ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 "ΛΟΥΪΖΑ"...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: "ΛΟΥΪΖΑ"...   Σαβ Σεπ 01, 2012 2:05 am

ΛΟΥΪΖΑ


Μαριορή Λαμπρίδου


Κατέβηκα στο λιμάνι και πάρκαρα το μικρό μου άσπρο αμαξάκι σε μια άκρη. Πήρα το σακίδιο και το sleeping bag και προχώρησα ως τον επιβατικό σταθμό. Νύχτα προχωρημένη και το καράβι αργούσε ακόμη.

Άνοιξα τον υπνόσακο και ξάπλωσα στο τσιμέντο. Από πάνω αστέρια αμέτρητα και στον πέρα γιαλό τα νυσταγμένα φώτα από τις ψαροταβέρνες.

Ήμουνα ξεθεωμένη στην κούραση και πολύ νευριασμένη με τον εαυτό μου. Κατάφερα να ξετινάξω το πορτοφόλι μου και τώρα ήμουν υποχρεωμένη να ταξιδέψω στο γειτονικό νησί για να πάρω χρήματα από την τράπεζα. Φυσικά χωρίς αυτοκίνητο. Θα πήγαινα και θα γύριζα αμέσως, με το επόμενο καράβι.

Στο μυαλό μου χοροπήδαγαν νούμερα. Ήταν και το χρέος για το αμάξι που μεγάλωνε το άγχος μου. Αλλά και οι διακοπές, διακοπές. Δεν άντεχα καν τη σκέψη να γυρίσω στην άδεια Αθήνα.

Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν τη μεγάλη βλακεία. Να πάρω νυχτιάτικα τους δρόμους επάνω στο βουνό και να σκάσω τα λάστιχα. Κι άσε την τρομάρα που πήρα… Ήταν όμως και τα λεφτά. Και να τώρα που έπρεπε να φτάσω στην Κάλυμνο. Βλέπεις εδώ το νησί ήταν μικρό και τράπεζα δεν υπήρχε.

Φοβόμουν μη με πάρει ο ύπνος και χάσω το πλοίο. Προσπαθούσα να κρατήσω ανοιχτά τα μάτια μου αλλά ένιωθα τα βλέφαρα να βαραίνουν συνέχεια. Τότε την είδα.

Μια κοπέλα. Με ένα μικρό σακ βουαγιάζ. Έφτασε δίπλα μου και κάθισε αθόρυβα στις καρέκλες.

- Σας παρακαλώ, της είπα, αν με πάρει ο ύπνος θα με ξυπνήσετε όταν έρθει το πλοίο;
- Βεβαίως, απάντησε.

Σιωπή. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Ξαφνικά με ξύπνησαν φωνές.

Δυο άντρες, ούτε που κατάλαβα πότε ήρθαν, ήταν δίπλα μου και μιλούσαν με την άγνωστη. Φωνές θυμωμένες. Δεν καταλάβαινα καλά καλά τι έλεγαν. Ήμουν και από τον ύπνο.

Η κοπέλα έκανε ξαφνικά μια κίνηση προς το μέρος μου. Κατάλαβα πως ζητούσε βοήθεια.

Ανασηκώθηκα και ρώτησα τι συμβαίνει.

Οι δυο άντρες πισωγύρισαν ξαφνιασμένοι. Ίσως και να μη με είχαν δει μέσα στο σκοτάδι.

Η κοπέλα αρπάχτηκε από την ευκαιρία. Το ψέμα της ακούστηκε τελείως φυσικά:

- Συνάντησα τη φίλη μου και αποφάσισα να φύγω μαζί της. Μην επιμένετε, δε μένω άλλο εδώ.

Ένιωσα πως πρέπει να την υποστηρίξω. Δεν ήξερα γιατί. Αλλά δε μου αρέσει καθόλου να βλέπω δυο άντρες να τα βάζουν με μια γυναίκα.

- Ναι, έτσι είναι, είπα. Και δεν καταλαβαίνω γιατί φωνάζετε.

Δεν ξέρω αν η δική μου παρέμβαση θα είχε κάποιο αποτέλεσμα. Ειδικά σ’ αυτούς τους δύο, που μόλις ξύπνησα για τα καλά αναγνώρισα στα πρόσωπά τους δυο από τους «νταήδες» του νησιού. Σαν από μηχανής θεοί φάνηκαν εκείνη την ώρα στο βάθος της προκυμαίας κάποιοι ακόμη επιβάτες. Οι δυο άντρες βρίζοντας μέσα από τα δόντια τους έσκυψαν το κεφάλι και έφυγαν.

Γύρισα και την κοίταξα. Εκείνη ξέσπασε σε λυγμούς. Ανάμεσα σε αναφιλητά μου εξήγησε μέσες άκρες τι συνέβαινε. Την είχαν προσκαλέσει στο νησί μαζί με το φίλο της. Εκείνος χρειάστηκε να γυρίσει στην Αθήνα. Έμεινε πίσω μόνη της στο ξένο σπίτι, μαζί και με την κόρη του φίλου της. Έλεγε και έκλαιγε και δεν μπορούσα να την παρακολουθήσω.

Η ουσία ήταν πως κάποιος από την παρέα της ρίχτηκε κι εκείνη μάζεψε τα μπογαλάκια της να φύγει. Φοβόταν και την «προγονή» της. Δεν τα πήγαιναν καλά οι δυο τους και αφορμή έψαχνε η μικρή να την κατηγορήσει στον πατέρα της.

Ή φοβόταν τον εαυτό της; Πολύ μπερδεμένα τα έλεγε…

Αποφάσισε λοιπόν πως το καλύτερο ήταν να φύγει αμέσως για Αθήνα.

- Μα το καράβι, την έκοψα, δεν πάει Αθήνα. Πάει στην Κάλυμνο.

Έμεινε αποσβολωμένη. Έπειτα μου δήλωσε:

- Δεν πειράζει. Θα πάω στην Κάλυμνο. Αρκεί να φύγω από δω!

Έτσι γνωριστήκαμε με τη Λουΐζα. Κι έτσι βρεθήκαμε να συνταξιδεύουμε για Κάλυμνο. Μαζί πήγαμε και μαζί κάναμε και το ταξίδι της επιστροφής. Εκείνη δεν κατέβηκε. Συνέχισε για τον Πειραιά.

Στις ώρες που περάσαμε παρέα, είπαμε διάφορα. Ελληνοαμερικάνα που είχε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός. Με μάστερ στη στατικότητα κτιρίων. Σοβαρή κοπέλα φαινόταν. Πώς είχε μπλέξει με τέτοια ρεμάλια, περίεργο…

Σαν φτάσαμε στο νησί, χαιρετηθήκαμε και ανταλλάξαμε τηλέφωνα.

Λίγες μέρες μετά φόρτωσα κι εγώ τα συμπράγκαλα. Είχα κι εγώ το δικό μου «ρεμάλι» να με περιμένει. Μια σχέση πολύχρονη που δεν οδηγούσε πουθενά. Κι εγώ εγκλωβισμένη στα συναισθήματά μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω.

Στη Λουΐζα δεν είχα πει λέξη για όλα αυτά. Πού να προλάβω; Μίλαγε μόνο εκείνη κι εγώ καταλάβαινα πως είναι φορτισμένη και δεν τη διέκοπτα. Η Λουΐζα… που μόλις βρέθηκα πίσω στην Αθήνα, την ξέχασα. Είχα, είπαμε, το δικό μου «ρεμάλι» να ασχοληθώ.

Και την επιθυμία του διαταγή να γυρίσω στην Αθήνα για να φύγουμε διακοπές μαζί. Μα όταν έφτασα, εκείνος πουθενά. Ήταν ακόμη στο χωριό του, μου διαμήνυσε. Κι αν ήθελα μπορούσα να πάω να τον βρω.

Τι να κάνω; Ερωτευμένη γυναίκα ήμουν. Πήρα το αμαξάκι μου, με τα καινούρια λάστιχα, να ταιριάζουν με τη δική μου πείρα στο τιμόνι, και ξεκίνησα. Ταξίδι στην Εθνική. Πού πήγαινα; Ούτε έξι μήνες οδηγός…

Πήρα μαζί μου και τη Χριστίνα. Για παρέα. Κι εκείνη έφερε και τον Γλύκα. Ένα λούτρινο αρκουδάκι για να με συντροφεύει στην οδήγηση.

Στη μάνα μου; Ούτε λέξη. Μην τρομάξει με την παράτολμη απόφαση.

Πήγαμε μια χαρά. Έπειτα η Χριστίνα μπήκε στο λεωφορείο, τη συνοδέψαμε μαζί με το «ρεμάλι» μου στο σταθμό, και γύρισε στη δουλειά της.

Κάποτε τέλειωσαν και οι δικές μας διακοπές. Και ξεκινήσαμε για τη μεγάλη επιστροφή. Η δική μου σταμάτησε απότομα στα μισά. Τροχαίο.

Το αμαξάκι; Παλιοσίδερα. Εγώ; Μόνο με γρατζουνιές. Και οι περισσότερες εσωτερικές.

Πήρα τη μάνα μου. Με νόμιζε Αθήνα η καημένη.

- Έλα βρε παιδάκι μου, μου είπε. Σε ψάχνω στο τηλέφωνο και δε σε βρίσκω. Κι όχι τίποτε άλλο, μα μπήκα σήμερα σε μία εκκλησία να ανάψω κερί και άκου τι έπαθα. Πάω μπροστά στην Παναγία να προσκυνήσω και ακούω να λέω: «Παναγιά μου, έχε μου καλά το παιδί μου που έχει το όνομά σου!» Καθόμουν μετά και αναρωτιόμουνα γιατί το είπα. Είσαι καλά, παιδί μου;

Σαν έφτασα σπίτι άλλο τηλεφώνημα. Η Χριστίνα.

- Έλα, φιλενάδα. Γυρίσατε; Άκου τι είδα στον ύπνο μου να γελάσεις. Έβλεπα το αυτοκίνητό σου και ήταν λέει ασημί.
- Ε, ασημί, είναι, της απαντάω.
- Βρε τι ασημί, άσπρο δεν είναι το αυτοκίνητό σου;

Της εξήγησα. Με τέτοιο στραπάτσο που είχε πάθει, του είχε φύγει όλη η μπογιά. Και ναι, ασημί ήταν πια. Ασημί και τσαλακωμένο.

Πέρασαν μέρες. Το «ρεμάλι» εξαφανισμένο. Έφυγε διακοπές για να ξεχάσει την τρομάρα που πήρε με το ατύχημα. «Α, μην κοιτάς, εσύ ήσουν μέσα και δεν κατάλαβες τι έγινε. Το παιδί τα έβλεπε όλα από το καθρεφτάκι του και έπαθε σοκ», με ενημέρωσε η μανούλα του. Και τον έστειλε διακοπές για να συνέρθει!

Έκλαιγα την γκαντεμιά μου. Έκλαιγα το αμαξάκι μου. Έκλαιγα και για το «ρεμάλι».

Κάποια στιγμή θυμήθηκα τη Λουΐζα. Την πήρα τηλέφωνο και μια και δυο σπίτι της για καφέ. Κουβέντα εγώ για το ατύχημα. Προσπαθούσα να το ξεχάσω. Να έρθω στα ίσα μου.

Τα λέγαμε λοιπόν με τη Λουΐζα και ξαφνικά τι γυρίζει και μου λέει; Πως έχει ικανότητες μέντιουμ και βλέπει πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι. Κόντεψα να γελάσω. Κι από μέσα μου είπα: «Μωρέ ντιπ τρελή είναι αυτή, και την είχα πάρει και στα σοβαρά. Ποιος ξέρει τι είχε γίνει και στο νησί και μου έλεγε όλα εκείνα τα αλαμπουρνέζικα…»

- Δε με πιστεύεις, ε; μου χαμογέλασε εκείνη. Λες και είχε διαβάσει τη σκέψη μου. Ωραία λοιπόν, δώσε μου ένα δικό σου πράγμα και θα δεις.

Τι να έκανα; Έβγαλα ένα δαχτυλίδι. Το δαχτυλίδι του πατέρα μου.

Το πήρε εκείνη σοβαρή σοβαρή και έπειτα από λίγα λεπτά μου ανακοίνωσε πως τζίφος! Το δαχτυλίδι αυτό δεν της λέει τίποτε… Δεν κατάφερα να κρύψω αυτή τη φορά το γέλιο μου. Γέλιο που κόπηκε απότομα καθώς η Λουΐζα είχε κιόλας πάρει το άλλο μου δαχτυλίδι και

- Αυτό σου το έχει χαρίσει μια γυναίκα εβδομήντα, όχι, εβδομήντα δύο χρονών.

Κόκαλο εγώ. Γούρλωσα τα μάτια και την κοίταγα λες και έβλεπα μπροστά μου εξωγήινο. Πράγματι εκείνο το δαχτυλίδι μου το είχε χαρίσει η θεία του … καλού μου. Και πράγματι ήταν ακριβώς εβδομήντα δύο χρονών!

Σαν αυτόματο έβγαζα και της έδινα πράγματα. Και η Λουΐζα έβρισκε πάντα ποιος μου το είχε δώσει. Με κάθε λεπτομέρεια.

Στο τέλος πήρε στα χέρια της τα γυαλιά μου. Τα γυαλιά του ήλιου. Την είδα που τινάχτηκε σαν να την χτύπησε ρεύμα. Έπειτα τα φόρεσε στα μάτια της.

Κι άρχισε να μου διηγείται χαρτί και καλαμάρι το ατύχημα. Ήταν εκεί. Στη δική μου θέση. Και τα έβλεπε όλα. Τα ήξερε όλα. Ακόμη και για το «ρεμάλι». Ακόμη και για τη μάνα του.

Πήρε μετά ένα χαρτί. Κι έφτιαξε έναν κύκλο. Κι έναν μικρότερο. Τράβηξε μια γραμμή και τους ένωσε. «Αυτός ο άνθρωπος είναι ακόμη δεμένος με τον ομφάλιο λώρο», μου είπε. «Μην προσπαθείς να μπεις στη ζωή του, δε χωράς.»

- Κι άμα πεθάνει η μάνα του; τόλμησα να ρωτήσω.
- Σςςςςς, είναι αμαρτία αυτό που λες.

Έφυγα τρομοκρατημένη από το σπίτι της. Αυτή η γυναίκα με είχε βγάλει ακτινογραφία. Μια γυναίκα άγνωστη. Που δεν μπορούσε να ξέρει τίποτε για τη ζωή μου. Και όμως τα διάβαζε όλα. Πώς;

Έσκισα το χαρτί με το τηλέφωνό της. Και ποτέ δεν προσπάθησα να την ξαναδώ. Δε μου αρέσει έτσι διάφανη να είμαι στα μάτια των άλλων. Πέταξα κι εκείνα τα γυαλιά. Και λίγο καιρό αργότερα πέταξα και το "ρεμάλι" από τη ζωή μου...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: "ΛΟΥΪΖΑ"...   Σαβ Σεπ 01, 2012 2:19 am

Χτες, 31 Αυγούστου του 12, έκλεισαν ακριβώς είκοσι χρόνια από τη μέρα που συνέβη το τροχαίο που αναφέρει το διήγημα. Μοιάζει πια να μην τα έζησα η ίδια όλα αυτά, ένα παραμύθι. Μα εξακολουθώ να θεωρώ όσα μου συνέβησαν τότε όχι ατύχημα, ευτύχημα. Και καταλυτική στις αλλαγές που προκάλεσε το γεγονός στη ζωή μου, τη συνάντηση με τη Λουΐζα. Και που ούτε την ξανασυνάντησα από τότε ούτε και έμαθα κάτι γι' αυτήν... Μια νεράιδα σταλμένη από την καλή μου μοίρα. Να είναι καλά όπου κι αν βρίσκεται.

Το "ρεμάλι"; Τον είδα αρκετές φορές από τότε. Δεν εννοούσε να καταλάβει γιατί χωρίσαμε. Ποτέ δεν του μίλησα για τη Λουΐζα. Έτσι κι αλλιώς αρκούσε η δική του συμπεριφορά μετά το τροχαίο για να προκαλέσει τη διάλυση της σχέσης μας.

Και τα έφερε με τέτοιον τρόπο η μοίρα που πριν λίγα χρόνια, ίδιες μέρες του χρόνου, τέλη Αυγούστου - αρχές Σεπτέμβρη, έφυγε και η μάνα του. Για το μεγάλο ταξίδι. Μάλιστα έτυχε να βρίσκομαι πάλι Αστυπάλαια. Και δεν ήμουν εδώ να πάω στην κηδεία. Δεν πήγα όμως ούτε στα σαράντα. Κι ας ήμουν εδώ. Δε θέλησα αυτή τη γυναίκα να την ξαναδώ μετά που χωρίσαμε με το γιο της. Κι ας με παρακαλούσε στα τελευταία της να αλλάξω γνώμη και να τα ξαναβρούμε.

Μπορεί να έχασα το αμαξάκι μου, μπορεί να κόντεψα να σκοτωθώ εκείνη τη μέρα πριν είκοσι χρόνια, αλλά κέρδισα τη ζωή μου πίσω. Μάλιστα, λίγες μέρες μετά το τροχαίο, η ζωή μου χάρισε για Δάσκαλο το Δημήτρη Λιαντίνη. Και η φιλοσοφία για το θάνατο που μας δίδασκε βρήκε πρόσφορο έδαφος στο περιβολάκι της ψυχής μου να ριζοβολήσει.

Όλα γίνονται, πιστεύω, για κάποιο λόγο. Κι αρκεί να τείνουμε ευήκοον ους στης μοίρας τα κελεύσματα και στου καιρού τα προστάγματα. Για να μην παίρνουμε τη ζωή μας λάθος ή και να διορθώνουμε τα όποια λάθη δε μας αφήνουν να ζήσουμε τη ζωή μας τη σύντομη αληθινά και ουσιαστικά.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
"ΛΟΥΪΖΑ"...
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ :: ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ-
Μετάβαση σε: