ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ. Και στο στρώμα των νεκρών φύλλων...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ. Και στο στρώμα των νεκρών φύλλων...    Σαβ Δεκ 01, 2012 9:53 pm

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1975): ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ.

Κεφάλαιο: «Στο στρώμα των νεκρών φύλλων» σελ 46 - 53


Ύστερα από τόση κουβέντα η μικρή συντροφιά εξακολούθησε το δρόμο της χωρίς να μιλάει. Μπροστά ο σκίουρος, πίσω η Αμαρυλλίδα και ο Φοίβος. Κοιτούσαν το ένα το άλλο, κάθε τόσο ο οδηγός τους τους έκανε νόημα να προσέξουν κάτι παράξενο ή κάτι πολύ όμορφο.

Δε μιλούσαν όμως. Λες και τα δυο παιδάκια ήθελαν να στοχαστούν όσα είχαν ακούσει, ή ήθελαν να προσέχουν καλύτερα ό,τι έβλεπαν.

Κάποια στιγμή μπήκαν σΆ ένα σκιερό σύδεντρο που τα δέντρα του είχαν κορμούς ολόισιους, χοντρούς και πολύ πολύ ψηλούς. Απόκοσμες κολόνες, που στην κορφή τους είχαν πολλά κλωνάρια, φορτωμένα γυαλιστερά καταπράσινα φύλλα. Τεράστιες τούφες, ψηλά στον αέρα, σμιγμένες η μία με την άλλη, σχημάτιζαν ένα πυκνό στέγαστρο που δε σε άφηνε να δεις τον ουρανό.

Το περπάτημα τώρα της μικρής συντροφιάς άρχισε να γίνεται αλλιώτικο.

Μαλακό ήταν ως τώρα, γιατί ο τόπος ήταν χωματερός και χλοερός. Αλλά εδώ, μέσα στο σύδεντρο, τα πόδια τους σαν κάπως να βούλιαζαν σΆ ένα στρώμα πιο μαλακό απΆ ό,τι ήταν το χώμα. Κάθε φορά που πατούσαν πιο δυνατά, κάτω από τα πόδια τους ακουγόταν ένας μουντός ήχος, - χρατς χρατς.


Παράξενο πράμα. Τι να ήταν; Ρωτούσαν τον οδηγό τους.

- Αυτά τα δέντρα είναι οξιές, τους απάντησε εκείνος. Την οξιά, σε ξένους τόπους, τη λένε «βασίλισσα του δάσους».

- Εμ, βέβαια, τόσο ψηλή που είναι, είπαν τα δυο παιδάκια.

- Όχι, δεν τη λένε γιΆ αυτό βασίλισσα, είπε ο σκίουρος. Τη λένε έτσι γιατί κάθε χρόνο, την άνοιξη, βγάζει πολλά φύλλα, πιο πολλά από κάθε άλλο δέντρο, και το φθινόπωρο τα ρίχνει και σιγά σιγά γίνονται πλούσιο χώμα.


- Δηλαδή; έκαμαν με μια φωνή και τα δυο παιδιά.

- Να σας πω. Με ρωτήσατε πριν γιατί βουλιάζουν εδώ οι πατημασιές σας και γιατί κάνουν χρατς χρατς. Είναι που τα φύλλα των τελευταίων χρόνων δε σάπισαν ακόμα, δεν έγιναν ακόμα χώμα, μένουν ακόμα ολόκληρα το ένα πάνω στΆ άλλο, και σχηματίζουν το μαλακό στρώμα που πατάμε και βουλιάζει ελαφρά.
Το κοριτσάκι φάνηκε σαν τρομαγμένο.

- Δηλαδή, θέλεις να πεις, κύριε Σκίουρε, πως όλα τούτα τα γυαλιστερά φύλλα που βλέπουμε εκεί ψηλά να μιλάνε με τον ουρανό και να τα φιλάει ο ήλιος, σε λίγον καιρό θα είναι χάμω, μισόξερα, ξερά κι ύστερα σάπια;

- Όλα! Δίχως εξαίρεση! Κι όσα δεν μπορείς να ονοματίσεις κι όσα έχουν κάποιο όνομα.

- Γιατί, υπάρχουν και φύλλα που έχουν όνομα; ρώτησε ο Φοίβος.

- Πώς δεν υπάρχουν. Να, έλα πιο δω, ακόμα πιο δω. Βγήκαμε σχεδόν από το σύδεντρο. Κοίτα εκείνη την οξιά! Είναι κοντά στο ξέφωτο, παίρνει παίρνει περισσότερο φως και είναι ψηλότερη απΆ όλες. Βλέπεις το τελευταίο φύλλο στην κορφή της; Εκείνο που τώρα ανεμίζει;


- Το βλέπω.

- Μόνο μΆ αυτό που είπες, σχεδόν το ονομάτισες κιόλας. Είναι το μεγαλύτερο απΆ όλα, το πιο γυαλιστερό, το πιο περήφανο. Είναι το πρώτο φύλλο του δάσους, κι ό,τι ώρα θέλεις το αναγνωρίζεις και το δείχνεις. Είναι και μερικά άλλα με μεγάλο όνομα. Τα άλλα, τα πολλά, τις χιλιάδες, τα μιλιούνια, πού να τα αναγνωρίσεις! Αυτά ονοματίζονται μόνο μεταξύ τους, όσα είναι κοντά κοντά και γνωρίζονται. Μικρά ονόματα αυτά, μέσα στο μεγάλο δάσος. Όλα όμως τα φύλλα, όλα δίχως εξαίρεση, με όνομα και χωρίς όνομα, θα πέσουν, θα μπουν στο μεγάλο, το αιώνιο ανώνυμο σιωπηλό κοπάδι τους, θα ξεραθούν, θα σαπίσουν, και ύστερΆ από χρόνια θα γίνουν χώμα.

- Μα αυτό είναι φοβερό! φώναξε λυπημένη η Αμαρυλίδα. Και σου φαίνεται φοβερότερο άμα βλέπεις τούτη τη θεριεμένη καταπράσινη τούφα να ξεπροβάλει ψηλά με τόση ορμή.

- Θλιβερό ή όχι, παιδάκια μου, είπε ο σκίουρος, έτσι είναι. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει. Κι έπειτα, υπάρχει μια παρηγοριά.

- Ποια; ρώτησαν τα δύο παιδάκια.


- Επειδή γίνονται έτσι μεγάλες οι οξιές, γιΆ αυτό βγάζουν τόσα και τόσο ωραία φύλλα. Τα νεκρά ζουν τα ζωντανά. Τα νεκρά που πατάμε είναι η τροφή τους, το στήριγμά τους, είναι η ζωή τους. Αν δεν υπήρχαν, θα ΅ταν φτωχό το χώμα, θα τάιζε αδύνατα δέντρα, ή και μπορεί να το ξέπλεναν οι βροχές και να μην ήταν άξιο να ταΐσει παρά λίγο αδύναμο χορτάρι.

Τα παιδάκια έμειναν συλλογισμένα.

- Καλά, ρώτησε ο Φοίβος, και δε σώζεται ποτέ κανένα φύλλο; Έστω και ξερό, δε σώζεται κανένα;

- Ε! πότε πότε σώζεται κανένα, όταν τυχαίνει να έχει κάτι πολύ εξαιρετικό. Το φυλάνε τότε και το φωτογραφίζουν, το μελετάνε και το αναφέρουν. Ας πούμε πως σώζεται έτσι ένα κάθε εκατό χρόνια.


Και αφού έμεινε μια στιγμή σιωπηλός, πρόσθεσε συλλογισμένος:

- Έτσι θαρρώ πως χάνονται, και στο τέλος ξεχνιούνται, κι όλα τα ζώα.

Ο Φοίβος έκαμε να μιλήσει, μα δίστασε. Ύστερα το αποφάσισε.

- Και οι άνθρωποι; ρώτησε.

- Είπα όλα τα ζώα, αποκρίθηκε ο σκίουρος.

Τα δυο παιδάκια κοιτάχτηκαν λυπημένα. Χαμήλωσαν τα ματάκια τους, και πάλι έσμιξαν τα βλέμματα χωρίς να μιλήσουν.

Τους φαινόταν απίστευτο πως εκεί, κάτω από τα πόδια τους, ήταν όλΆ αυτά τα αναρίθμητα ξερά φύλλα, που κάποτε ήταν όμοια με όσα τώρα θρόιζαν ζωηρά και χαρωπά πάνω από τα κεφάλια τους. Τους φαινόταν απίστευτο που όμοιο ανώνυμο σιωπηλό κοπάδι, όπως το ΅χε ονομάσει ο οδηγός τους, θα γίνονταν κι όλοι οι άνθρωποι… Όλοι… Μεγάλοι, μικροί, όλοι οι γνωστοί τους, όλοι εκείνοι που δεν τους είχαν αντικρίσει ούτε θα τους αντίκριζαν ποτέ. Όλοι. Όλοι.

Τα δυο παιδάκια έμειναν για λίγο βουβά.

- Ε, τους φώναξε γελώντας ο σκίουρος. Τι είνΆ αυτά! Κανένας, ούτε κι από τους μεγάλους, δε βρήκε απόκριση σΆ αυτού του είδους τη θλίψη. Και γιΆ αυτό προπάντων υπάρχουν τα δάση της χαράς! Ελάτε! Ελάτε! Η Μοίρα σας έφερε σε δάσος χαράς, και σας περιμένουν ένα σωρό ωραία πράματα.


Τα δυο παιδάκια λες και ζητούσαν μια αφορμή για να ξεχάσουν απότομα τη θλίψη τους.

- Πού, κύριε Σκίουρε; Πού; φώναξαν χαρούμενα.

- Παντού. Παντού υπάρχουν ωραία πράματα. Αρκεί να θέλεις να τα δεις. Εμπρός! Τρέξτε να δούμε αν μπορείτε να με πιάσετε.

Η Αμαρυλλίδα και ο Φοίβος όρμησαν γελώντας, μα πού να πιάσουν το σκιουράκο! Εκείνος δεν έτρεχε μόνο! Σκαρφάλωνε πότε πότε και στα δέντρα, πεταγόταν από το ένα κλαρί στο άλλο, περνούσε από το ένα δέντρο στο άλλο, και ύστερα πάλι ξανακατέβαινε, έτρεχε, και κάθε τόσο γύριζε το κεφαλάκι του να δει αν τον ακολουθούν οι δυο του φίλοι.

Και βέβαια αυτοί τον ακολουθούσαν. Τον ακολουθούσαν χωρίς να τον προφταίνουν και χωρίς να τον χάνουν. Τον ακολουθούσαν γελώντας και χοροπηδώντας, μαγεμένοι από τα παράξενα πηδήματα που έκανε απάνω στα κλωνάρια.

____________________

Αφιερωμένο σε όσους εξακολουθούν να διαβάζουν Λιαντίνη... και που σίγουρα θα τους τον θυμίσει έντονα το μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Ευάγγελου Αβέρωφ...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ. Και στο στρώμα των νεκρών φύλλων...
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ :: ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ-
Μετάβαση σε: