ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΟΤΑΣ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος


Αριθμός μηνυμάτων : 415
Ηλικία : 52
Location : ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Registration date : 08/10/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ   Τρι Οκτ 28, 2008 12:26 pm

Πρωί-πρωί σήμερα άνοιξα τα μάτια μου και άκουσα τη φωνή της Λουκίας : Σωτήρη θες καφέ; Kαι αυθόρμητα είπα : ΟΧΙ. Δε θέλω να ξυπνήσω ακόμα, δε θέλω να δω την πραγματικότητα, αυτή την πραγματικότητα που μας σερβίρουνε κάθε πρωί. Σήμερα θέλω να περιπλανηθώ στους δρόμους των ονείρων, στους δρόμους των Ελλήνων που μέσα στο χειμώνα του φασισμού σήκωσαν ξανά τον ήλιο πάνω απ' την Ευρώπη. Ήλιο ελπίδας. Οι λίγοι με τις μεγάλες ψυχές μπορούν τα θαύματα. Δε θα μπορούσε να κάνει αλλοιώς ο δικτάτορας Μεταξάς και είπε το ΟΧΙ που διάβασε στα μάτια του λαού του. Αν και δικτάτορας δεν δίστασε να διαβάσει την ιστορία. Σήμερα οι δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγετίσκοι αγνοούν τη βούληση του λαού παρά μόνο μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια κατεβαίνουν χαμηλά και του ζητάνε την ψήφο του. Κατεβαίνουν για βουλευτές... όταν κάποιοι άλλοι έχουν ανέβει τα μονοπάτια της ιστορίας. Πρωτεσίλαοι ήρωες γηγενείς μιάς φιλοσοφίας που δεν τη διαβάζεις αλλά την κατανοείς. Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά. Η φωνή της Σοφίας. Της Σοφίας Βέμπο. Πιστεύω πως ακόμα προτρέπει εμάς τους Έλληνες να δώσουμε μάχες για τους εσωτερικούς εχθρούς που λυμαίνονται τη χώρα. Μα τα ραδιόφωνά μας παίζουν χαμηλόφωνα και δεν ακούμε. Για κανένα γλύκα-γλύκα το φιλί σου και ... άντε και κοιμήσου, έχει καταντήσει ο ελληνικός λαός. Ευτυχώς όμως υπάρχει ελπίς. Βγαίνοντας στο μπαλκόνι αντίκρυσα τους απέναντι συνέλληνες να έχουν κρεμάσει τις γαλανόλευκες και ένοιωσα εθνικά υπερήφανος. Αυτό που με προβλημάτισε όμως ήταν ότι δίπλα στις σημαίες τις ελληνικές υπήρχαν απλωμένες κουβέρτες και σεντόνια κι αναρωτήθηκα η πατρίδα ετοιμάζεται για ύπνο; Γιατί όπως λέει ο λαός, όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς. Και ήταν ωραίες οι κουβέρτες και τα σεντόνια τους. Στάμπες από λουλούδια και πουλάκια που πετούσαν εδώ κι εκεί. Μα στα μαξιλάρια τους διέκρινα ιδρώτα αγωνίας. Πού πάει αυτός ο τόπος; Σε ποιά σαλέ κοιμάται η Ελλάς; Και μιλάμε για ύπνο, τέτοιον ύπνο που δεν ακούσαμε τον ταχυδρόμο που φώναζε ο φουκαράς στην πόρτα μας κι έφερε και το γιό του να φωνάζει μπας και ξυπνήσουμε... Ξυπνάτε μωρέ Έλληνες, ξυπνάτε ! Γιατί ... στους Άγιους Σαράντα οι τριάντα φύγανε για την καθολική Ιταλία και οι δέκα για την ορθόδοξη Ελλάδα. Και άντε αυτοί ήρθανε, εμείς πού πάμε; Θα μείνει κανένας Έλληνας εδώ πάνω; Άντε μωρέ Έλληνες κι έρχεται και η 25η Μαρτίου. Παλαιών Πατρών ή Εφραίμ τον λέγανε αυτόν που σήκωσε το λάβαρο; Τέλος πάντων ... Λουκία, φτιάξε ένα καφέ τώρα. Και ζήτω μας η 28η Οκτωβρίου.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://sotirisbotas.blogspot.com
ΕΛΙΝΑ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος


Αριθμός μηνυμάτων : 327
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ   Τρι Οκτ 28, 2008 2:22 pm

Μια βόλτα σήμερα. Μια πορεία τότε...
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ:

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

"Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.
Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο.
Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.
Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων.
Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων.
Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα.
Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου»,«οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτο-βολίδες."

_________________
«Πρώτα προσπαθούν να σε αγνοήσουν, μετά να σε γελοιοποιήσουν, μετά να σε πολεμήσουν και μετά τους νικάς» (Γκάντι)
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΟΤΑΣ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος


Αριθμός μηνυμάτων : 415
Ηλικία : 52
Location : ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Registration date : 08/10/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ   Τρι Οκτ 28, 2008 2:51 pm

Ελίνα θα πρέπει πάντως σα λαός να κόψουμε τις βόλτες και να ξεκινήσουμε ηρωικές πορείες. Ο εχθρός δεν απειλεί τα σύνορά μας ούτε η ψείρα μας έχει ανέβει ως το λαιμό, μας τις βάλαν στο μυαλό μας και είναι αυτό ακόμα πιό ανυπόφερτο. Ένας λαός που κάποτε ύψωνε ήλιους στα μετερίζια της ιστορίας του τώρα γυρίζει αδιάφορα την πλάτη σφυρίζοντας, χωρίς ευθύνη στο χρέος. Βρε δε βαρυέσαι αδερφέ!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://sotirisbotas.blogspot.com
 
ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΠΟΛΙΤΙΚΗ :: ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ-
Μετάβαση σε: