ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Loukia Sofou
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος


Αριθμός μηνυμάτων : 377
Registration date : 10/12/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ   Σαβ Νοε 08, 2008 1:39 pm

Το παρακάτω κείμενο είναι από το βιβλίο "Ευλογημένο Καταφύγιο" του συγγραφέα ζωγράφου και αγιογράφου Φώτη Κόντογλου που γεννήθηκε σαν σήμερα, 8 Νοεμβρίου 1895 στο Αϊβαλί, (τις αρχαίες Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας.


H ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ
και τα νεοπλουτικά καμώματα

Αυτές τις μέρες μου δώσανε για δώρο τα "Άπαντα" του Παπαδιαμάντη. Μέσα σ' αυτά, που είναι ένα αληθινό περιβόλι γεμάτο από αγνά ελληνικά λουλούδια, βρίσκει κανένας κι όλες τις μιζέριες, που μας δέρνουνε και σήμερα, την καταραμένη και ντροπιασμένη ξενομανία, το ξίππασμα που νοιώθουμε στο να φαινόμαστε κοσμοπολίτες, την καταφρόνεσή μας στους σεμνούς ανθρώπους και την τσιγκουνιά μας να τους ανακουφίσουμε, δίνοντάς τους έστω και μιά σταλαγματιά με την άκρη του δαχτύλου μας, την πρεμούρα που έχουμε στο να κρίνουμε τα πάντα "από τρίποδος" σαν την Πυθία, ή καλύτερα, "από τετράποδος", και πολλά άλλα.
Ανοίγοντας κατά τύχη, έναν τόμο του Παπαδιαμάντη, έπεσε το μάτι μου σ' ένα σύντομο γράψιμό του "Ο εθνικός χορός και η μουσική". Είδα, λοιπόν, πως ο μακαρίτης ήτανε πολύ πιό αυστηρός κι απότομος από μας, σαν έγραφε για τις πληγές αυτές της φυλής μας, που είπα παραπάνω. "Έ, βρε μπάρμπ' Αλέξανδρε! - είπα μοναχός μου. Πού να ζούσες τώρα να δεις την Ελλάδα! Στα χρόνια σου ήτανε ελληνικώτατη, κι όλο γκρινιάζεις για τη λεβαντινιά της. Έπρεπε να σε είχα τώρα, να δεις τη γελοιογραφία της Ελλάδας. Να δεις τετραφωνία και βαρκαρόλες στις εκκλησιές, να δεις τσιγαροφούγαρα τις ελληνίδες, να δεις αδιαντροπιές, να δεις τεντυμπόϊδες, να δεις νεολαία που ξημεροβραδυάζεται στους κινηματογράφους και στα καμπαρέ, να δεις μαϊμούδες αντί Έλληνες, να δεις ξενύχτια με την τράπουλα στο χέρι, να δεις πολυτέλεια κ' επίδειξη από το' να μέρος, και δυστυχία αβάσταχτη από τ' άλλο, και να κλάψεις, να κλάψεις σαν τον Ιερεμία... "

Να, λοιπόν, τι γράφει ο Παπαδιαμάντης : "Ισχυρίζονται, ότι δεν ήτο δυνατόν να περισωθή εκ στοματικής παραδόσεως η μουσική των αρχαίων Ελλήνων. Άρα, η βυζαντινή είναι μεσαιωνική και αφόρητος εις τα αριστοκρατικά ώτα των παρ' ημίν νεοπλούτων.
"Αλλά δεν εσώθη επί αρχαίων αγγείων το σχήμα και ο τρόπος της αρχαίας ελληνικής
ορχήσεως ; Δεν φαίνεται, ότι ο τσάμικος και ο συρτός και ο καλαματιανός είναι όμοιοι με τον κύκλιον και τον πυρρίχιον των παλαιών μας προγόνων; Διατί τότε απορρίπτουσι τον εντόπιον, τον εν κύκλω και γραφικότητι και πλαστικότητι σωμάτων χορόν, και ασπάζονται τον ξενικόν, τον κατά ζεύγη;
"Aπλούστατα. Διότι τους αρέσει ο πολιτισμός των Εσπερίων, και μόνον προς το θεαθήναι επιτηδεύονται ότι είναι θαυμασταί, δήθεν, του αρχαίου περικαλλούς κόσμου...
"... Διά τούτο εφυλάχθη παρ' έλλησιν ο αγνότερος οικογενειακός βίος και η τιμή της γυναικός...
"Αυτά, λοιπόν, τα ήθη (του εκφυλισμένου εξωτερικού κόσμου), ήρχισαν, και εξακολουθούν διαρκώς, να μας εισάγωσιν εις Αθήνας. Όπως δεν ασπάζονται τον εθνικόν χορόν, ίσως διότι δεν είναι αρκετά συγχρωτιστικός των μελών, ούτως απορρίπτουσι και την εθνικήν μουσικήν, επειδή δεν είναι αρκετά γαργαλιστική των ώτων. Και αν ήτο δυνατόν επιστημονικώς ν' αποδειχθή, ότι η βυζαντινή είναι αυτούσιος η μουσική των αρχαίων Ελλήνων, πάλιν οι Λεβαντίνοι θα την απέρριπτον, τάχα ως απηρχαιωμένην και έξω της μόδας. Διότι, δια να είναι τις ικανός να αισθανθή και εκτιμήση πράγμα τόσον αβρόν, όσον η βυζαντινή μουσική, πρέπει να έχη ή απλότητα ή λεπτότητα. Αλλ' η παρ' ημίν αριστοκρατία, την μεν απλότητα δυστυχώς απώλεσε προ πολλού, εις βαθμόν δε τινα λεπτότητος ουδέποτε κατώρθωσε να φθάση.
"Άλλως, η βυζαντινή μουσική είναι τόσον ελληνική, όσον πρέπει να είναι. Είναι η μόνη γνησία και η μόνη υπάρχουσα. Και δι' ημάς, εάν δεν είναι η μουσική των Ελλήνων, είναι η μουσική των Αγγέλων".
Ύστερα απ' αυτά, τι λένε όσοι στραβομουτσουνιάζουνε για κάποια πράγματα που γράφουμε, γιατί τα λέμε, τάχα, πολύ αλμυρά; Αλλά κάποιοι απ' αυτούς θα πούνε, πως κι ο Παπαδιαμάντης είναι ένας παλαιοημερολογίτης, ένας βρουκόλακας, μιά πνευματική μούμια. Πώς να παραδεχτούμε για πνευματικόν οδηγόν τον Παπαδιαμάντη, ένα φτωχό και ταπεινό ανθρωπάκι; Οδηγός μας είναι ο κάθε ρεκλαμαδόρος κουφιοκέφαλος, που κάνει και διαλαλεί όλες τρις ανοησίες στ' όνομα της εξέλιξης, της προόδου και του μοντερισμού. Κάτι τέτοιοι έχουνε χειροτονήσει τον εαυτό τους για οδηγό, κ' εμείς οι άλλοι τους αφήνουμε κι ανεβαίνουνε απάνω στο κεφάλι μας: "Δώσε θάρρος του χωριάτη, ν' ανεβεί και στο κρεβάτι!". Εμείς θέλουμε τέτοιους, αδιάντροπους, να μας κάνουνε τον δάσκαλο, και τους λέμε "δυναμικούς". Τον λύχνο τον βάλαμε κάτω από το μόδιο, και στον λυχνοστάτη βάλαμε κάτι τέτοιους φωστήρες. Άνθρωποι σαν τον Παπαδιαμάντη, έπρεπε να είναι για μας οδηγοί σε όλα, γιατί, όπως λέγανε οι αρχαίοι, "Αγαθοί άνδρες, εικόνες θεών εισίν". Καλότυχα τα έθνη που έχουνε τέτοιους οδηγούς!

Τώρα, ας πούμε και τα σημερινά μας. Τα σχολειά, αν βγάλει κανένας λίγα στην μπάντα, τ' άλλα όλα δουλεύουν για να βγάλουνε λεβαντίνους κι όχι Έλληνες, μ' όλα τα ψευτοελληνικά εξωτερικά πασαλείμματα. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που διδάσκουνε τα παιδιά μας κινήσανε από το χωριό, και πέσανε με τα μούτρα στα "μοντέρνα". Γινήκανε θεριακλήδες του μοντερνισμού. Ο νους κι ο λογισμός τους, μέρα-νύχτα, στριφογυρίζει στις μοντέρνες ανοησίες. Την Ελλάδα δεν θέλουνε μήδε να την ακούσουνε, την "Ψωροκώσταινα"! Δεν υπάρχει πιο αντιπαθητικό και πιό μικρόμυαλο πλάσμα από τον ξιππασμένο άνθρωπο, που αρνήθηκε το γάλα της μάνας του και ρεμπεύεται κιόλας γι' αυτό το κατόρθωμα.
Λοιπόν, από τέτοιους δασκάλους τι θα μάθουνε τα παιδιά μας, τα κακόμοιρα τα παιδιά μας; Θα μάθουνε, πώς να γίνει κανένας σπουδαίος και για να φαίνεται πως είναι έξυπνος, πρέπει να μην έχει τίποτα ελληνικό πάνω του. Ακόμα και το μόρτικο ύφος, που είναι σήμερα της μοντέρνας μόδας, πρέπει να είναι ξενικό, τεντυμποϊκό.
Είτε βιβλίο, είτε τραγούδι, είτε παιδικό θέατρο, είτε χορός, είτε προσευχή, όλα πρέπει να μην είναι ελληνικά, για να είναι καλά για τους μαθητές των σκολειών μας.
Στα βιβλία, στα παιδικά θέατρα, στα παραμύθια και στα βλακώδη αναγνώσματα, όλα είναι ξανθά. Όλα! Άνθρωποι, ζώα, σύννεφα, τοποθεσίες. Αν ήτανε μπορετό να γίνει κ' η θάλασσα ξανθιά.
Ένα από τα "σκετς", που παριστάνουνε τα παιδιά στο σκολειό τούτες τις μέρες, έχει για υπόθεση τη Γέννηση του Χριστού, ή καλύτερα, κατά τους μοντερνοποιημένους "Έλληνες", "του Χριστούλη μας". Λοιπόν, θαρρώ πως άνθρωπος που έχει έστω και μιά στάλα ελληνικό αίμα μέσα στις φλέβες του, ή και μοναχά λίγη φυσική ευαισθησία, δηλαδή που δεν είναι από κείνους που σφεντονιστήκανε μονομιάς από τη στρούγκα στην πολυκατοικία, θαρρώ λοιπόν, πως δε μπορεί να αντέξει σε μιά τέτοια παράσταση. Τόση αηδία, τόση βλακεία, τόση ασυναρτησία, ακαλαισθησία, προχειρότητα, χοντράδα, κακομοιριά κάθε λογής, θα δει και θ' ακούσει, που θα πάρει τα βουνά. Πρώτα-πρώτα, αυτές οι θεατρικές ηλιθιότητες είναι καμωμένες απάνω σε μοντέλα του κινηματογράφου. Όλα είναι ξανθά, οξυζενέ, ο Χριστός, η Παναγία, ο γέρο-Ιωσήφ, οι Άγγελοι, οι τσομπάνηδες, οι μάγοι, τα πρόβατα, τα γαϊδούρια, όλα "ογρωπαϊκά"! Ο Ηρώδης είναι τεφαρίκι (εύρημα) για τα γούστα του σκηνοθέτη. Γιατί είναι κακούργος κ' εκφυλισμένος, δηλ. δυναμικός, αρχιγκάγκστερ, σαν αυτούς που βλέπει ο κόσμος στις κινηματογραφικές "υπερδημιουργίες". Αλλά κ' οι συνηθισμένοι γκάγκστερς, αυτό το ευωδιασμένο φρούτο της Οθόνης, δεν λείπουνε από το τερατούργημα του παιδικού θεάτρου, για να φτάξει στην τελειότητα. Κάποιοι, λοιπόν, γκάγκστερς πάνε να κλέψουνε τον χρυσό, που πρόσφερε ο ένας Μάγος στον ξανθό μπεμπέ του Νεστλέ, δηλαδή στον Χριστό. Ώ! Τι πρωτοτυπία! Τι εφεύρεση, που θα την ζήλευε κι ο "Πήτερ Πάτερ", που έχει καταπλήξει τον κόσμο με τις υπερδημιουργίες του! ...
Αλλά κ' η μουσική βρίσκεται στο ίδιο ύψος! Ροκ-εν-ρολ, Κρίστμας, τσα-τσα-τσα!, δηλαδή: άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες! Από ελληνικό μήτε μυρουδιά! Αυτό έλειπε, ν' ανακατέψουμε τούτο το ωραίο πράγμα, που θά' χε μεγάλη επιτυχία και στο τελεβίζιο, με τα βλάχικα και με τους καλλικάντζαρους!...
Τέτοια μασκαραλίκια βλέπουνε κι ακούνε τα παιδιά μας, κ' η ψυχή τους πλάθεται "ελληνοπρεπώς". Φτάνει που τραγουδάνε με ευρωπαϊκή μουσική (όχι με ελληνική, για τ' όνομα του Θεού!), πως η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνε! Τι κάνει άραγε το Υπουργείο της Παιδείας;
Kακόμοιρη Ελλάδα! Άλλες φορές παίδευες τον κόσμο, κ' έκανες παιδιά σου τους ξένους. Μα τώρα απόμεινες άκληρη, γιατί και τα δικά σου τα παιδιά δεν θέλουνε να σε ξέρουνε! ...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ   Σαβ Νοε 08, 2008 2:58 pm

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος για το Φώτη Κόντογλου:

Η πρώτη μου γνωριμία με το είδος γραφής του Φώτη Κόντογλου, έγινε στα μαθητικά μου χρόνια. Τότε διάβασα το βιβλίο του «Πέδρο Καζάς» (εκδόσεις Χ. Γανιάρη, 1922) και εντυπωσιάστηκα από την ιδιοτυπία του: Γλώσσα, τρόπος αφήγησης, πειστική περιπέτεια. Κι όπως τα καλά βιβλία που μπορούσαν να φτάσουν ως την επαρχία μου ήταν ελάχιστα, το διάβασα και το ξαναδιάβασα.

Έτυχε μάλιστα να το διαβάσω κοντά - κοντά με το «Ντε προφούντις» του Όσκαρ Ουάιλντ, ένα βιβλίο που με είχε συνεπάρει με τον κεντημένο του λόγο, τη λεπταισθησία και την πραγματικά εκ βαθέων ανθρώπινη θλίψη του.

Αυτά και άλλα, που παράλληλα διάβασα την ίδια εποχή, δεν είχαν καμμία σχέση το ένα με το άλλο. Αποτελούσαν διαφορετικούς κόσμους άσχετους μεταξύ τους. Μπορούσα να διακρίνω έτσι τους κόσμους αυτών των δημιουργών, που ο καθένας τους είχε τη δική του ατμόσφαιρα, το δικό του χρώμα, τη δική του ιδεατή αυτοτέλεια. Το κοινό τους γνώρισμα ήταν το ότι είχαν τη δύναμη να επιβάλλουν την αποδοχή τους και να εντυπώνουν στο μυαλό μου το όνομα του συγγραφέα τους.

Από τότε τοποθέτησα το όνομα του Φώτη Κόντογλου στα ιδιαίτερά μου. Δεν μπορούσα να αποστώ του πειρασμού. Αναζητούσα κάθε νέο βιβλίο ή ανάτυπο, φυλλάδιο, ή επιφυλλίδα που είχε το όνομά του. Ακόμη και το «πεποιημένο» ύφος του στις πολύμορφες αφηγήσεις των τελευταίων χρόνων του δεν ήταν στερημένο από την ιδιότυπη γοητεία του εύστροφου και πληθωρικού Ανατολίτη Κόντογλου. Ο συγκερασμός του εξωτικού, του μυστικιστικού, ιστορικού ή απλώς παραδοσιακού στοιχείου στον σχεδόν λαϊκό λόγο, δε σε άφηνε αδιάφορο.

Ο Κόντογλου ήταν ένας καθαρόαιμος Ρωμιός και μαγνήτιζε με τα κείμενά του τον λίγο ή πολύ Ρωμιό που όλοι μας έχουμε μέσα μας.

Ο συγγραφέας του «Πέδρο Καζάς» αποτελεί μιαν ιδιοτυπία για τα Γράμματά μας, για τη ζωγραφική, ακόμη και τις δοκιμιακές επιδόσεις του («Η τέχνη του Αθω» 1923, «Για να πάρουμε μια ιδέα για τη ζωγραφική» 1929, «Έκφρασις» 1960).

Κι αν η ιδιοτυπία είναι αυτό που ξεχωρίζει τις προσωπικότητες μεταξύ τους, η δική του ιδιοτυπία αποτελεί μια μοναδικότητα. Οι δημιουργοί καλύπτουν την ιστορία της ζωής και η απουσία της δικής του ιδιοτυπίας θα άφηνε μια μακριά περίοδο δρώμενων της φυλής μας ανιστόρητη. Το γένος, η πίστη, η ορθοδοξία, η αποκοτιά, η περιπέτεια, το εξαγιασμένο από το αίμα πατρικό χώμα, πράγματα «φημισμένα» που πάνε να λησμονηθούν, ο Έλληνας. Κυρίως ο Έλληνας, που εξαιτίας της πίστης του και των βασάνων του, απόχτησε μια θειότητα σ' αυτόν τον κόσμο.

Ο Έλληνας για τον Κόντογλου, έχει μιαν αγιότητα μέσα του κι είτε γίνεται πειρατής, είτε κουρσάρος, είτε και φονιάς ακόμη, ο Θεός όλα του τα συγχωρεί.

Το πνεύμα αυτού του Έλληνα και αυτής της εποχής, αποτελεί τη συνισταμένη της ψυχής και του πνεύματός του. Είναι ο ίδιος καμωμένος από τη δόξα των ηρώων του. Κι αν δεν ήταν συγγραφέας, ζωγράφος, εικονογράφος βιβλίων, δάσκαλος, θα μπορούσε να είναι θαλασσοπόρος και πειρατής και κουρσάρος. Ο κόσμος του δε δέχεται καμμία επιρροή από τον έξω κόσμο. Εκφράζεται με τη δική του σκέψη, τη δική του γλώσσα, το δικό του ύφος. Γράφει όπως ένας ασπούδαχτος. Πρότυπά του ο λαϊκός λόγος, γραμμένος ή προφορικός. Φιλοδοξεί να γίνει ο απολογητής των παθών του Έλληνα, που πιστεύει και πολεμάει αδιάκοπα με κάθε τρόπο.

Ήταν γύρω στο 1946 όταν στο βιβλιοπωλείο «Αετός» μισογυρμένος, όπως το συνήθιζε, με ακουμπισμένο με το ένα του πλευρό σ' έναν πάγκο από βιβλία, μου μίλησε μ' ένα πάθος σχεδόν μανιακό γι' αυτά τα ξένα ρεύματα που έρχονται να ανατρέψουν την ιστορική συνέχεια αυτού του Έλληνα. Μου έλεγε:

«Αυτοί που τα δέχονται, είναι πολέμιοι του γένους μας. Εμείς δεν πρέπει να χάνουμε το θεό από τα μάτια μας κ' εκείνους που με τα βάσανά τους μας οδήγησαν ως εδώ που είμαστε. Έτσι που πάμε, θ' αφανιστούμε».

Αποτελεί κι αυτό μια πλευρά της μοναδικής ιδιοτυπίας του Κόντογλου, που δεν ήταν απαλλαγμένος κι από ένα είδος δονκιχωτισμού για τις μέρες εκείνες και, φυσικά, και για τις μέρες μας. θεωρούσε προδοσία την απομάκρυνση από το πνεύμα των αδάμαστων ψυχών». Αυτό που ο ίδιος έλεγε «τιμιότατον» για το έργο του ήταν η παθολογική του αγάπη, η συνοστέωσή του θα έλεγα μ' αυτό τον τόπο, τις παραδόσεις του και τη θρησκεία του. Η μονομανία του μεταβαλλόταν κάποτε σε σκέτη χολή.

«Τι ψυχολογίες, τι υποσυνείδητα, τι ιψενικά τρίγωνα, τι πασχαλινά τετράγωνα, τι σοφίες που τρέμει ο κόσμος, τι θεωρίες, φοβερά πράγματα(...) Τι είπε ο Προυστ, τι έκανε ο Μπωντλαίρ(...) γιόμισε ο κόσμος από λογής - λογής ξεράσματα και κλεφτοφάναρα».

Ωστόσο, αν δεν ήταν ο τόσο πεισματικά ασυμβίβαστος, ο κολλημένος όπως το όστρακο πάνω στη δική του πέτρα, δεν θα ήταν ο Φώτης Κόντογλου, ο κάποτε ηρωικο-κουτσαβάκης, αλλά κάτι άλλο.

Είναι ένας έντιμος και δίκαιος που προσωποποιεί τον Έλληνα ανάμεσα στο Βυζάντιο και τη Μικρασιατική καταστροφή.

Ο Κόντογλου δεν απέτυχε σ' αυτή την προσωποποίηση, ούτε ως συγγραφέας, ούτε ως ζωγράφος, ούτε ως αγιογράφος, ούτε ως εικονογράφος βιβλίων. Με την αντίληψη ότι «ο ποιητής είναι ανάγκη, δίχως άλλο, νάχει χαρίσματα ζωγράφου» και, φυσικά, κι ο ζωγράφος χαρίσματα ποιητή, κατόρθωσε να ενοποιήσει την πολύμορφη δραστηριότητά του και να επιβάλει τη δική του ιδιότυπη προσωπικότητα, δίνοντας τα πράγματα και τα συμβάντα των ημερών που ιστόρησε με κάποια φυσικά και κάποτε ηθελημένη απλότητα, με φαντασία, αλλά χωρίς φανταχτερά χρώματα, όπως έδωσε και τους Αγίους του. Γήινα πράγματα, επιβεβαίωση της θεότητας.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ   Κυρ Νοε 09, 2008 12:48 pm





Ο Φώτης Κόντογλου και η Νεοελληνική Ζωγραφική


Από το βιβλίο Μνήμη Κόντογλου, εκδοτικός οίκος Αστήρ, Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1975


Η πολυσήμαντη προσφορά του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική θα μπορούσε να συνοψιστή σε τρεις εκφάνσεις. Στο δημιουργικό ζωγραφικό του έργο, που βασιζότανε στη βυζαντινή τεχνική· στο αγιογραφικό του έργο, που ξαναέφερνε την ορθόδοξη ζωγραφική στις εκκλησίες μας· στο διδακτικό, τέλος, έργο του είτε άμεσο, είτε κυρίως έμμεσο, που υπήρξε από τους ισχυρότερους μοχλούς της στροφής της πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής στην ανακάλυψη των ζωγραφικών, αλλά και ουσιαστικώτερων πνευματικών αξιών της ελληνικής παράδοσης.

Όταν ο Φώτης Κόντογλου έκαμε με το συγγραφικό κυρίως και το ζωγραφικό έργο του τη θυελλώδη είσοδό του στην καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδος, η κατάσταση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής είχεν αλλάξει. Η Σχολή του Μονάχου υποχωρούσε χωρίς να έχη τελείως εκλείψει. Οι μοντέρνες ζωγραφικές αντιλήψεις έκαμαν την εμφάνισή τους με τον Παρθένη, το Μαλέα κ.ά., που άνοιγαν καινούργιους δρόμους, οδηγημένοι από την επαναστατική λάμψη του Παρισιού, όπου τώρα έστρεφαν τα βλέμματά τους για να σπουδάσουν οι νεώτεροι καλλιτέχνες.

Έτσι ουσιαστικά το κίνητρο της αλλαγής πορείας της Νεοελληνικής Ζωγραφικής ήταν πάλι εξωτερικό και όχι εσωτερικό. Μόνο που τώρα η εξωτερική αυτή πηγή της τέχνης μας δεν ήταν η συντηρητική, ξεπερασμένη Σχολή, της ασήμαντης καλλιτεχνικά την εποχή αυτή, Βαυαρίας, αλλά η μήτρα της επαναστατικής μοντέρνας τέχνης. Η στροφή από το Μόναχο στο Παρίσι, παρά τα πολλά πλεονεκτήματα, όχι μόνο του συγχρονισμού, αλλά κυρίως το ότι έδινε στους νέους καλλιτέχνες δυνατότητα μελέτης των αληθινών προβλημάτων της ζωγραφικής και τους λευτέρωνε από τον απονευρωμένο ακαδημαϊσμό και την ξώπετση ανεκδοτολογική θεματολογία, είχε και τα μειονεκτήματα που παρουσίαζε και η πρώτη φάση της Νεοελληνικής Ζωγραφικής: τη μίμηση, την απρόσωπη ένταξη, που μέσα της ελλοχεύει ο κίνδυνος της απώλειας της προσωπικότητας.

Ο Φώτης Κόντογλου με το έργο του αγνόησε και τις δύο αυτές ξενοκίνητες τάσεις και στράφηκε προς την ξεχασμένη, για περισσότερο από ένα αιώνα, ζωγραφική παράδοση του τόπου. Αν και είχε ξεκινήσει, κατά τη μαρτυρία του Στρατή Δούκα (Αιολικά Γράμματα, τεύχος 61, 1971, σελ. 491), από τα εργαστήρια των δασκάλων της σχολής του Μονάχου (Ιακωβίδη, Γερανιώτη, Βικάτου, Ροϊλού) και έπειτα από την απότομη διακοπή των σπουδών του έφυγε για το Παρίσι, όπου έμεινε για αρκετά χρόνια, αγνόησε και τις δύο δεσπόζουσες αυτές τάσεις, για να βαδίση τον δικό του δρόμο. Στον δρόμο αυτόν οδηγείται αρχικά ίσως από ένα ευρωπαϊκό κίνημα επιστροφής στις αξίες του εθνικού παρελθόντος, με το οποίον όμως συνταιριάζεται απόλυτα και αβίαστα η ατόφια ρωμέϊκη ιδιοσυγκρασία του καθώς και η ανατολική καταγωγή του, όπου ελληνική Παράδοση και ορθόδοξη πίστη είχαν ζυμωθή σε μια αδιάσπαστη ένωση, χρωματισμένη από την έντονη αντίθεση προς τη Δύση, την αλλόδοξη Δύση, την εχθρική με φιλική επικάλυψη Δύση.

Η τραγωδία της Ελληνικής Μικρασίας λειτουργεί συγκλονιστικά εντός του, διαφορίζοντάς τον ριζικά αφ’ενός από τη Δύση, αφ’ετέρου δίνοντάς του το αίσθημα της ευθύνης για τη συνέχιση, έστω σε άλλον χώρο μιας μακραίωνης παράδοσης, που ενώ άντεξε την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και επιβίωσε για τέσσερες αιώνες, κινδύνευε τώρα οριστικά να χαθή, καθώς ξεριζωνότανε από τον τόπο της, ενώ παράλληλα στον λεύτερο ελλαδικό χώρο είχε εξοβελιστή από τη λαχανιαστή εισβολή της Δυτικής αντίληψης για την τέχνη, τη ζωή κι ακόμα και γι’αυτήν την θρησκεία.

Μετά την καταστροφή πηγαίνει στο Άγιον Όρος (προσκυνητής; μελετητής; αναχωρητής; ) Είχε προηγηθή ο Στρατής Δούκας στο προσκύνημα αυτό και γυρίζοντας είχε φέρει μαζί του το μύθο του, «που έμελλε να επηρεάσει τον Φ. Κόντογλου, τον Παπαλουκά, τον Βέλμο και πολλούς άλλους» όπως σημειώνει ο ίδιος ο αγαπημένος του Κόντογλου συγγραφέας. Πάντως το ταξίδι αυτό του άνοιξε και του ξεκαθάρισε το δρόμο προς τη Βυζαντινή Ζωγραφική. Πρέπει όμως, η γη που έπεφτε ο σπόρος, νάταν αγαθή και ετοιμασμένη. Γιατί και από ιδιοσυγκρασία και από ένα είδος ρωμαντικού εξωτισμού, αλλά και από ένα ισχυρό ζωγραφικό ένστικτο οδηγημένος είχεν ήδη αρχίσει να αναζητά την ζωγραφική του έκφραση στη παραδοσιακή τέχνη του Βυζαντίου.

Στο ταξίδι του όμως αυτό έρχεται σε αμεσώτερη και ουσιαστικώτερη επαφή με την εκκλησιαστική μας Ζωγραφική και κυρίως με τη μεταβυζαντινή τέχνη της Κρητικής Σχολής.

Στο Άγιον Όρος μελετάει και αντιγράφει φορητές εικόνες και τοιχογραφίες κυρίως του 16ου αι., του Θεοφάνη και του Φράγκου Κατελάνου. Τα αντίγραφά του αυτά εκθέτει στη Μυτιλήνη μαζί με το Μαλέα.

Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε από πού διδάχθηκε τη «βυζαντινή» τέχνη ο Κόντογλου, γιατί αυτό ερμηνεύει νομίζω και την κατοπινή πορεία της αγιογραφικής τέχνης του και γενικώτερα τη στάση απέναντι στη Βυζαντινή Ζωγραφική. Σπούδασε ουσιαστικά, λοιπόν, στην Κρητική Σχολή και κατά κάποιον τρόπο αυτήν θεώρησε ως την αρτιώτερη ή τουλάχιστον χρονολογικά προσιτότερη παράδοση ν’ακολουθήση. Άλλωστε στην εποχή εκείνη τα μεγάλα έργα της Μακεδονικής Σχολής, όπως οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο Πρωτάτο, ήταν σε κακή κατάσταση και τα άλλα άγνωστα. Κι είναι χαρακτηριστικό, ότι όταν αργότερα δούλεψε σαν συντηρητής σε τοιχογραφίες της κυρίας βυζαντινής εποχής, πάλι έτυχε να εργαστή στην Περίβλεπτο του Μυστρά, το προδρομικό αυτό έργο της Κρητικής Σχολής. Ο μεγάλος του πάντως δάσκαλος ήταν ο Θεοφάνης της Λαύρας κι από κοντά ο Κατελάνος κι οι άλλοι Κρητικοί κι ακόμη αργότερα, από θεωρητικές θέσεις κινούμενος, θα θεωρήση σαν τα «πιο γνήσια έργα της Χριστιανικής Αγιογραφίας» τις αγιογραφίες των τελευταίων αιώνων της Τουρκοκρατίας, όταν οι τεχνίτες δούλευαν «με την πίστη μονάχα, δίχως να ανακατευθή καθόλου το μυαλό». Μ’ αυτόν τον θεωρητικό οπλισμό κι όταν θα γνωρίση την Μακεδονική Ζωγραφική, θα μείνει κλειστός και επιφυλακτικός αν όχι προκατειλημένος.

Στα χρόνια που ακολουθούν πλουταίνει τη γνώση του καθώς εργάζεται σαν συντηρητής σε διάφορες βυζαντινές εκκλησίες και Μουσεία (Βυζαντινό Μουσείο 1931-32, Μουσείο Καΐρου 1935, Μουσείο Κερκύρας).

Γνώστης πια της παραδοσιακής μας Ζωγραφικής, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου (1939 και μετά) δίνει το σημαντικότερο έργο του σε κοσμική ζωγραφική: τις τοιχογραφίες στο Δημαρχιακό Μέγαρο των Αθηνών. (Δυστυχώς είναι και το μόνο μεγάλο έργο του που έχει μέχρι σήμερα σωθή. Γιατί οι τοιχογραφίες που είχε ζωγραφίσει στο σπίτι του απεικονίζοντας την οικογένειά του καταστράφησαν, σώζονται όμως μερικοί πίνακες με αρχαία θέματα όπως ο Λαοκόων της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών, ο Βρούτος κ.ά.).

Στο Δημαρχείο ζωγράφισε τέσσερις συνθέσεις στις δύο αίθουσες του ισογείου, ζωφόρους, μέσα στην λευκή ορθομαρμάρωση, με θέματα κυρίως από την ιστορία της Αθήνας και ιστόρησε τους τέσσερις τοίχους του Γραφείου του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Τους τοίχους αυτούς χώρισε σε ζώνες, που στην ανώτερη ζωγράφισε ολόσωμους, μετωπικούς τους κυριώτερους ήρωες του Ελληνισμού από τους μυθικούς χρόνους μέχρι την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα σ’αυτές περιλαμβάνονται και μορφές αρχαίων ηρώων και ημιθέων αλλά και αγίων σαν τον Ιωάννη, το Χρυσόστομο ή ποιητών σαν το Σολωμό. Στη χαμηλότερη ζώνη έχουν ιστορηθή σκηνές, μάχες κ.λπ. από διάφορες περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας.

Στις τοιχογραφίες αυτές είχε πολλά προβλήματα να αντιμετωπίση. Προηγούμενοί του ζωγράφοι μυθολογικών σκηνών και ιστορικών γεγονότων της κλασικής εποχής είχαν δημιουργήσει για τα θέματα, με τα οποία θα δούλευε, μια εικονογραφία καθώς και μια ζωγραφική τεχνοτροπία βασισμένη κυρίως στο ρεαλισμό και κλασικισμό, που κατά τη γνώμη τους βρισκόντανε πλησιέστερα στο κλίμα και τη μορφή των εικονιζομένων γεγονότων.

Ο Κόντογλου αγνόησε και την εικονογραφία, αλλά κυρίως εκείνο που τόλμησε ήταν ν’αγνοήση την «κλασική» τεχνοτροπία. Διάλεξε τη γλώσσα της Βυζαντινής Ζωγραφικής, που την πλούτισε σε ωρισμένες περιπτώσεις με τη γνώση της ανατομίας, και την πλαστική απόδοση των μορφών. Η τεχνοτροπία του βασιζότανε στην Βυζαντινή Παράδοση, όπως μάλιστα την αισθανότανε ο ζωγράφος, με τις στενές κυρίως φόρμες, τη μικρή κλίμακα, το αυστηρό περίγραμμα, τα σεμνά και μουντά χρώματα, από τα οποία λείπει κάθε φωναχτός τόνος ή συμπληρωματική χρήση των χρωμάτων, με προτίμηση στα γεώδη, τα καστανά, τα σκοτωμένα μπλέ, σε μια θαυμαστή όμως ενότητα. Μοιάζει ουσιαστικά σαν να βλέπεις συνθέσεις που κυριαρχεί ένα χρώμα με τις παραλλαγές του. Την χρωματική ενότητα συμπληρώνει η μετρημένη και ισόρροπη σύνθεση.

Στην εικονογραφία ξεκινά από την αρχή (κάποια εικονογραφικά στοιχεία βυζαντινών χειρογράφων, που ιστορούν κοσμικές σκηνές και περιορισμένης κλίμακος είναι και αμφίβολο φαίνεται να τα ήξερε ο Φ. Κόντογλου) και βάζει όλη την πλούσια αφηγηματική φαντασία του να συλλάβη και πραγματώση τόσο μεγάλο έργο. Μελέτη των τοιχογραφιών αυτών θα εύρισκε ίσως πηγές εικονογραφικές και τεχνοτροπικές ακόμη, γιατί πολλές φορές παρουσιάζεται από σύνθεση σε σύνθεση διαφοροποίηση στην τεχνοτροπία. Στην ζωφόρο π.χ. της Νοτίας αίθουσας του ισογείου, όπου εικονίζεται



η πάλη του Ερεχθέα με τον Εύμολπο, καθώς και οι προσωποποιήσεις του Υμηττού και της Πεντέλης, ο ζωγράφος χρησιμοποιεί μεν την τεχνική της βυζαντινής Παράδοσης, για να αποδώση όμως τους μυθικούς ήρωες με ομορφοπλασμένα γυμνά κορμιά άψογης ανατομίας και ροδαλής επιδερμίδας που θυμίζουν Πομπηϊνά πρότυπα. Στην απέναντι, μέσα στην ίδια αίθουσα, σύνθεση με τις προσωποποιήσεις των πόλεων, κυριαρχεί η ηρεμία και η επιπεδική παράσταση των σεμνόχρωμων γυναικείων μορφών.

Άλλο χαρακτήρα, κοντυνότερο στη δισδιάστατη Βυζαντινή Ζωγραφική, παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες με τις μεγάλες μάχες των Μακεδόνων βασιλέων στο Γραφείο του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου. Γιατί διάλεξε όμως την εκκλησιαστική τεχνοτροπία ο Κόντογλου για να ιστορήση κοσμικά, παγανιστικά θέματα; Μήπως τούτο ήταν ιεροσυλία; Μήπως είχε παρασυρθή από ένα βυζαντινίζον κλίμα της εποχής του, που ήθελε την Βυζαντινή Τέχνη, εκλεκτή των κύκλων των διανοουμένων; Μήπως από εκζήτηση και αναζήτηση πρωτοτυπίας; Νομίζω πως για κανένα απ’αυτούς τους λόγους. Ο Φ. Κόντογλου πίστευε στην παράδοση. Όχι θεωρητικά, διανοουμενίστικα. Αλλά στην παράδοση σαν συνέχεια ζωής. Και αυτήν τη συνέχεια ήθελε να διαιωνίσει με την τέχνη. Να ιστορήσει, τον απόμακρο κόσμο του ελληνικού μύθου και της Ιστορίας, με τον πλησιέστερο όμως ντόπιο εκφραστικό τρόπο· τη ζωγραφική γλώσσα του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Έτσι ένωνε την αρχαία παράδοση με το Βυζάντιο, αυτός ο σημερινός Μικρασιάτης, πετυχαίνοντας τη συνέχεια που ζητούσε. Έφερνε τους απόμακρους ήρωες από τα σκονισμένα βιβλία των λογίων στον οικείο χώρο και τη μορφή των αγίων της Εκκλησίας, με τους οποίους ήταν μαθημένος να συζή ο απλός, ο ανόθευτος από τη δυτική επίπλαστη παιδεία, λαός. Και δεν ήταν ιεροσυλία αυτό που έκαμε. Γιατί οι παλαιότεροί του αγιογράφοι είχαν τολμήσει να ζωγραφίσουν, μέσα μάλιστα στους νάρθηκες των μοναστηριακών εκκλησιών, τους αρχαίους Έλληνες Φιλοσόφους, τον Μεγαλέξανδρο και τους άλλους ήρωες (Μονή Φιλανθρωπινών, Μ. Γόλας, εκκλησίες Καστοριάς κ.λπ.

Οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου ίσως είναι το πιο προσωπικό του και το πιο ολοκληρωμένο έργο της ζωγραφικής του και η σημαντικώτερη προσφορά στην Ιστορία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Δεν έχει ακόμη ιδιαίτερα μελετηθή (εκτός από το μέγάλο άρθρο του Αγγ. Προκοπίου στην Αγγλοελληνική Επιθεώρηση του 1947), ώστε να προσδιοριστή ακριβέστερα ο ρόλος του στην πορεία της Νεοελληνικής Ζωγραφικής. Κι ακόμη αξίζει να παρουσιαστή ξανά στο ευρύτερο ελληνικό κοινό που κοντεύει να το ξεχάσει.

***

Η συμβολή όμως του Φώτη Κόντογλου στη Νεοελληνική Ζωγραφική δεν τελειώνει με το έργο του αυτό, που καλύπτει την δημιουργικότητά του στη δεκαετία πριν από τον πόλεμο. Το ζωγραφιικό κήρυγμα για την επιστροφή στη ζωγραφική παράδοση του τόπου και την απαλλαγή από την κηδεμονία και άμεση εξάρτηση της τέχνης από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, έδωσε αγλαότατους καρπούς.

Αυτός ο Ανατολίτης που έζησε στο Παρίσι για αρκετό καιρό, που γνώρισε προσωπικά μάλιστα τον Ροντέν, όπως αναφέρει σε κάποιο γραφτό του, ούτε ξιπάστηκε από τη λαμπερή επιφάνεια της μοντέρνας παριζιάνικης ζωής, ούτε θαμπώθηκε από την εκεί επανάσταση της τέχνης. Ίσως μόνο μια έμμεση επίδραση να δέχθηκε, δηλαδή τη στροφή προς το μεσαιωνικό παρελθόν. Πιστότατος στη μορφοπλαστική παράδοση της τέχνης της Ελλάδος, ζήτησε να βρή την άμεση ανανέωση στην τέχνη του τόπου του κι όχι στον τόπο της φιλοξενίας του.

Σιγά-σιγά άλλωστε αυτή η ανάγκη γινότανε συνείδηση ολοένα και σε περισσότερους ευαίσθητους δέκτες. Ζωγράφοι, αισθητικοί, και ιστορικοί της τέχνης άρχιζαν να στρέφονται προς τις πηγές και τις ρίζες της παράδοσης σαν άμεσης όμως συνέχειας. Το φαινόμενο φυσικά αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά γενικώτερο ευρωπαϊκό κίνημα, από το οποίο αρδεύεται και το ελληνικό. Ουσιαστικά πρόκειται για τη βαθύτερη έννοια του ρωμαντισμού. Οι προσπάθειες όμως στην αρχή είναι μεμονωμένες και συχνά καιρικές στη ζωή και στο έργο των ζωγράφων.

Ο Φ.Κόντογλου αντίθετα γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας αυτής της επιστροφής με την απολυτότητα και το πάθος του οδηγητή και πρωτοπόρου. Έχει άλλωστε και το τάλαντο του γραφτού λόγου, που τον βοηθά σ’αυτήν την αποστολή. Στο κήρυγμα και στο εργαστήρι του φοιτούν άμεσα μερικοί νέοι τότε ζωγράφοι, σαν τον Γιάννη Τσαρούχη και το Νίκο Εγγονόπουλο, που αργότερα θα ακολουθήσουν διάφορους δρόμους και από τον δάσκαλο και ανάμεσά τους, αλλά τα βασικά διδάγματά του θα επηρεάσουν σύμφωνα με την προσωπικότητα του καθενός το έργο τους. Εκτός όμως απ’ αυτούς άμεσα θα ακούσουν το μάθημά του μια ολόκληρη γενιά ζωγράφων, μια γενιά που προσδίδει στη Νεοελληνική Τέχνη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, η λεγομένη γενιά του ’30. Παρ’όλο το εύρος των ζωγραφικών επιτευγμάτων τους και την ιδιοτυπία των δημιουργών της, οφείλει πολλά το ξεκίνημά της στην παρουσία και το έργο του Φ. Κόντογλου.

Βέβαια το κήρυγμα του Κόντογλου ήταν επιστροφή στη Βυζαντινή Ζωγραφική, όπως άλλωστε το εφάρμοσε ο ίδιος στις τοιχογραφίες του Δημαρχείου. Και στον τομέα αυτόν τον ακολούθησαν μερικοί ζωγράφοι της γενιας του ’30 σύμφωνα πάντα με την καλλιτεχνική προσωπικότητά του ο καθένας, για ορισμένη φάση του έργου τους τουλάχιστον, ενώ και στη μεταπολεμική γενιά υπάρχουν ζωγράφοι σαν το Π.Κοψίδη, το Μ.Βατζιά κ.ά. που εκφράζουν τους παλμούς της εποχής (π.χ. τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από τον Βατζιά), με μακρινή βάση τη βυζαντινή τεχνική, έστω κι αν και το υλικό ακόμη έχει αλλάξει καθώς την αυγοτέμπερα ή το φρέσκο αντικατέστησαν τα πλαστικά χρώματα.

Το μάθημα όμως του Κόντογλου το πλατύτερο, που καλούσε στη διερεύνηση των αυτόχθονων ζωγραφικών στοιχείων είτε στη Βυζαντινή τέχνη όπως πίστευε ο ίδιος, είτε στη λαϊκή, όπως πίστευαν άλλοι, είτε και στην αρχαία ζωγραφική, όπως εύρισκαν μερικοί, είχε μεγάλη απήχηση σε σημαντικό αριθμό ζωγράφων που πάσχιζαν να βρουν και να εκφράσουν στην τέχνη τους το αληθινό πρόσωπο του τόπου μας, όχι μόνο θεματογραφικά, αλλά κυρίως μορφολογικά, καθώς πιστεύανε ότι η συνένωση της μορφής και του περιεχομένου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιομορφίας. Η αναζήτηση αυτή της «Ελληνικότητας», που έγινε το κύριο αίτημα της γενιάς του ’30, χρωστάει το βλάστημά της και στο σπόρο που αδιάκοπα και με αλύγιστο ζήλο έρριχνε ο Φ. Κόντογλου.

_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
 
ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ :: ΤΕΧΝΕΣ-
Μετάβαση σε: