ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Της μηχανής...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Της μηχανής...   Κυρ Φεβ 22, 2009 8:14 am

Ήταν πολύ χαρούμενη που θα ταξίδευε στην Ιταλία. Μπρίντεζι, Λέτσε και επίσκεψη στα ελληνόφωνα χωριά της Γκρέτσια Σαλεντίνα κι έπειτα αναχώρηση για τον ιταλικό νότο, τον τόσο ελληνικό επίσης. Καλαβρία και Ρήγιο και μονή του Αϊ – Γιάννη του Θεριστή.
Νόμιζε πως θα ξαναζήσει εκείνες τις παλιές ξεχασμένες χαρές της νιότης, τότε που στους ίδιους τόπους είχε βρεθεί και γυρίσει και γνωρίσει ανθρώπους και χαθεί ακόμη στους άγνωστους δρόμους.

Νάπολη και στο βάθος ο Βεζούβιος
Μολφέτα και Μπάρι και Τάραντα κι έπειτα από την άλλη μεριά, στη Νάπολη, στο Λιβόρνο, στη Γένοα.

Είναι πολύ όμορφη η Ιταλία. Τουλάχιστον για εκείνη… Κάτι από τα βάθη αναδυόταν της ψυχής της κάθε που βρισκόταν εκεί, μια μαγεία και κάτι σαν παραμύθι. Ακόμη και εκείνη τη φορά που τη γύρισε με το τουρ της σχολής.


Η "Εσκιμώος Τουρς"...
Ένα πούλμαν τρισάθλιο που έμπαζε νερά και παγωμένο αέρα. Με την Όλγα, την Άρτεμη, την Ελένη, την Αρετή, τη Θέκλη και όλο το γκρουπ των κοριτσιών από τη Ράλλειο.

Ρώμη, Φιρέντσε, Πίζα και πάλι Νάπολη και Πομπηΐα. Με πυρετό σαράντα γύρισε τότε. Αλλά ποιος έδινε σημασία; Κουβάλαγε τόσες εικόνες και μυρωδιές και ακούσματα από τη Φοντάνα ντι Τρέβι, τη Βία Βένετο, τις κατακόμβες, την πιάτσα Ναβόνε και τόσα άλλα.
Πομπηΐα

Ιταλία λοιπόν. Και μάλιστα με καράβι. Μισή χαρά για την Ιταλία και άλλη μισή για το θαλασσινό ταξίδι. Επιβάτης; Έστω και σαν επιβάτης. Αρκεί να πατούσε και πάλι κατάστρωμα και να μύριζε την αρμύρα της θάλασσας.

Έτσι φόρτωσε τη βαλίτσα. Λίγα πράγματα και πολλά όνειρα. Κι έπειτα; Έπειτα άρχισε η προσγείωση στην πραγματικότητα. Αυτή που λέει ότι κανένα ταξίδι δεν το ζεις δυο φορές. Και κανένα ποτάμι δε διαβαίνεις ίδιο δεύτερη φορά… Στην Ιωνία ειπώθηκε μα ταξίδεψε ως τη Μεγάλη Ελλάδα και ακόμη πιο πέρα. Δεν ξαναζείς την ίδια στιγμή ποτέ ξανά και λάθος είναι να το περιμένεις και να το ελπίζεις ακόμη.

Βράδυ μπήκαν στο καράβι. Κρατούσε μαζί της και εκείνο το παλιό σλίπινγκ μπανκ. Το ίδιο που πρωτοταξίδεψε με το Νηρέα για Αστυπάλαια. Είκοσι τέσσερις ώρες ταξίδι. Και ύπνος στο κατάστρωμα κάτω από τ’ αστέρια. Τι όνειρο κι εκείνο αξέχαστο…

Και με όλα αυτά τα όνειρα φορτωμένη δεν κατάλαβε πως ξεπέρασε το όριο, δεν ένιωσε πως χώρο για νέα όνειρα δεν άφησε. Ούτε θυμήθηκε πως όταν ξαναμπείς στο ίδιο όνειρο γίνεται εφιάλτης. Μία φορά, έτσι το θέλει η μοίρα, μία και απρογραμμάτιστη είναι η επίσκεψη σε κάθε όνειρο. Μετά; Μετά βρικολακιάζει και ζητάει τα λύτρα της χαράς σε λύπη ισόποση.

Το πράγμα στράβωσε από την αρχή. «Κατάστρωμα; Μα εμείς σου κρατήσαμε θέση σε καμπίνα!» Κουβέντα δε σήκωναν. Και στο τέλος άρχισαν και οι κλαυθμυρισμοί, «να μην είναι μόνη της η μάνα», λες και είχε ποτέ ανάγκη κανέναν η μάνα… Έτσι βρέθηκε κλεισμένη σε μια καμπίνα, κι ας μισούσε τις καμπίνες των επιβατικών. Μπορεί και λόγω κλειστοφοβίας μπορεί και για χίλια άλλα που της θύμιζαν.

Και η υπόλοιπη παρέα; Στο κατάστρωμα με κιθάρες και τραγούδια, με «αχ! θάλασσα μου σκοτεινή» και φεγγάρι και αστέρια και φωσάκια μέσα στη νύχτα στην άκρη του ορίζοντα… Σαν τότε, τότε που έκανε βάρδιες στις γέφυρες. Μα πώς μπορεί να της ζητάνε να κλειστεί σε μια καμπίνα; Και να νομίζουν πως έτσι την περιποιούνται καλύτερα λέει… «σε κρεβατάκι εσύ, με το σεντονάκι σου και την κουβερτούλα σου και με το μπάνιο σου»… Ποιος ξέρει; ίσως να το θεωρούσαν και αχαριστία που πρόβαλε αντιρρήσεις.

Όχι, δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Πως χάρισμα και δώρο δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από εκείνο που ο ίδιος επιθυμείς και θέλεις. Και όχι ό,τι οι άλλοι νομίζουν καλό για σένα. Πόσες φορές το ίδιο; Ξανά και ξανά και ξανά. Να αρνούνται όσα ζητούσε και να απαιτούν να πάρει εκείνα που ήθελαν οι άλλοι. Γιατί; Για να νιώσουν εκείνοι καλύτερα;

Κάπου πίσω στο χρόνο πρέπει να ήταν η απάντηση στην τεράστια δυσφορία που της προκαλούσαν τέτοιες συμπεριφορές. Μα ποιος στα άδυτα της ψυχής μπορεί να καταδυθεί και να βρει τη σωστή απόκριση;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Της μηχανής...   Κυρ Φεβ 22, 2009 9:12 am

Θυμάται, σκόρπιες σκέψεις… Ετών επτά. Που την πήραν μακριά από τη μάνα της για να σπουδάσει σε καλύτερο σχολείο. Τρία χρόνια. Στα χρόνια που όλα τα παιδιά έχουν ανάγκη τη μάνα. Εκείνη ήταν αλλού. Για να μάθει καλύτερα γράμματα. Γιατί; Τι θα πείραζε αν μάθαινε τα ίδια γράμματα που μαθαίνουν όλα τα παιδάκια στο δημοτικό;

Κι έπειτα στο γυμνάσιο. Δεν πρόλαβε να το ξεκινήσει καλά καλά. Πάνω που είχε δώσει τη μάχη του πρώτου χρόνου, να προσαρμοστεί, να ξεκινήσει φιλίες. Απόφαση και πάλι για αλλαγές. Για αναχώρηση στη μεγάλη πόλη που έχει καλύτερα σχολεία. Άντε ξανά από την αρχή. Να συνηθίσει σε άλλους ρυθμούς. Να μάθει και να την μάθουν όλοι αυτοί οι άγνωστοι. Ένα κοριτσάκι από την επαρχία. Οι άλλες γύρω με τις παρέες τους. Και οι καθηγητές να μην ξέρουν ούτε το όνομά της.

Έπειτα, σαν τη γνώρισαν, άρχισαν να τη λένε «πολύ δειλή και μαζεμένη – πρέπει να αποκτήσει περισσότερο θάρρος»… Πού το πουλάνε το θάρρος;

Θυμάται που όλες οι άλλες έμεναν στη γειτονιά του σχολείου. Τις άκουγε να λένε για τα Αγγλικά το απόγευμα, για τα σινεμαδάκια που πήγαιναν, για τα πάρτι που έκαναν. Για τα αγόρια τους. Εκείνη ήταν πάντα απέξω. Η δική της γειτονιά ήταν πολύ μακριά. Στον Κολωνό το σχολείο, στην Πλατεία Βάθης το σπίτι της. Κοντά στο φούρνο του παππού.

Πλατεία Βάθης - Λιοσίων
Ο φούρνος του παππού σήμερα...
Μα εκεί δεν είχε καλά σχολεία. Έτσι διάλεξαν – για το καλό της – το άλλο, το πιο μακρινό. Να μάθει καλά γράμματα! Γιατί;

Πέρναγε ώρες ατέλειωτες τότε χτίζοντας σπιτάκια, ζωγραφίζοντας και διαβάζοντας λογοτεχνία. Κάποιος καθηγητής στο παλιό γυμνάσιο της είχε πει πως είχε και καλή απαγγελία. Περίεργο πώς το ίδιο ανακάλυψαν οι φιλόλογοι και στο καινούριο σχολείο. Κάθε που είχαν ποίημα στα Νέα, έβαζαν εκείνη να το διαβάσει.

Στο σπίτι κανείς δε ρώταγε τι της άρεσε. Κανείς δε νοιαζόταν σε τι ήταν καλή και σε τι όχι. Πού να προλάβουν; Ήταν και ο άρτος ο επιούσιος. «Να φτιάξουμε κάτι, να βρουν τα παιδιά. Να ζήσουν καλύτερα!» Τι είναι το καλύτερα;

Όταν την έβλεπαν να ζωγραφίζει νευρίαζαν. «Πάλι κορίτσια ζωγραφίζεις;» Όχι, δε ζωγράφιζε μόνο κορίτσια. Ζωγράφιζε πρόσωπα. Κι ας μην ήξερε ζωγραφική. Της άρεζε να φτιάχνει πρόσωπα. Κάτι την τραβούσε σ’ αυτό. Κάτι πετούσε ελεύθερο εκείνες τις ώρες που τραβούσε γραμμές στο άσπρο χαρτί. Ποιος νοιάστηκε όμως ποτέ τι της άρεσε;

Για τα βιβλία τα πράγματα ήταν καλύτερα. Μόνο που τα χωρίζανε σε καλά και κακά βιβλία κι εκεί άρχιζε και πάλι ο τσακωμός. Τα έκρυβε κάτω από το στρώμα και τα διάβαζε με το φακό τις νύχτες. Κι άλλα τα βούταγε κρυφά από τη βιβλιοθήκη του πατέρα. Η κρυφή γοητεία του απαγορευμένου; Ή η λαχτάρα να μάθει όσα δεν της έλεγαν;

Κάπου εκεί της χαμογέλασε και η τύχη στο πρόσωπο μιας γιαγιάς που της έχωνε στην τσέπη συνέχεια χαρτζιλίκι. Θύμωναν οι γονείς σαν έπαιρναν είδηση τι γινόταν και έβαζαν τις φωνές σε γιαγιά και εγγονή. «Μη δίνεις λεφτά στα παιδιά, θα τα χαλάσεις!» Ευτυχώς που τα συγκεκριμένα λεφτά δε χάλασαν τίποτε… γίνονταν βιβλία και αργότερα άρχισαν να γίνονται σινεμά και θέατρο. Κάποια στιγμή έγιναν και φωτογραφική μηχανή…

Α, δε θα ξεχάσει ποτέ εκείνη τη μέρα που πήρε την απόφαση. Ένα μικρό μαγαζάκι ήταν κάπου στη Χαριλάου Τρικούπη. Χρόνια αργότερα θα ξαναβρισκόταν εκεί, απέναντι, σε ένα βιβλιοπωλείο που το λένε Παρ’ Ημίν. Αγοράζοντας πια βιβλία εκείνου του ανθρώπου που της έμαθε ότι ο καθένας χρωστάει να γίνει εκείνο ακριβώς που τον προόρισε η φύση και πως η αλήθεια δε φτιάχνεται από τους ανθρώπους, της φύσης είναι κι αυτή.

Εκεί χώθηκε, στο μαγαζάκι, και μίλησε με ένα γαλήνιο γέροντα μαγαζάτορα. Λίγα τα λεφτά, τι μηχανή να έπαιρνε; Και όμως εκείνος της έδωσε την καλύτερη για τόσο λίγα χρήματα. Μια Agfa πόκετ, μια τόση δα μηχανούλα. Μ’ αυτήν έβγαλε τις πρώτες της φωτογραφίες.

Η παρέα του Λυκείου σε ώρα εκδρομής - μάλλον στον Όσιο Λουκά...
Και συνέχισε να βγάζει για χρόνια. Μέχρι που σταμάτησαν να βγαίνουν φιλμ για τέτοιες μηχανές…

Θυμάται που κάποια στιγμή βρέθηκε ένας θείος να της χαρίσει μια καλύτερη. Ολύμπους; Ολύμπους πρέπει να ήταν. Είχε λεφτά εκείνος ο θείος, άσχετο που όταν ήταν παιδί δε θυμάται ούτε μία σοκολάτα να της πήρε… Θυμάται μόνο που δεν την άφηναν να πλησιάζει στον κήπο του γιατί εκείνος δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει. Και όχι που του έφταιγε το παιδί. Μα δε συχωρούσε τον πατέρα της που πήγε και παντρεύτηκε άλλη από εκείνη την πλούσια νύφη που ο ίδιος του είχε βρει ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟΥ! Δεν την κράτησε εκείνη τη μηχανή. Τη χάρισε στον πατέρα, που και του άρεσε από την πρώτη στιγμή και τη χρειαζόταν. Εκείνη είχε τη δική της μηχανούλα και δε θα την αποχωριζόταν για καμιά άλλη μηχανή στον κόσμο.

Κάποτε, τα παλιά χρόνια, έβαζαν κτερίσματα στους ανθρώπους που έφευγαν κάτοπτρα και πεσσούς και άλλα αγαπημένα αντικείμενα. Σκέφτομαι πως στη σημερινή εποχή και για την περίπτωση που μιλάμε καλύτερο κτέρισμα από τη μικρή Agfa πόκετ δε θα υπήρχε. Γιατί η μηχανή και το κορίτσι έγιναν αχώριστες για χρόνια ολόκληρα. Κάθε στιγμή, γλυκιά ή πικρή, η μηχανούλα εκείνη έκανε το κλικ και την έσωζε στην αιωνιότητα. Όλες τις στιγμές της νιότης. Τελευταία τάξη στο γυμνάσιο, φροντιστήριο για το πανεπιστήμιο, κι άλλη σχολή μετά και ταξίδια


Οι καπετάνισσες στον Ευγενίδη
και εκδρομές, και φιλενάδες και οι πρώτοι έρωτες… Όλα το ματάκι της μηχανούλας τα είδε. Ακόμη κι εκείνα που οι δικοί της δεν έβλεπαν ή δεν ήθελαν να δουν. Έφταιγε και το μεγάλο σύννεφο, το «για το καλό της». Κι ας μην ήξεραν καθώς φάνηκε στο τέλος ποιο ήταν το καλό για εκείνη…

Έκτη γυμνασίου ή και τρίτη λυκείου με τους καινούριους νόμους. Και το καλό της ήρθε και πάλι σε σύγκρουση με τα όνειρά της και όσα αγαπούσε. «Θα δώσεις ιατρική. Δεν έχει καμία δουλειά ένα κορίτσι σε γιαπιά και εργοτάξια.» Εκείνη ήθελε να γίνει μηχανικός. Ή και αρχιτέκτονας. Να μπορεί και να ζωγραφίζει. Όχι να εξετάζει αρρώστους. Ξέρεις πόση διαφορά υπάρχει ανάμεσα στο ένα και στο άλλο; Τότε όμως κανείς δε νοιάστηκε. Ούτε και σκέφτηκε πώς γεφυρώνεται μια τέτοια διαφορά. Εδώ δε σκέφτηκε ούτε η ίδια πόσο πετάρισε η καρδιά της την πρώτη φορά που μπήκε σε θέατρο. Ήταν ο Καρράς, ο Κώστας Καρράς, και το θέατρο Άλφα. Δεν το ξεχνάει αυτό… Και δεν ξεχνάει πως το επάγγελμα ηθοποιός δεν υπήρχε στο λεξικό του σπιτιού της. Θεατρίνα; Τι ήταν αυτό; Όρος άγνωστος.

Πέρασαν κοντά δέκα χρόνια μέχρι να δρασκελίσει την πόρτα μιας ερασιτεχνικής σχολής. Όταν πια ήταν πολύ αργά για τέτοιες αποφάσεις. Η Μπουχάρα… Το χαλί Μπουχάρα. Του Κώστα Μουρσελά. Αυτό το έργο της έδωσαν. Και ένιωθε εκείνες τις ώρες που έπαιζε την ίδια ελευθερία που ένιωθε παλιότερα όταν τραβούσε γραμμές στα άσπρα χαρτιά… Τι σημασία έχει πια;

Έτσι ξεκίνησε για την Ιατρική. Κι ας μην ήθελε ποτέ να γίνει γιατρός. Ευτυχώς και δεν τα κατάφερε να μπει. Για τρεις μονάδες; Ευτυχώς να λέμε. Έσωσαν και εκείνη και τους ασθενείς εκείνες οι τρεις μονάδες. Κι ας στενοχωρήθηκε πολύ τότε. Νομίζοντας πως είναι μια άχρηστη. Κι ευτυχώς που δε θέλησε να ακολουθήσει τους πλάγιους δρόμους. Τη Ρουμανία που της έλεγαν… Ήταν η πρώτη φορά. Η πρώτη που αντέδρασε «στο καλό της» και πάτησε πόδι κάτω. Ακόμη και όταν την απείλησαν πως θα πέσουν από το μπαλκόνι!

Θυμάται τώρα πια και το μπαλκόνι και όλα τα άλλα. Όσα για το καλό της κατάπινε αμάσητα… Ετών τρία στα τέσσερα ξεκίνησε αυτό το κακό. Τότε που δεν ήθελε να φάει και την ξεγέλαγαν: "Μια κουταλίτσα για το μπαμπά! Μια κουταλίτσα για τη μαμά! Μία για τη γιαγιά!" Και για εκείνη;;; Ποιος νοιάστηκε ποτέ τι ήθελε εκείνη; Τόσο που στο τέλος σταμάτησε να νοιάζεται και η ίδια. Τι θέλει ο ένας και ο άλλος και ο παράλλος. Τι θέλω εγώ; Ποια αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Της μηχανής...   Κυρ Φεβ 22, 2009 9:51 am

Εκείνο το βράδυ στην καμπίνα - περνώντας την Αδριατική για μια ακόμη φορά - όλα τούτα τα ανεκπλήρωτα και προδομένα όνειρα στοίχειωσαν στο μυαλό της. Βολόδερνε όλη τη νύχτα στην κουκέτα και ένιωθε τον αέρα λίγο, ασφυξία, να την πνίγει στο λαιμό. Περασμένες δύο, σαν αποκοιμήθηκε η μάνα και η ξαδέρφη, βγήκε στο κατάστρωμα να ανασάνει φρέσκο αγέρα του πελάγου και αρμύρα θαλασσινή. Κρεμάστηκε στα ρέλια και κοίταγε τα απόνερα της προπέλας. Πραφ πραφ πραφ…. Ίδια και η ζωή της. Να φεύγει μέσα στο σκοτάδι και να χάνεται.

Κάπου πιο πέρα η υπόλοιπη παρέα έπαιρνε το ένα τραγούδι μετά το άλλο. Γέλια και χαρές. Δεν ήθελε πια να είναι εκεί. Δεν ανήκε εκεί. Όλη τη νύχτα ως το ξημέρωμα κουβάλαγε τη μοναξιά της και σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν. Πώς στο καλό αντί για το καλό της κατάφερνε πάντα από το κακό στο χειρότερο να πηγαίνει;

Πρωί πια έφτασαν στο λιμάνι. Νοίκιασαν αυτοκίνητα και ξεκίνησαν για το Λέτσε, για το ξενοδοχείο. Κι έπειτα βγήκαν βόλτα στην πόλη. Να δουν την Ιταλία… Δεν ήθελε να δει τίποτε. Μόνο τον εαυτό της έψαχνε. Και τα χαμένα χρόνια και όνειρα.

Και τότε ήρθε το δώρο. Μια μηχανή!!!
Για το καλό της! Να μη ζηλεύει τους άλλους που είχαν μηχανές και έκαναν κλικ κλικ κλικ. Η Agfa; Είχε από καιρό βγει στην αχρηστία… Μια μηχανή λοιπόν. "Για σένα. Με αγάπη."

Ένιωσε το σφίξιμο στο λαιμό να μεγαλώνει. Την ανάσα να κόβεται. Θυμήθηκε εκείνη την παλιά ιστορία που της έλεγαν και της ξανάλεγαν από τον καιρό που δεν είχε μνήμες. Ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια. Πρωτοχρονιάτικα. Κι εκείνη, έτσι της λέγανε, να τα κοιτάει και να λέει: «Μόνο ατά μου έφελε;» Πόσο να ήταν τότε; Ίσως στα δύο, στα τρία; Και εξηγούσαν οι άλλοι πως ήταν λέει κακομαθημένη και ήθελε πολλά… Και βρήκε λίγα όσα της έφερε ο αϊ – Βασίλης.

Κι έπειτα χτύπησε λέει η πόρτα στη φτωχική καμαρούλα. Ανοίξανε και βρήκαν και κάτι ακόμη από τον … άγιο Βασίλη, τη γιαγιά δηλαδή που δεν είχε προκάνει να φέρει έγκαιρα το δωράκι της. Και έπεσε τότε το νήπιο με λαχτάρα πάνω στο δώρο και δεν το χόρταινε. Κι ας ήταν ένα μικρό, ασήμαντο δωράκι… Τι; Θα σας γελάσω… Ποιος να θυμάται μετά από τόσα χρόνια ένα πρωτοχρονιάτικο παιγνιδάκι; Μόνο της χαράς η αίσθηση δεν έσβησε. Ίδιας γεύσης με την άλλη, την αγορά χρόνια αργότερα της ταπεινής μηχανούλας.
Πάλι με χρήματα της γιαγιάς. Σύμπτωση; Ίσως…

Εκείνη όμως η μηχανή της Ιταλίας καμιά χαρά δεν έφερε. Μόνο οργή και θυμό. Και δεν έφταιγε η μηχανή. Μόνο η μηχανή δεν έφταιγε. Αργότερα, όταν ηρέμησε, την πήρε για να μη χαλάσει το χατίρι. Μια μηχανή που δεν κατάφερε ποτέ να βγάλει φωτογραφία της προκοπής. Και πάλι το φταίξιμο δεν ήταν στο μηχάνημα. Αλλά σε όσα θύμιζε. Από το βράδυ στο καράβι και τα άλλα μετά που δεν ήταν και λίγα… Τι πίκρα εκείνο το ταξίδι. Τι άθλιες αναμνήσεις. Τι δάκρυα και τι πόνος απερίγραπτος.

Τα θυμήθηκε προχτές… Όταν άλλες καταστάσεις έφεραν και πάλι δάκρυα ασυγκράτητα και πόνο εκτός ορίων. Φοβήθηκε τον εαυτό της. Το σώμα είχε παραλύσει και η ψυχή δεν υπάκουγε. Ούτε καν για το καλό της. Και κάθε που της το έλεγαν το ένιωθε σφυριά που διέλυε τα ελάχιστα κομματάκια της… Για μια ακόμη φορά «αποθανείν θέλω». Μα πώς; Πώς γίνεται οι άλλοι να θέλουν το καλό σου και εσένα να σε σκοτώνουν τα καλά τους; Και πως γίνεται τα δικά σου όνειρα ποτέ να μην τα βρίσκουν καλά; Πώς τους αφήνεις πάντα να στα καταστρέφουν;

Το τελευταίο πέθανε μόλις προχτές. Το καρτερούσε χαρά μεγάλη. Το διαλαλούσε, καμάρωνε… Κι έπειτα; Έπειτα όλα έγιναν και πάλι στάχτη και μπούλμπερη.

Παρηγορήθηκε σε μια απέλπιδα προσπάθεια επιβίωσης πως κάθε εμπόδιο σε καλό… Αχ, αυτό το καλό… Και πήρε μετά τη μηχανή, την καινούρια μηχανή που επιτέλους αγόρασε μόνη της, και άρχισε να φωτογραφίζει τις χαραμάδες του ουρανού και τη δύση. Κάπου ανάμεσα στις τέντες και στις πολυκατοικίες.
Μια φλούδα ουρανός ακόμη. Σαν τη φτενή ελπίδα πως ακόμη προλαβαίνει να κάνει κάποια όνειρα. Πως δεν τέλειωσαν όλα και δε χρωστά σε κανέναν να τα τελειώσει όλα.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Της μηχανής...   Κυρ Φεβ 22, 2009 10:07 am

Η άλλη μηχανή, η ιταλική, πάει καιρός που τα ‘φτυσε… Αφού απέτυχε να βγάλει φωτογραφίες, το κατάλαβε πως δε χρειάζεται και να δουλεύει. Βυθίστηκε οριστικά στο σκοτάδι – εκεί που ανήκε…
Και ήρθε μετά ο Βασίλης. Με τα τεράστια γαλάζια μάτια. Ο Βασιλάκης που κανένα καλό δεν του έβρισκαν οι άλλοι. Σε παλιότερες εποχές δε θα δίσταζαν να τον στείλουν για τον Καιάδα. Ήρθε αυτό το παιδί για να φωτίσει τη ζωή της, να της δείξει και να της μάθει όσα ποτέ κανείς δεν της έδειξε και δεν της έμαθε. Χρόνια τρία. Αυτή ήταν η δασκάλα μα ο Βασίλης τη δίδαξε. Ποιο είναι τελικά το καλό μας; Αυτό που αγαπάμε και θέλουμε! Τίποτε άλλο.

Ο Βασιλάκης με τη μηχανή του. Η αποκάλυψη. Ένα κρυφό ταλέντο εκεί που οι άλλοι έβλεπαν μόνο σκοτάδι και αποτυχία.
Απόκριες ήταν και πέρυσι όταν ο Βασίλης έφερε τη μηχανή του στο σχολείο να φωτογραφίσει το πάρτι. Τότε έγινε και το κλίκ… Σαν είδε τη φωτογραφική στα χέρια του παιδιού. Και σαν εκείνο κάθισε και της έδειξε πώς δουλεύει. Ο Βασιλάκης που για να βγει κάθε φορά διάλειμμα ήθελε πρώτα μια αγκαλίτσα. Και μετά; Κανένα πρόβλημα. Κανένα παράπονο στην αυλή για τη συμπεριφορά του Βασίλη. Τόσο απλό και τόσο μαγικό το φάρμακο…

Πήγε μετά και αγόρασε κι εκείνη μια μηχανή. Ίδια με του Βασίλη. Τι σημασία έχει αν δεν ήταν μάρκας; Τη λάτρεψε την καινούρια μηχανή. Όσο και εκείνη, την παλιά. Κι ας μη βγάζει καλές φωτογραφίες τη νύχτα. Αχώριστες έγιναν και πάλι. Ο άνθρωπος και η μηχανή. Να απαθανατίζει το μηχάνημα όσα η ψυχή της λαχταράει να τα κρατήσει για πάντα. Ανθρώπους και νησιά και ηλιοβασιλέματα και λουλούδια και αρχαίους τάφους και αρχαίες κολόνες… Κοντά οκτώ χιλιάδες κλικ σε λιγότερο από ένα χρόνο. Ας είναι καλά η νέα τεχνολογία, η ψηφιακή. Πού να διανοηθεί παλιά να βγάλει τόσες φωτογραφίες όταν ακόμη δούλευε με τα φιλμ;

Κι ήρθε η χτεσινή μέρα να της θυμίσει – να της αποκαλύψει πες – αυτή την ιερή σχέση. Τον έρωτα και το δεσμό με το άψυχο μηχάνημα. Ήρθαν τα δάκρυα στα μάτια μίας φίλης να αναγκάσουν στην εξομολόγηση και στο μακρύ ταξίδι προς τα πίσω. Είδε και έπαθε η καλή φίλη να την πείσει να πάρει δώρο μια καινούρια μηχανή. Αγορασμένη με πολλή αγάπη. Καμιά αμφιβολία δε χωρά γι’ αυτό. Εκείνη όμως ανένδοτη. Ούτε που δέχτηκε να τη δει τη μηχανή. Κι ας κόντεψε να λυγίσει μπρος στα δάκρυα. Κάτι όμως την κρατούσε. Κάτι την εμπόδιζε. Αν όχι όλα όσα ειπώθηκαν κιόλας, τουλάχιστον όσα έζησε τις τελευταίες μέρες. Που την έφτασαν ακόμη μια φορά εκτός ορίων και στο σημείο εκείνο που τίποτε πια δε θα κάνει για το καλό της χωρίς η ίδια να το έχει αποφασίσει. Και για εκείνους τους στίχους του Μηλιώκα που τριβέλιζαν συνέχεια το θολωμένο της μυαλό τις τελευταίες μέρες:
«Για το καλό μου για το καλό μου
ώσπου δεν άντεξε στο τέλος το μυαλό μου
πήρε ανάποδες στροφές για το καλό μου
και είμαι στο θάλαμο εννιά για το καλό μου
στην ηρεμία για να βρω τον εαυτό μου…

Για το καλό μου για το καλό μου
έχει μουδιάσει το κορμί και το μυαλό μου»
Έτσι ακριβώς είχε μουδιάσει και το δικό της κορμί και το μυαλό προχτές. Κι όλο έλεγε «τι έχω πάθει; τι μου συμβαίνει; τι τους χρωστάω πια;» Και πώς γίνεται να προσπαθώ για το καλό του άλλου έτσι που τόσα χρόνια οι άλλοι προσπαθούσαν για το δικό μου και στο τέλος να γίνεται ο χαμός; Να τον φροντίζεις, να τον κανακεύεις, για το καλό του! να του τα έχεις όλα στο χέρι, να μην κουραστεί, να γίνουν όλα όπως πρέπει για να γειάνει και στο τέλος να σου λέει πως τον βασάνισες κιόλας;

Ένα κουβάρι όλα μέσα της. Όλα τα καλά που γίνονται αίφνης κακά και ανατινάζουν μυαλό και σώμα. Ποιο είναι τελικά αυτό το ρημάδι το καλό πανάθεμά το;

Και θυμήθηκε τότε εκείνη τη νύχτα στην Ιταλία. Όχι στο καράβι, την άλλη στη Μπόβα Μαρίνα. Την τελευταία του ταξιδιού. Που όλα τα καλά είχαν και πάλι μπλεχτεί κουβάρι… Αγάπες και έρωτες και γενέθλια και γιορτές και «εγώ κερνάω»… Κι άλλοι έκλαιγαν και άλλοι πήραν των ομματιών τους και εξαφανίστηκαν μέσα στο σκοτάδι και τους ψάχνανε.

Την άλλη μέρα, αποκαμωμένοι όλοι, πήραν το δρόμο του γυρισμού για το καράβι. Με τελευταία στάση στο μοναστήρι του Αϊ – Γιάννη του Θεριστή. Με εκείνον τον χαρισματικό καλόγερο, τον πάτερ Κοσμά. Τον ρωτήσανε κάποια στιγμή το αληθινό του όνομα. Δεν το είπε… Κι ας στενοχώρησε τους ταξιδιώτες με την απρόσμενη άρνηση. Κι ας τον είχαν ρωτήσει από καλό… Ή και ακριβώς γι’ αυτό.

Θυμήθηκε μετά και το Βασιλάκη. Και κείνο τον πλούσιο θείο. Ακόμη και την πεθαμένη γιαγιά. Που έδινε χρήματα και έλεγε «πάρε μόνη σου ό,τι θέλεις και έχεις ανάγκη». Στα τελευταία της το χάλασε κι εκείνη. Και της έδινε πια με το έτσι θέλω χρήματα κι ας μη τα είχε πια ανάγκη. Τη θυμάται να την κυνηγάει στη στάση για να της δώσει τελευταία στιγμή το χιλιάρικο, να μην μπορεί να αντιδράσει μπρος στην ανοιχτή πόρτα του λεωφορείου. Κι έπειτα τη θυμάται στο νοσοκομείο. Να τους διώχνει όλους γιατί δεν τους είχε ανάγκη. Μόνο εκείνη τη φορά που της έβαλαν το βηματοδότη – τη δεύτερη καρδιά της όπως την έλεγε – ζήταγε απελπισμένα κάποιον δικό της. Τη θυμάται πόσο χάρηκε σαν την είδε. Γιατί εκεί και τότε είχε ανάγκη και ήθελε κάποιον δίπλα της. Η ίδια γιαγιά που της έμαθε το:
«Όλο τον κόσμο ρώτα και από το νου σου μη βγαίνεις».
Τι ωραία που θα ήταν αν το λέγαμε και ανάποδα. Όλο τον κόσμο βοήθα μα άσε τους άλλους να αποφασίζουν μόνοι τους αν θέλουν τη βοήθειά σου. Ή, όπως λέει η σοφή παροιμία:
«Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό.»
Θέλει ο άλλος το παίρνει, θέλει το αφήνει… Μη του κακιώνεις και μην του πεισμώνεις, μην κλαις και μην απαιτείς με το έτσι θέλω να δεχτεί το … καλό σου. Είναι δικό σου, όχι απαραίτητα και δικό του καλό. Κι αυτό που εσύ με τόση αγάπη προσφέρεις μπορεί στον άλλο να ξυπνά τόσες δυσάρεστες μνήμες όσες και τούτη η ιστορία.
___________________

Μια μηχανή…
Είδες πόσα μπορεί να κρύβει μια μηχανή;
Έγιναν αιτία τα δικά σου δάκρυα να εμφανίσω το κρυφό της φιλμ. Ελπίζω να έχουν σταματήσει και να δεις τις εικόνες. Να δεις και την άλλη όψη. Το «όχι» που ειπώθηκε και την αιτία που αρνήθηκα το δώρο σου. Που ακόμη και αν το αρνήθηκα, θέλω να σε ευχαριστήσω από καρδιάς για την αγάπη που μαρτύραγε. Όπως και τόσα άλλα – πολλά - που έχεις κάνει για μένα. Ή και ακριβώς γι’ αυτά... Για το μέτρο, καλή μου, σε όσα δίνουμε και όσα παίρνουμε.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΙΩΝΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 881
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Της μηχανής...   Δευ Φεβ 23, 2009 1:28 pm

να σ' πω... μια και εσύ δεν τη θέλεις τη μηχανή και μια και εγώ έχω ξεμείνει ... μήπως να μου την έκανες πάσα;lol!

(μα να μη δεις ούτε τι μάρκα είναι;;;;;;;; smile_basic_eleos

τουλάχιστον να ξέρω αν αξίζει τον κόπο.... rolleyes rolleyes rolleyes

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
 
Της μηχανής...
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: HOMA EDUCANDUS :: ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΥΜΗΣ-
Μετάβαση σε: