραι περνούν...
Τρεις νέοι, δύο υψηλοί και λεπτοί, και ο τρίτος μικρόσωμος και κυφός, περνούν εις το πεζοδρόμιον, κάμνοντες θόρυβον με τας ράβδους των.
- Aμαξά, εις την γέφυραν της Αστυνομίας! έκραξεν ο κυφός. Είμεθα τρεις... Είκοσι καπίκια!
Ο Ιωνάς τραβά τα ηνία και κάμνει με τα χείλη τον μικρόν κρότον, όστις είναι δι' αυτόν αντί "χιού!". Είκοσι καπίκια είναι πληρωμή γελοία διά τοιαύτην απόστασιν. Αλλά τούτο ολίγον τον μέλει τον Ιωνάν∙ ένα ρούβλιον ή πέντε καπίκια του είναι αδιάφορον τώρα, αρκεί να έχη πελάτας...
Οι νέοι, σπρώχνοντες και υβρίζοντες αλλήλους, θέλουν να εισέλθουν και οι τρεις συγχρόνως εις το έλκηθρον. Έν ζήτημα εγείρεται∙ αφού διά δύο μόνον υπάρχουν θέσεις δια να κάθωνται, ποίος θα μένη όρθιος; Μετά πολλάς βλασφημίας και αντιλογίας, αποφασίζουν ότι ο κυφός θα σταθή όρθιος, ένεκα του αναστήματός του.
- Εμπρός, τράβα, και γρήγορα! φωνάζει ο κυφός φυσών εις τον αυχένα τον Ιωνά. Τι σκούφια είν' αυτή, φίλε! Δεν βρίσκεται χειρότερη 'ς όλην την Πετρούπολιν.
- Χί! χί! χί! εγέλασεν ο Ιωνάς. Εκείνο που μπορεί κανείς...
- Εμπρός! Έλα! "Κείνο που μπορεί κανείς!..."
Γρηγορώτερα! Θα μας σπληνιάσης έτσι όλον τον δρόμον; Θέλεις καμμιά χαστουκιά στο σβέρκο;
- Τι κεφάλι μου πάη να σπάση... είπεν είς των υψηλών νέων. Χθες, εις των Δουκμάσωφ, ήπιαμε, ο Βάσκας κ' εγώ, τέσσαρες μποτίλλιες κονιάκ...
- Δεν εννοώ γιατί λες τόσον χοντρά ψέμματα, είπεν ο άλλος. Ψέμματα στρογγυλά!
- Ο Θεός να με παιδέψη, εάν δεν είν' αλήθεια...
- Είναι τόσον αλήθεια, όσον κι' ότι ένας ψύλλος είναι ίσος μ' ένα γάϊδαρο...
- Χί! χί! έκαμεν ο Ιωνάς. Έχουν κέφι οι κύριοι!...
- Πφού! Ο διάολος να σε πάρη! οργίζεται ο κυφός. Θα τρέξης, παληοχολέρα, ή όχι; Έτσι περπατούν; Μα χτύπα το, δα, το ψοφάλογό σου, δος του καμτσικιές! Χιού, διάολε! Χιού! Χτύπα το καλά!
Ο Ιωνάς αισθάνεται όπισθέν του το κινούμενον σώμα και την πάλλουσαν φωνήν του κυφού. Ακούει τους προπηλακισμούς, τους οποίους του ρίπτουν, βλέπει ανθρώπους και μικρόν κατά μικρόν ή αίσθησις της μοναξίας αρχίζει να τον εγκαταλείπη... Ο κυφός τον υβρίζει τόσον, ώστε πνίγεται, τέλος πάντων, με μίαν βλασφημίαν πολυσύνθετον και περίτεχνον και αρχίζει να βήχη. Οι δύο άλλοι αρχίζουν ομιλίαν δι' όνομα μιάς κάποιας Ναδέϊας Πετρόβνας. Ο Ιωνάς γυρίζει να τους κυττάξη. Εις μίαν στιγμήν βραχείας σιωπής, τους κυττάζει ακόμα και μορμυρίζει:
- Αυτή την εβδομάδα... ξέρετε... ο γυιός μου πέθανε!
- Όλοι θα πεθάνουμε! ... αναστενάζει ο κυφός, σπογγίζων τα χείλη του
βρεγμένα από την χιόνα. Πήγαινε γρήγορα, ως τόσο, γρήγορα! Κύριοι,
ετελείωσε, δεν μπορώ πλέον! Πότε θα φθάσουμε, με αυτόν;
- Δος του ένα μικρό κέντρισμα... στο σβέρκο!
- Παληοχολέρα, ακούς; Θα σου πρήξω τον σβέρκο με τις γροθιές,
καταλαμβάνεις; Να ξέραμε έτσι, καλλίτερα να πηγαίναμε με τα πόδια!
Άκουσες; Ή μη θέλης και συ να μας περιπαίξης;
Και ο Ιωνάς ακούει μάλλον ή αισθάνεται τα γρονθοκοπήματα επί του αυχένος του.
- Χί! χί! εγέλασε. Κέφι έχουν οι κύριοι... ο Θεός να τους δίδη καλή
γερωσύνη!
- Αμαξά, είσαι παντρεμμένος; τον ερωτά ο είς των δύο υψηλών.
- Εγώ; Χί, χί!... καλόκαρδοι κύριοι! Τώρα δεν έχω πλέον παρά μιά
γυναίκα, τη γη τη νοτερή... Χί, χό! χό!... Θέλω να πω, τον τάφο!... Ο
γυιός μου πέθανε, βλέπετε, κ' εγώ ζώ... Παράξενο πράγμα, ο θάνατος
γελάστηκε ποιανού την πόρτα να κτυπήση... Αντί να πάρη εμέ, πήρε το γυιό μου...
Και ο Ιωνάς στρέφεται δια να διηγηθή πώς απέθανεν ο υιός του∙ αλλ' εδώ
ο κυφός εκπέμπει στεναγμόν ανακουφίσεως, και αναγγέλλει, ότι, δόξα τω
Θεώ, έφθασαν τέλος... Αφού έλαβε τα είκοσι καπίκια του, ο Ιωνάς
παρακολουθεί επί μακρόν με το βλέμμα τους ασώτους, οίτινες γίνονται
άφαντοι εις την σκοτεινήν είσοδον οικίας. Πάλιν είναι μόνος, και πάλιν
γαλήνη έρχεται επ' αυτόν.
Αλλά μετ' ολίγον, ο πόνος έρχεται να τον καταθλίψη με περισσοτέραν
σφοδρότητα. Οι οφθαλμοί του μετ' ανησυχίας και άλγους πλανώνται ανά το πλήθος, το οποίον περνά και ξαναπερνά∙ μεταξύ των χιλιάδων εκείνων των ανθρώπων δεν θα εύρη ένα όστις να τον ακούση;
Αλλά το πλήθος αντιπαρέρχεται χωρίς να τον θεωρήση αυτόν τον πόνον του, ένα πόνον απεριόριστον∙ εάν το στήθος του Ιωνά έσκαζε και ο πόνος του εξεχύνετο, θα κατεπλημμύρει, φαίνεται, τον κόσμον. Εντοσούτω, δεν τον βλέπει κανείς τον πόνον αυτόν. Πρέπει να είχε συγκεντρωθή εις έν κοίλωμα τόσον βαθύ, ώστε αδύνατον θα ήτο να τον παρατηρήση τις και την ημέραν μετά λύχνου.
Ο Ιωνάς βλέπει ένα θυρωρόν, με σάκκον εις την χείρα, και αποφασίζει να
του απευθύνη τον λόγον.
- Φίλε μου, του λέγει, τι ώρα είναι;
- Είναι περασμένες εννιά... Τι έχεις και στέκεις εδώ; Βάδιζε!
Ο Ιωνάς απομακρύνεται ολίγα βήματα, περιστέλλεται κ' εγκαταλείπεται εις
τον πόνον του.Τώρα κρίνει ανωφελές ν' απευθύνεται εις τους ανθρώπους...
Αλλά πέντε λεπτά ακόμη δεν διέρρευσαν, και ανασκιρτά, σείει την κεφαλήν, ως να είχεν αισθανθή δριμύ άλγος και τραβά τα ηνία... Δεν αντέχει πλέον.
"Στο σπίτι, διανοείται, στο σπίτι".
Και το άλογόν του, ως να είχεν εννοήσει, αρχίζει να τρέχη με μικρόν
τριποδισμόν... Περίπου μετά μίαν και ημίσειαν ώραν, ο Ιωνάς κάθηται
πλησίον μεγάλου φούρνου ρυπαρού. Επί του φούρνου, επί του εδάφους, επί των βάθρων, άνθρωποι ροχαλίζουν... Η ατμοσφαίρα είναι βαρεία και
πνιγηρά... Ο Ιωνάς θεωρεί τους κοιμωμένους, ξύεται και μεταμελείται διότι επανήλθε τόσον ενωρίς!
"Ούτε το σανό του αλόγου δεν έβγαλα, διανοείται. Αυτός ο πόνος που με
πνίγει! Ο άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του... που τρώει ο ίδιος στην
πείνα του, και θρέφει καλά τάλογό του, είναι πάντοτε ήσυχος..."
Εις μίαν των γωνιών ένας από τους νέους αμαξάδες σηκώνεται, ξεροβήχει
και τείνει τον βραχίονα προς το σταμνίον του νερού.
- Διψάς; τον ερωτά ο Ιωνάς.
- Ναι, διψώ.
- Λοιπόν, με τσ' υγείες σου! Ξέρεις, ο γυιός μου πέθανε... Δεν έχεις
ακούσει; ... Αυτή την εβδομάδα, στο νοσοκομείο... Θλιβερή ιστορία!
Ο Ιωνάς κυττάζει ποίαν εντύπωσιν έκαμαν οι λόγοι ούτοι, αλλά δεν βλέπει
τίποτε. Ο νεαρός αμαξάς εσκεπάσθη αποκεφαλής και αποκοιμάται ήδη...
Ο γέρων αναστενάζει και ξύεται... Όπως ο νεαρός αμαξάς είχεν επιθυμίαν
να πίη, ομοίως αυτός έχει πόθον να ομιλήση. Θα κλείσουν μετ' ολίγον οκτώ ημέραι αφ' ής ο υιός του απέθανε, και δεν ωμίλησεν ακόμη εις κανένα, όπως θα το ήθελε... Θα ήθελε να διηγηθή το πράγμα εν λεπτομερεία. Θα ήθελε να είπη πώς ο υιός του έπεσεν ασθενής, πώς υπέφερε, τι είπε πριν αποθάνη, και πώς ετελεύτησε...
Θα ήθελε να περιγράψη τον ενταφιασμόν και την επίσκεψίν του εις το
νοσοκομείον, δια να ζητήση τα πράγματα του τεθνεώτος. Εις το χωρίον
έμεινεν η θυγάτηρ του Ανυσία∙ θα ήθελε να ομιλήση ολίγον και περί αυτής.
Θα είχε τόσα πράγματα να είπη. Ο ακροατής του έμελλε να εκπέμπη πολλά ά! και ώ! να στενάζη, να εκφράζη συμπάθειαν... Οι καλλίτεροι ακροαταί είναι αι γυναίκες... Είναι πολύ μωραί, είναι αληθές, αλλά κλαίουν εις την
δευτέραν λέξιν.
"Πρέπει να πάω να ρίξω μιά ματιά στο άλογο, διελογίσθη ο Ιωνάς. Θα έχω
ακόμα ώρα για να κοιμηθώ".
Ενδύεται και μεταβαίνει εις τον σταύλον. Σκέπτεται το χόρτον, την
βρόμην, τον καιρόν που κάμνει... Όταν είναι μόνος, ο στοχασμός του υιού
του τού είναι αφόρητος... Θα ήθελε να ομιλήση μετά τινος, αλλά να το
σκέπτεται μόνος, να το φαντάζεται, τούτο του είναι ανεκφράστως αλγεινόν.
- Μασάς! ερωτά ο Ιωνάς το άλογόν του, βλέπων να λάμπουν τα μάτια του.
Λοιπόν, μάσα, μάσα, γέρο μου! Δεν εβγάλαμε το κριθάρι μας, το λοιπόν
πρέπει να τρώμε σανό... Ναι... Γηράζω και δεν αξίζω πλειά για αμαξάς. Ο
γυιός μου έπρεπε νάναι κι' όχι εγώ... Εκείνος ήτον αληθινός αμαξάς... αν
εζούσε!
Μετά τινα σιωπήν, εξηκολούθησε¨
- Ναι, φοραδίτσα μου... Ο Κοσμάς Ιώνιτς δεν ζη πλειά... Μας άφησε χρόνια
εμάς τους γέρους... Πέθανε έτσι, χωρίς τίποτα... Ας πούμε, να γεννήσης
ένα πουλαράκι, συ... κ'΄έξαφνα το πουλαράκι ψοφά. Θα το λυπηθής, δεν
είν' έτσι;
Το άλογο τρώγει, ακούει και φυσά επί των χειρών του κυρίου του.
Ο Ιωνάς δίδει ελευθέραν έξοδον εις την λύπην του και διηγείται όλην την
υπόθεσιν εις την φοράδα του.

(Το Άστυ, 31 Αυγούστου - 1 Σεπτεμβρίου 1901)


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Loukia Sofou στις Τρι Απρ 28, 2009 6:10 am, 12 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Δευ Απρ 27, 2009 2:55 pm

Αχ, Λουκία... σε ποίον να είπω την θλίψιν μου; Είναι μερικές φορές στη ζωή του ανθρώπου που παίρνονται αποφάσεις μη αναστρέψιμες. Και απόψε για μένα είναι ένα τέτοιο βράδυ...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Μαρ 31, 2010 12:50 pm

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πάσχα ρωμέικο


Ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπὶ τίνας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως, μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στομύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κι ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα - Πίπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾿ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κι ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾿ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῆ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν «ἡ ἑφτάκρατορισσα τῆς Ἀούστριας». Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιερπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἀγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν «Σολωμὸ» κὲ ποέτα, τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:

Ὡσὰν τὴ σπίθᾳ κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.


Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κι ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον «Ἔκτεση», διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.

«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ά κομπασιόν» - ὁ ἀπατεῶνας δὲν ἔχει λύπηση. Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κι ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνους ἀτελείας. «Οὐδ᾿ ἡ γῆς ἀναμάρτητος - ἄγκε λὰ τέρρα νὸν έ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾿ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν᾿ ἀναγνωρίση τὴν διαφοράν.

Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἂς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του ἤξευρε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρες ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις».

Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾿ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἀγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου...

Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188... περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιον τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾿ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀκόμη ἀνατείλει ἡ σελίνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾿ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦταν ἴσως πτωχός, δὲ θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κι ἔκαμνεν οἰκονομίαν.

Ἀλλ᾿ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾿ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν᾿ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν᾿ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.

Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πίπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾿ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κι εὐφρανθῆ ἡ ψυχή του.

Καὶ ὅμως ἦτο... δυτικός!

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἑλληνικῆς. Ἐκαυχάτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα» ὅταν ἐκινδύνευε ν᾿ ἀποθάνη ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διὰ τινῶν συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγε τις: «Διατὶ δὲ βαπτίζεσαι, μπάρμπα-Πίπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο, ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.

Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης, μὲ τὴ συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπομενομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ Ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτε νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πίπης ποτὲ δὲ θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάση τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.

Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ πεζός, κρατῶν εἰς τὴ χεῖρα τὴ λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾿ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάση εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίση ἐπ᾿ ὀλίγον ν᾿ ἀναπαυθῆ. Εὖρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν τῆς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴ μεσημβρινὴν γωνίαν, κι ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἐβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέττον κι ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.

Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῆ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὖτος κρότος τοῦ κάστηκε, ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.

Ἐκείνην τὴ στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾿ ἀνέτελλε μετ᾿ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσα ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴ χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κι ἔκραξεν ἐναγωνίως.

- Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς...

Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴ σκανδάλην.

- Φίλος καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.

- Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.

- Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!

- Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πίπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;

- Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾿ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης, ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.

Ἦτο πρόδηλον, ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸ γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὠπλίση μὲ τὴν καραβίναν του.

Ὁ μπάρμπα-Πίπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.

- Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν, ἐγὼ κότες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι, ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν᾿ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.

Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.

- Στὸν Περαία; στὸν Ἅϊ - Σπυρίδωνα; κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;

- Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα.

- Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες ν᾿ ἀκούσης Ἀνάσταση;

- Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Σπύρος.

Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἶτα ἐπανέλαβε.

- Νὰ φχαριστᾷς καημένε...

Καὶ τότε μόνον κατεβίβασεν τὴ σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.

- Νὰ φχαριστᾷς, καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τό ῾χα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!

Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.

- Κάνεις ἄδικα καὶ συγχωρεμένος νά ῾σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾿ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε... δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κι ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.

- Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ...

Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολίου, κι ἔγινεν ἄφαντος.

Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.

Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πίπην νὰ ἐξακολουθῆ κατ᾿ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνη πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέικο.

Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω ἐφέτος εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴ συνήθεια νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Τετ Μαρ 31, 2010 12:54 pm

Αχ! αυτός ο κυρ Αλέξανδρος...

ήρθε πάλι η Πασχαλιά και ήταν αδύνατον να μην τον θυμηθούμε

και τι τύπος απίθανος αυτός ο Πίπης!

από τότε, από τα χρόνια του Παπαδιαμάντη, είχαμε αυτό το σχιζοφρενικό...

διαβάστε και θα λυθείτε στα γέλια

μόνο μη μου μελαγχολήσετε έπειτα, σαν βρεθείτε μπρος στον καθρέφτη

Κι εκείνη η εμβάδα του Πάπα

πόσα και πόσα λέγει

Και σημειώνω πως τη συναντώ δεύτερη φορά - η πρώτη ήταν στον επίλογο του ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ της Γκέμμας και του Λιαντίνη...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!   Πεμ Απρ 01, 2010 1:29 pm

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Λαμπριάτικος Ψάλτης


Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπικεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν. Διότι, ναὶ μέν, μὲ τὴν εὐδοκίαν τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κυρ-Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾿ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾿ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ... ὅπου μυροβολεῖ, ἑλισσόμενον εἰς κυανοὺς στεφάνους, τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον, ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου, τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται, φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας.

Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὄσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.

Χωρὶς νὰ εἶμαι κύριον μέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι προσπαθῶν νὰ συμψάλλω ὑποφερτὰ κάπως μὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυμον φίλον μου, οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ ὡς ἐπιείκειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀναγνώστου τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν, καθ᾿ ὃν δηλ. τρόπον εἰς ὅλους τοὺς ναοὺς παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι μουσόληπτοι, ἐκ τοῦ παραχρῆμα λαμπριάτικοι ψάλται, οὕτω καὶ ὁ γράφων, ἐνῶ, καθ᾿ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾶ, παρουσιάζεται δὶς τοῦ ἔτους οὗτος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα, κατ᾿ ἀποκοπὴν διηγηματογράφος.

Τὸ πρᾶγμα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν, καὶ πολλοὶ μὲν ἐσκανδαλίσθηοαν, τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίμασαν. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι, οὔτε Ἀμερικάνοι. Μὴ μᾶς σκοτίζεις καὶ σύ. Πόθεν ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσεις, ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματά σου; Τὸ ἔκαμες μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἀρκεῖ. Παῦσε πλέον. Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθεῖς διὰ τῆς βίας νὰ παρουσιάσεις ἁπλὴν παραλλαγὴν κατ᾿ ἔτος;

Ἐν πρώτοις καλὸν θὰ ἦτο, νὰ διακρίνομεν ὅ,τι εἶναι πράγματι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Λόγου χάριν τὸ νὰ ἐκδίδονται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Τὸ νὰ δημοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφημερίδες φιλολογικοτέραν ὕλην κατὰ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Ἑνὶ λόγῳ τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἐορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν, καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀφοσιωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισμός; Ἔστω, ἀλλὰ δύνασαι νὰ δημοσιεύεις ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφὰς χωρὶς νὰ κάμνεις ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα.

Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των - καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι... τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθεῖς ἠγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίεις εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσεις (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης) καὶ νὰ μὴν ἀποδώσεις εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα!

Ἀλλ᾿ εἰς τὰ διηγημάτια, ὅσα ἐδημοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁ ὑποφαινόμενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα, ἐνεπνεύσθην, ἀληθῶς, ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, τὰ ὁποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσι, ἐμὲ αὐτόν, ἴσως καὶ ὀλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας. Ὅτι δὲ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι δυὸ τῶν ἐφημερίδων, αἱ κορυφαῖοι της πρωτευούσης, ὡς καὶ τὸ μονάκριβον περιοδικόν, δεξιοῦνται τὰ ἑορτάσιμα διηγημάτια τῶν ἡμερῶν τούτων.

Ἔπειτα οὐδαμοῦ σχεδὸν θὰ εὕρητε, ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ἢ πλοκήν, ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου. Ὅπου γίνεται λόγος περὶ ξενιτευμένων, οἵτινες ἐπιστρέφουσι μετὰ μακρὰν ἀπουσίαν ἢ στέλλουσι γράμματα μετὰ ὑλικῆς παρηγοριᾶς εἰς τοὺς οἰκείους, ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος, καθόσον ὅλοι οἱ ζήσαντες εἰς παραθαλάσσιους καὶ ναυτικοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος κάλλιστα γνωρίζουσι ὅτι, κατὰ τὰς παραμονὰς ἰδίως τῶν ἑορτῶν, πολλοὶ ξενιτευμένοι, ἐνῶ συνήθως φαίνονται ψυχροὶ καὶ ἀπεσκληρυμένοι τὸν φλοιόν, αἴφνης «ἐνθυμοῦνται» τοὺς οἰκείους των, καὶ ἢ ἐπιστρέφουσι εἰς τὰς πατρίδας, ἢ ἂν αὐτοὶ κωλύονται ὑπὸ φιλοτιμίας νὰ κατέλθωσι εὐπροσώπως, ὄχι σπανίως ἀποστέλλουσι παραμυθίαν εἰς τὰς γηραιᾶς μητέρας καὶ τὰς ἀδελφάς των. Ἐν ἄλλοις γίνεται λόγος περὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκογενειακῶν ἐθίμων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς ἐορτάς, καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν ἡ ἀσθενὴς πλοκὴ στρέφεται περὶ νεωτεριστικὸν τί καὶ φθοροποιὸν ἔθιμον. Τί τὸ ἀπίθανον εἰς ὅλα ταῦτα;

Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ᾿ ἐμοῦ γραφέντων ἐορτασίμων διηγημάτων ἔχουσιν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ λατινικὸς ὅρος, a priori τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι δηλ. μᾶλλον θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σᾶς παρακαλῶ, ποίαν δύναμιν ἢ πρωτοτυπίαν θὰ εἶχε τὸ νὰ λάβῃ τις τὸν κόπον νὰ περιγράψῃ λεπτομερῶς πῶς χωρικὸς ἱερεὺς ἀπῆλθε νὰ λειτουργήσῃ εἰς ἐξωκκλήσιον χάριν μικρᾶς κοινότητος ἀγροίκων ἢ βοσκῶν, ποῖοι καὶ πόσοι μετέσχον τῆς πανηγύρεως καὶ ποῖα τινὰ ἦσαν τὰ ἤθη τῶν πανηγυριστῶν; Τοῦτο θὰ ἦτο ὅλως εὐτελὲς καὶ ταπεινὸν κατὰ τὴν γνώμην τῶν κριτικῶν. Τὸ νὰ γράψῃ τις, ὅτι γηραιὸς ἀνὴρ ἐφόνευσε τὴν συμβίαν του, κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων - χωρὶς μήτε ὁ ἀναγνώστης, μήτε ὁ συγγραφεὺς νὰ ὑποπτεύσωσι κἂν διατὶ τὴν ἐφόνευσε - τοῦτο εἶναι ὑψηλὸν καὶ πολυτελὲς κατὰ τὴν ἐκτίμησιν μερικῶν. Μετὰ τοιοῦτον ἔγκλημα κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν ἡμέραν, τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ ὅλα τὰ Χριστουγεννιάτικα καὶ τὰ Πασχαλινὰ διηγήματα δὲν πρέπει πλέον νὰ βλέπωσι τὸ φῶς.

Μὴ «θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ!». Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατευθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, προόδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψῃς, ὅτι ὁ Χριστὸς «δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ»; Καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως;» Καὶ νὰ περιγράφεις τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου, μὲ τὰς νυσταλέας κανδήλας καὶ τὰς ἀμαυρὰς μορφᾶς τῶν ἁγίων ὁλόγυρα! Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά.

Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλο ποίησις, ὄχι πεζὴ πραγματικότης. Σὺ δὲ πῶς τολμᾶς νὰ γράφεις, ὁμιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, καρφωμένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ ἁγίου Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος...». Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς, δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικοφανταστικὸν δράμα, προέτασσε «χυδαῖα» ἀληθῶς προλεγόμενα, δι᾿ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων τοῦ - τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο τῆς μόδας.

Ἀλλὰ σὺ νὰ τολμᾶς νὰ ἐκφράζεσαι μὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλώσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου - τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουμένου - ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Καὶ ὅμως ὁ σοφὸς ἐπικριτὴς δὲν ἐνόησεν, ὅτι ἡ φράσις ἦτο «ἐξ ἀντικειμένου» ὅπως λέγουσιν αὐτοί· ἀπέδιδε δηλ. διὰ λέξεων τὰ χρώματα τοῦ ζωγράφου καὶ ὅτι πᾶν ζήτημα περὶ τῶν δοξασιῶν τοῦ γράφοντος (ὅστις ἐντούτοις δὲν ἀρνεῖται, ὅτι συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ Βυζαντινοῦ τοιχογράφου) παρέλκει ὅλως.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Πασχαλινές διακοπές σημαίνουν Παπαδιαμάντης!
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 2 από 3Μετάβαση στη σελίδα : Επιστροφή  1, 2, 3  Επόμενο

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ :: ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ-
Μετάβαση σε: