ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Σαβ Ιουλ 14, 2012 5:48 pm

Καθόμουνα χτες στον κήπο του πατρικού μου, σε ένα ορεινό χωριό της Θεσπρωτίας, απέναντι από τη Μουργκάνα και τα σύνορα με την Αλβανία. Κι αγαπημένη μου συνήθεια να ρωτάω τον πατέρα ετούτο και το άλλο. Αυτή τη φορά το ενδιαφέρον μου στράφηκε σε κάτι ταπεινά χορταράκια που έσκασαν μύτη ανάμεσα από το γκαζόν. Ρώτησα αν είναι τα λάποτα, αυτά που άλλες φορές μου είχε πει ότι τα έτρωγαν αντί για ψωμί στην Κατοχή και στη μεγάλη πείνα του 42.

Όχι, δεν ήταν λάποτα. Ήταν ...κοστάβορα! ¶κου λέξη! Η βορά του Κώστα; μονολόγησα...

Εκείνος συνέχισε σαν να μη με άκουσε. Πως είναι τα κοστάβορα τα πιο άχρηστα χόρτα. Δεν τρώγουνται υπό κανονικές συνθήκες. Μα στα χρόνια της πείνας, στην Κατοχή, τον έστειλαν με την αδερφή του τη μεγάλη, τη Βασίλω, παιδί αυτός 10 χρονών τότε, πέρα στη Βασιλική, να μάσουνε κοστάβορα. Γιατί άλλο χόρτο φαγώσιμο δεν είχε μείνει. Και τους έπιασε εκεί ένα ανεμόβροχο και ένα χαλάζι, κακός χαμός. Τον πήρε τότε γκότσι η αδερφή. Και τρέχανε να σωθούνε από το νερό. Ώσπου, λούτσα ως το κόκαλο, βρήκανε ένα καλύβι και χωθήκανε μέσα...

Όλο τέτοιες ιστορίες μου λέει ο πατέρας όταν καθόμαστε οι δυο μας στο χωριό. Παραπονιέται που η μνήμη του δεν είναι πια τόσο δυνατή και ξεχνάει πράγματα. Μα εκείνα, τα παλιά, τα θυμάται με τρομακτικές λεπτομέρειες! Και το πρόβλημά μου είναι πως η δική μου μνήμη αδυνατεί να συγκρατήσει όλες τις λεπτομέρειες. Γιατί εγώ δεν τα έζησα, δεν τα ένιωσα στο πετσί μου, όλα αυτά τα φοβερά και σκοτεινά χρόνια. Τον πρώτο πόλεμο και τον άλλο μετά, τον αδερφοκτόνο.

Ο πατέρας, γεννημένος το 32, τα έζησε όλα. Και ορφανός ήδη από μάνα. Να μην έχει μια αγκαλιά έστω να κουρνιάσει τον παιδικό του φόβο και την απόγνωση από όσα πρωτόφαντα εμφανίζονταν στη μικρή του ζωούλα. Κι όμως αυτή η μάνα που την έχασε στα έξι του, έρχεται και ξανάρχεται και τρυπώνει σε όλες τις διηγήσεις του. Πανταχού παρούσα η γιαγιά Ρόιδω και ας μην τη γνώρισα ποτέ, πάρεξ από τη μία και μοναδική φωτογραφία της, νιώθω να τη γνωρίζω καλύτερα από την άλλη γιαγιά που με κουνάρισε.

Έτσι τρύπωσε και στην κουβέντα μας για τα κοστάβορα. Με τις μικρές πατατούλες που έφτιαχνε τηγανητές στο στερνοπούλι της. Και με όλη τους τη φτώχεια και πριν τον πόλεμο. Αυτή η φτώχεια και ανέχεια που έστειλε και τη γιαγιά πριν την ώρα της, νέα γυναίκα ακόμη, αφού φάρμακα και έξοδα για γιατρό δεν υπήρχαν κι ένα κρυολόγημα της στοίχισε τη ζωή.

¶κουγα τον πατέρα να μιλάει για τις πατατίτσες τις τηγανητές και έβλεπα τα μάτια του να γυαλίζουν όπως μόνο τα μάτια των παιδιών μπορούν να δείξουν την αγαλλίασή τους. Και βέβαια δεν ήταν οι πατατίτσες η αιτία. Μα η ανάμνηση της πρόωρα χαμένης μητρικής στοργής. Και της μάνας που δεν πρόφταξε να την χαρεί και δεν πρόλαβε να τον καμαρώσει να μεγαλώνει.

Σήμερα, πρωί πρωί, φορτώθηκε ένα παράξενο εργαλείο σαν τρίαινα και τράβηξε στο λαχανόκηπο. Να βγάλει επιτέλους τις πατάτες τις φυτεμένες από το Μάρτη. Από κοντά κι εγώ, με τη μηχανούλα μου, να δω επιτέλους πώς βγαίνουν οι πατάτες:


Κι έπειτα, αφού είδα,


γύρισα και πήρα τα γάντια μου. Εκείνος τσάπιζε κι εγώ έβγαζα τον τρυφερό καρπό μέσα από το χώμα. Ευχαρίστηση απερίγραπτη. Για έναν άνθρωπο της πόλης που έμαθε για δεκαετίες να τρώει σε χωνάκια πατάτες στα φαστ φουντ.


Πατατούλες μικρές, κούτσικες που τις λένε στο χωριό μου. Δε σκαλίστηκαν το Μάη, εξήγησε ο πατέρας.

Ποιος να τις σκαλίσει; Εκείνος έλειπε στην Αθήνα κι εγώ είμαι ντιπ άμαθη από τέτοιες δουλειές. ¶λλο που το βλέπω να έρχεται σύντομα η ώρα που θα μάθω θέλω δε θέλω όχι μόνο να τις σκαλίζω αλλά και να τις φυτεύω. Ας όψεται το ΔΝΤ και οι Γερμαναράδες. Που έχουν και πάλι καταντήσει τη χώρα μου στο ναδίρ. Μόνο που δεν ξέρουν ότι αυτός εδώ ο λαός δεν το βάζει εύκολα κάτω. Κι αν χρειαστεί όχι μόνο πατάτες αλλά και κοστάβορα θα ξαναφάμε.

Και χτύπαγε ο πατέρας με το τρικέλι τη γη, την ελληνίδα. Την ποτισμένη με αίμα. Τη γη που αγκαλιάζει τους προγόνους μας, αυτό το χώμα το ξερό και άγονο και πολυαγαπημένο. Και πού και πού χτύπαγε και καμιά πατάτα και την τραυμάτιζε και στενοχωριόταν που χάλασε.

- Έτσι και ο Αριστόδικος, τον παρηγόρησα, σαν τις πατάτες σου. Εκείνος ο αγλαόμορφος νιος, το καμάρι του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Που έμεινε αιώνες μέσα στη γης. Ώσπου ο γεωργός κουράστηκε να βρίσκει και να ξαναβρίσκει το αλέτρι του πάνω σε πέτρα. Και αποφάσισε να σκάψει. Ήταν στα 1944. Ακόμα εδώ οι Γερμαναράδες. Κάπου στην Ανάβυσσο. Κι αντί για βράχο βρέθηκε έκπληκτος να κοιτάζει το αρχαίο άγαλμα. Τον πλέον τέλειο κούρο και το πρώτο γλυπτό της κλασικής εποχής.

Βγήκε λοιπόν στο φως ο Αριστόδικος. Θαμμένος στα χώματα ποιος ξέρει από πότε. Και με σημαδεμένη την όμορφη μυτούλα του από το αλέτρι του γεωργού. Μα τι να τον κάμουν; Πώς να τον σώσουν από τους κατακτητές που άρπαζαν και διαγούμιζαν ό,τι καλό είχε η φτωχή η Ελλαδίτσα; Αυτοί οι ίδιοι που σήμερα καμώνονται ότι εμείς τους χρωστάμε και παραγγέλνουν να κόψουμε το λαιμό μας για να τους δώσουμε πίσω τα χρωστούμενα! Οι Ούννοι, τα γομάρια και οι αληταράδες.

Φορτώσανε λοιπόν τον Αριστόδικο σε κάρο. Κι από πάνω άχυρο μπόλικο. Να τον πάνε στο μουσείο. Πέσαν λέει και σε ιταλικό μπλόκο στο δρόμο. Κι έκαναν λέει έλεγχο. Μπας και κρύβονται αντάρτες ή πολεμοφόδια κάτω από το άχυρο. Το τρύπησαν με τις λόγχες και μια και δυο και τρεις φορές. Μα ο Αριστόδικος γλίτωσε. Τη μια η λόγχη πέρασε ανάμεσα στα πόδια, την άλλη κάτω από το μπράτσο και την τρίτη δίπλα στο λαιμό.

Έφτασε λοιπόν το άγαλμα στο μουσείο κι ακολούθησε εκεί η γνωστή διαδικασία που γλίτωσε όλα τα άλλα αρχαία του εκθέματα. Θάψιμο στα υπόγεια, μέσα στη γη και πάλι... Ώσπου ήρθε η λευτεριά και οι ήρωες αρχαιολόγοι μας τα έφεραν για δεύτερη φορά στο φως. ( http://www.silia.gr/t/istoria.htm )

Με κάτι τέτοια χαζά έπεισα τον πατέρα να μην πετάει τις τραυματισμένες πατάτες. Κι ας γκρίνιαζε εκείνος πως θα σαπίσουν και θα του χαλάσουν και τις άλλες. Με την υπόσχεση βεβαίως πως θα τις ξεχωρίσω μία μία τις χτυπημένες και θα τις βάλω αμέσως στο τηγάνι. Τις πατάτες - Αριστόδικους!

Κι έτσι και έγινε.


Μέσα στο χρυσαφένιο ελαιόλαδο, το δικό μου λαδάκι από τα λιόδεντρα της μάνας, τσιτσίρισαν και ροδοκοκκίνισαν οι μικρές πατατούλες. Που όση ώρα τις καθάριζα


θυμόμουν εκείνη την άγνωστη γιαγιά. Που από τον ίδιο λαχανόκηπο έβγαζε κι εκείνη τις πατάτες να ταΐσει όσα παιδόπουλα δεν της είχε αρπάξει η ξενιτιά.

Η γη μας μωρέ κερατάδες δεν έχει κρικέλια να την αρπάξετε. Είναι δικό μας αυτό το χώμα χιλιάδες χρόνια. Και δικό μας θα μείνει. Γιατί η κάθε σπιθαμή του ποτισμένη είναι όχι μόνο από τον ιδρώτα μας αλλά και από το αίμα μας. Ακόμη και των παιδιών της φυλής μας.

Έπειτα, την ώρα που οι πατατίτσες οι τηγανητές, με μια μοσχοβολιά που έσπαγε τα ρουθούνια, πήραν τη θέση στο τραπεζάκι της αυλής, ήρθε η ώρα να πω στον πατέρα και την άλλη ιστορία. Της Ελενίτσας. Που ζούσε στην Κοκκινιά. Εκεί που ούτε κοστόβορα φύτρωναν. Και γυρνούσε στα έξι της στους δρόμους. Στα 1942. Με το μεγαλύτερο αδερφάκι της. Τρώγοντας σκουπίδια... Μέσα στο ανεμόβροχο, μέσα στο χαλάζι και μέσα στο χιόνι... Και λαχταρούσε πατατίτσες τηγανητές...

Εμείς που λες, στα χρόνια της Ελενίτσας και του αδερφού της, στα χρόνια του πατέρα μου και της αδερφής του που μάζευαν κοστόβορα, σταθήκαμε πολύ πιο τυχεροί. Φτωχικό το φαγητό μας μα δε μας έλειψε. Και το φαγητό της κοιλιάς και άλλο που χορταίνει το μυαλό του ανθρώπου. Στο μικρό σχολειό του χωριού μας, με δάσκαλο τον πατέρα μου, είχαμε πάντα τη στοργική αγκαλιά των απανταχού ξενιτεμένων μας. Αυτοί, παιδιά και νέοι της Κατοχής οι ίδιοι, νοιάζονταν με απέραντη στοργή τα κούτσικα του χωριού. Και από το υστέρημα έστελναν πάντα τον οβολό τους να λειτουργεί το σχολειό σαν πρότυπο. Να μη μας λείπει τίποτε. Απ' αυτούς τους ξενιτεμένους και τα βραβεία που παίρναμε στο τέλος της χρονιάς, για το ήθος, την επιμέλεια και τη σχολική επίδοση. Έτσι ακριβώς αναφέρει κι εκείνος ο παλιός τόμος που απόψε ξανάπιασα να διαβάσω την Ελενίτσα. Από τη σειρά ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, που κάποτε εξέδιδε η Ατλαντίδα. Τώρα έκλεισε, με ενημέρωσε με θλίψη ο πατέρας όταν του μίλησα για την Ελενίτσα. Το διήγημα της Λιλίκας Νάκου, από το βιβλίο της: Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ και που θα παρατεθεί παρακάτω ολόκληρο. Αφιερωμένο σε όλες τις Ελενίτσες και τους ... Ελενίτσους της φυλής μας, και του χτες και του σήμερα. Όλα αυτά τα παιδιά που έζησαν και ξαναζούν και στις μέρες μας την κόλαση. Δίχως να έχουν φταίξει στο ελάχιστο. Γιατί έτσι γουστάρουν οι δυνατοί της γης.


Σαν κι αυτό το παιδί της Κατοχής. Που στα 80 του χρόνια και με τα ροζιασμένα χέρια του ξέρει ακόμη να σκαλίζει τη γη και να βγάζει τα προς το ζην. Να συμπληρώνει τη φτωχή σύνταξη μετά από τόσα χρόνια σκληρής δουλειάς. Δε θυμάται πια και δε θέλει να του θυμίζουμε πως κάποτε υπήρξε όχι μόνο δάσκαλος αλλά και υψηλόβαθμο στέλεχος εκπαίδευσης.

Γιατί εκείνος γνώρισε το θάνατο από πολύ μικρός. Νεκροφίλησε τη μάνα του στα έξι του. Κι είδε νεκρούς συγγενείς και φίλους στο μεγάλο πόλεμο και στον άλλο τον αδερφοκτόνο. Και παιδί ακόμη, στα 16 του, τον ανάγκασαν να σκάψει σε μια βουνοπλαγιά του χωριού λάκκο, να θάψουν ένα σκοτωμένο αντάρτη. Τον Ευθύμιο Μπίκα, από τα χωριά της Παραμυθιάς. Ιστορία της περασμένης βδομάδας αυτή. Που την άκουγα και δεν πίστευα στ' αυτιά μου. Έλληνες αυτοί. Με τα όπλα στο χέρι. Να αναγκάζουν ένα παιδί 16 χρονών να σκάψει τάφο. Για έναν νεκρό που τον ξέχασαν όλοι επάνω στο βουνό. Στο Βιντερίκο. Και κανένα μουσείο δε θα τον αναζητήσει... Και κανείς δε θα του φτιάξει άγαλμα.

Ήταν στρατιώτης ο Μπίκας, με ενημέρωσε ο πατέρας, που έψαξε και έμαθε ποιος ήταν ο νεκρός. Και πήρε μέρος στις μάχες του εμφύλιου με τα εθνικά στρατά. Δεν πρόλαβε να απολυθεί και να πάει στο χωριό του και τον στρατολόγησαν με το έτσι θέλω οι αντάρτες. Έτσι βρέθηκε στη μάχη που του στέρησε τη ζωή. Κι έφαγε τη σφαίρα από ανθρώπους που λίγο καιρό πριν ήταν συμπολεμιστές του. Όταν τον είδε σκοτωμένο ο παλιός του λοχαγός, άστραψε και βρόντηξε. Που αγνοώντας τι είχε συμβεί θεώρησε πως αλλαξοπίστησε. Και πρόδωσε τα ... εθνικά ιδεώδη. Σαν το σκυλί ζήτησε να τον θάψουν. Το συμμορίτη και το Βούλγαρο. Και γέλαγε με εκείνο τον 16χρονο που έσκαψε το λάκκο και πήγε μετά και έφτιαξε και ένα αυτοσχέδιο σταυρό με το όνομα του νεκρού. Όπως διατάζουνε οι άγραφοι νόμοι από αρχαιοτάτων χρόνων σε τούτο τον τόπο. Να χαράζουν το όνομα του νεκρού. Ακόμη και των αγαλμάτων. Ευθύμιος Μπίκας... Αριστόδικος...

Όσο για την Ελενίτσα της Λιλίκας Νάκου, που δεν ξέρω αν την έλεγαν Ελενίτσα, το όνομα το δικό της χαράχτηκε ανεξίτηλα στις καρδιές των ανθρώπων. Η Νάκου έγραφε τα διηγήματά της στα χρόνια της Κατοχής και κατάφερνε και τα έστελνε έξω, στην Ευρώπη. Κάνοντας με τη γραφίδα της το δικό της πόλεμο. Και διαδραματίζοντας ειδικά με την ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ τον ίδιο ρόλο του συγγραφέα της ΚΑΛΥΒΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ - ΘΩΜΑ, έτσι γράφει το παλιό μου βιβλίο. Πως με την πένα της η Λιλίκα Νάκου ξεσήκωσε τους Ευρωπαίους να βοηθήσουν τους σκληρά δοκιμαζόμενους Έλληνες. Ο καθείς και τα όπλα του, που είπε και ο ποιητής.

Και με τα ίδια όπλα συνεχίζουμε. Στο παλιό μοτίβο του ου συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν. Της Αντιγόνης που ζητούσε να θάψει το αδέρφι της με τις τιμές που αρμόζουν σε κάθε νεκρό. Και στα μοτίβα του μικρού σχολειού μας. Κάπου στα άγονα βουνά της Ηπείρου. Που ούτε πατάτες δε φυτρώνουν εκεί της προκοπής. Μόνο κάτι τόσες δα πατατίτσες. Μα έλα που όταν τις βάζεις στο τηγάνι γίνονται το πιο νόστιμο φαΐ του κόσμου...

Κάποτε ο Καποδίστριας τις σώριασε τις πατάτες στην πλατεία του Ναυπλίου. Και δεν τις έπαιρνε κανείς... Μέχρι που απαγόρεψε να τις πάρουν και τότε οι πατάτες εξαφανίστηκαν μέσα σε μια νύχτα. Γιατί έτσι είναι ο Ελληνας. Και δε χαμπαριάζει από διαταγές και φοβέρες. Ο Καποδίστριας Έλληνας κι αυτός. Και βρήκε το κουμπί τους. Όπως δεν πρόκειται να το βρουν οι Μερκολάντ και ο αχώνευτος ο Σόιμπλε και η άλλη η ξινή η Λαγκάρντ.

Λέω λοιπόν να πάρω μερικές πατατούλες από το λαχανόκηπο του πατέρα. Και να τις ταχυδρομήσω στους ... σωτήρες μας. Κι αν είναι και χτυπημένες από εκείνο το περίεργο εργαλείο που θυμίζει τρίαινα, ακόμη καλύτερα. Με υπογραφή Αριστόδικος - Ελενίτσα. Κι ίσως ίσως να εσωκλείσω και μερικά κοστάβορα. Κι άντε μετά να ψάχνονται τι πεσκέσι είναι αυτό. Από τους μουρλούς τους Έλληνες. Που δε λογαριάζουν τίποτε και κανέναν. Γιατί δε λογαριάζουν και το θάνατο. Κι έμαθαν να ζούνε μ' αυτόν. Και να τον κάνουν άγαλμα και τραγούδι. Ακόμη και τσιτσιριστό στο τηγάνι. Και πατατίτσες τηγανητές...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Σαβ Ιουλ 14, 2012 5:51 pm

Παράθεση :
Η ΕΛΕΝΙΤΣΑ


Μας τη φέρανε στο νοσοκομείο ένα πρωί που έκανε φοβερό κρύο εκείνον τον αξέχαστο και καταραμένο χειμώνα του σαρανταδύο.

Ήταν παγωμένη και είχε τα μάτια μισόκλειστα από την εξάντληση και την πείνα. Ήταν τόση δα! Ένα λεπτοφυές γλυκό κοριτσάκι ως έξι χρονών. Ένα παιδάκι καστανό, που η πείνα, η κακουχία, το κρύο, δεν είχαν κατορθώσει να αλλοιώσουν το όμορφο προσωπάκι και την αθώα έκφραση των ματιών του.

Ένας πολισμάνος τη βρήκε μαζί με τον αδελφό της στο δρόμο και γύρευαν τα κακόμοιρα τα παιδιά αγκαλιασμένα σε μια γωνιά να ζεσταθούνε, ενώ το ξεροβόρι της Αθήνας ξεπάγιαζε και τον πιο καλοντυμένο διαβάτη.

Ναι λοιπόν, ένας πολισμάνος καλός τα λυπήθηκε τα παιδιά και μας τα έφερε στο νοσοκομείο, στη Ριζάρειο, που σΆ αυτό τότε μαζεύανε και φέρνανε όλους όσοι πέφτανε στο δρόμο από την πείνα.

Είπε στην Προϊσταμένη: «Τα βρήκα αγκαλιασμένα να τουρτουρίζουνε μέσα στα κουρέλια, κάτω στο σταθμό του Ηλεκτρικού, και τα πόνεσε η ψυχή μου.»

Α, αυτή η Ομόνοια… Είναι αυτή η πλατεία που ο Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος ξέβραζε κείνον το χειμώνα, από τον Πειραιά και τους συνοικισμούς του, έναν κόσμο κολάσεως. Έναν κόσμο ανθρώπων πειναλέων, σκελετωμένων, με μάτια έξαλλα, που, μόλις φτάνανε στην Αθήνα, τρέχανε αμέσως στους ντενεκέδες των σκουπιδιών για να φάνε. Σα να μην είχε πια σκουπίδια ο Πειραιάς για να ψάξουν εκεί να φάνε.

Κι αλήθεια, διηγόνταν οι ίδιοι πως στον Πειραιά, γύρω από ένα ντενεκέ σκουπίδια, γίνονταν αληθινές μάχες, ανάμεσα σε σκύλους, ανθρώπους και παιδιά.

Μα ας είναι. Ας ξανάρθω στην Ελενίτσα, το κοριτσάκι που μας έφεραν στη Ριζάρειο. Στην αρχή λοιπόν, καθώς μας έφερε και δύο άλλα παιδιά ο πολισμάνος, δεν υπήρχε κανένας τρόπος να τα κρατήσουμε στο νοσοκομείο. Όλα τα κρεβάτια ήταν πιασμένα. Στην ανάγκη μάλιστα βάζαμε τα παιδιά πέντε πέντε σε κάθε κρεβάτι, για να μην τΆ αφήσουμε να πεθάνουνε με τέτοιο κρύο έξω στο δρόμο. Τα βάζαμε από τη μια και την άλλη μεριά του κρεβατιού, τα καημένα. Ναι, δεν υπήρχε λοιπόν ούτε μια μικρή θεσούλα για την Ελενίτσα.

Ο πολισμάνος, καλόκαρδος, ικέτευε την Προϊσταμένη. Μα τι να σου κάνει και αυτή; Έλεγε: «Πάρτε τουλάχιστον το κοριτσάκι… Δέστε πώς τρέμει… Είναι άσπρο το προσωπάκι του σαν το πανί… Αφήστε το το αγόρι…»

Αχ, Θεέ μου! συλλογιζόμουν εγώ, που βρισκόμουν κει δα μπροστά σΆ αυτή τη σκηνή, να, που γίνεται άθελα κανείς και σκληρός τέτοιες εποχές. Το αγόρι τι θα γινότανε; Θα το κατάπινε ασφαλώς ο δρόμος, και κανένα πρωί θα το βρίσκανε κοκαλωμένο από την παγωνιά και την πείνα. Θα το μαζεύανε και θα το ρίχνανε μέσα σΆ αυτό το κάρο, που κάθε πρωί γυρίζει στους δρόμους της Αθήνας και μαζεύει τους πεθαμένους. Και ύστερα, φύρδην μίγδην, παιδιά, γέρους, νέους, πάει και τους αδειάζει σε ένα μεγάλο λάκκο στο νεκροταφείο. Τέτοια τύχη περίμενε το αγόρι.

Ντίνο, λέει, το λέγανε, ήταν ως έντεκα χρονών αγόρι, σκελετωμένο, κι η πείνα το είχε κάνει να μοιάζει με μικρό πίθηκο, όπως άλλωστε μοιάζανε όλα τα πεινασμένα παιδιά, στο τελευταίο στάδιο που μας τα φέρνανε στο νοσοκομείο. Τους φυτρώνανε μάλιστα στο πρόσωπο και κάτι ξανθές τρίχες σαν χνούδι, πότε άσπρες, πότε ξανθές.

Τον Ντίνο όμως κάτι τον ξεχώριζε από τον πίθηκο. Ήταν τα μπλε μεγάλα του μάτια, που, είτε από το κρύο, είτε από άλλο λόγο, μοιάζανε όλο βουρκωμένα. Κοιτάζανε γύρω τον κόσμο, τον κόσμο αυτόν που ήταν όμοια η κόλαση, και βουρκώνανε. Θεέ μου, ήταν να μη βουρκώνουν τα μάτια των παιδιών, όπως και των μεγάλων, απΆ ό,τι γύρω τους βλέπανε;

Ας είναι. Στο πρόσωπο του αγοριού είχαν φυτρώσει αυτές οι περίεργες τρίχες του τελευταίου σταδίου της πείνας, που κάνανε και τους γιατρούς να απορούνε γιΆ αυτό. Της Ελενίτσας όμως όχι. Το προσωπάκι της, αντίθετα από τα άλλα παιδιά, είχε γίνει διάφανο, λες και ήταν από φαρφουρί, από πολύτιμη πορσελάνα. Και τα μαλλάκια της, καστανά ανοιχτά, σγουραίνανε και γίνονταν σαν χρυσαφιά μπροστά στο μέτωπο. Τα μάτια της, σκούρα, κοιτάζανε τον κόσμο με εμπιστοσύνη. Και ήταν αυτή η έκφραση της εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους, που σου μαχαίρωνε την καρδιά.

Ήταν λοιπόν να σώσουμε ένα από τα δυο παιδιά. Ήταν η κρίσιμη στιγμή νΆ αποφασίσουμε ποιο από τα δυο θα έμενε στο νοσοκομείο. Και τα δύο ήταν εντελώς αδύνατο. Ούτε καν τροφή δεν υπήρχε για ένα παιδί παραπάνω. Δεν έπρεπε λοιπόν να αργοπορήσουμε. Η Προϊσταμένη δέχτηκε την πρόταση του πολισμάνου. «Καλά, είπε, θα κρατήσουμε το κοριτσάκι.» Έτσι έμεινε η «Ελενίτσα μας», όπως την έλεγε ο αδελφός της.

Και η Προϊσταμένη άρχισε από καθήκον να κάνει τις ίδιες ερωτήσεις που έκανε σε όλα τα παιδιά, όσα είχαν την τύχη – ναι, την τύχη! – να μπούνε στο νοσοκομείο.

«Πόσα παιδιά είστε στο σπίτι σας;»

«Εφτά!... αποκρίθηκε το αγόρι, σαν μεγαλύτερος που μπορούσε να μιλήσει. Η Ελενίτσα μας είναι το μικρότερο, έξι χρονών.»

«Από πού ερχόσαστε;»

«Από την Κοκκινιά, στον Πειραιά.»

«Μάνα, πατέρα έχετε;»

«Η μάνα μας πρήστηκε από την πείνα και έπεσε στο στρώμα. Ο πατέρας ήταν χτίστης, μα έχει, λένε, πλευρίτη. Βήχει και δε δουλεύει. Τα άλλα παιδιά φύγανε από το σπίτι γιατί πεινούσανε. Καμιά φορά πάλι, πότε πότε, γυρνούνε και πάλι ματαφεύγουνε.»

Αυτά είπε το αδέρφι της Ελενίτσας. Και, άμα έκανε να φύγει από το νοσοκομείο, το πιάσανε το κλάματα… Δεν ήθελε να φύγει, ούτε να χωριστεί από την Ελενίτσα. Έλεγε κι έκλαιγε: «Πώς να γυρίσω δίχως την Ελενίτσα μας; Εμείς στο σπίτι όλοι την αγαπάμε, γιατί μας κάνει πάντα και γελάμε. Και ποτέ δεν κλαίει, δεν πεινάει. Κάθεται σε μια μεριά, μας κοιτά και σωπαίνει. Η μάνα μας λέει γιΆ αυτή πως δεν είναι σαν τΆ άλλα παιδιά. Την τρέφει ο αέρας και η καλή καρδιά.»

Αχ ναι, την έτρεφε ο αέρας και η καλή καρδιά. Μα έπεσε αυτή η βαρυχειμωνιά, πρώτη φορά τόσο βαριά για την Αθήνα. Έπεσε και η πείνα και πια δε βάσταξε η Ελενίτσα. Σαν πούπουλο ελαφρύ ήταν το κορμάκι της, σαν πούπουλο στα χέρια μας την ώρα που την πήραμε, να την καθαρίσουμε κάτω στα μπάνια και ύστερα να τη βάλουμε στο κρεβάτι. Έτυχε να βρεθεί ένα μικρό, τόσο δα κρεβατάκι, για πιο μικρό μάλιστα παιδί από την Ελενίτσα. Εκεί τη βάλαμε. Ήταν τόσο μικρό το σωματάκι της! Μα πού να χωρέσει εκεί και ο αδελφός της…

«Θα έρχεσαι να τη βλέπεις κάθε απόγευμα, του είπε η Προϊσταμένη. Μην κλαις… ¶μα λίγο δυναμώσει και γίνει καλά, θα την πάρεις μαζί σου.»

«Κρατήστε με και μένα», ικέτευσε το αγόρι.

Μα η Προϊσταμένη, για να μην κλάψει κι αυτή (εγώ την ήξερα καλά), έμπηκε τις φωνές: «Σου είπα, φώναξε δυνατά, δεν έχομε θέση! Δεν καταλαβαίνεις που σου μιλώ ελληνικά;»

Έφυγε το αγόρι. Το είδα να στέκεται για πολλή ώρα, έτσι, μπροστά στην πόρτα του νοσοκομείου και να κοιτάζει καταπάνω τα παράθυρα.

Έξω έκανε ένα βοριά δυνατό. Και στριφογυρίζανε οι νιφάδες και χορεύανε έναν αλλόκοτο χορό, που ζαλιζόσουν να τις κοιτάζεις. Τα δέντρα της αυλής βουΐζανε και γέρνανε στον παγωμένο αέρα…

Το αγόρι έμεινε έτσι εκεί για λίγο ακόμα, μα ύστερα, σαν ξαναπέρασα εγώ από το διάδρομο και κοίταξα από το παράθυρο, δεν ήταν πια εκεί. Είχε φύγει.

Μας έμεινε λοιπόν η Ελενίτσα μας με το διάφανο προσωπάκι. Μόλις ζεστάθηκε και συνήλθε, άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε ολόγυρά της. Αχ, τι γλυκά παιδιακίσια ματάκια! Αυτά έπρεπε να βλέπουν ανθισμένα λιβάδια, πεταλούδες, πουλιά και λουλούδια. Και όχι να κοιτάνε γύρω τα σκελετωμένα παιδιά μέσα στο θάλαμο, που βογγούσανε, υποφέρανε και πεθαίνανε…

Κοίταξε περίεργα όλο γύρω της η Ελενίτσα. Στην αρχή δεν καταλάβαινε καλά πού βρισκότανε. Έπειτα κοίταξε κι εμάς τις νοσοκόμες. Και, ποιος ξέρει… της αρέσαμε έτσι με τις άσπρες ποδιές και μας χαμογέλασε. Τι χαμόγελο! Η Προϊσταμένη δε βάσταξε, πήγε κοντά της, έσκυψε και τη φίλησε…

«Τι θέλεις, πουλί μου; της είπε. Πες μου και μη φοβάσαι.»

Η Ελενίτσα μας κοίταζε. Κοίταζε την Προϊσταμένη καλά, ύστερα πάλι εμάς. Και έκανε σαν να ήθελε να πει κάποιο σπουδαίο μυστικό που ήτανε ντροπή να τΆ ακούσει κανείς… Σαν να ήθελε να πει έναν πόθο, που πάσχιζε από καιρό να τον πει, μα πάλι δεν τολμούσε.

«Τι θέλεις, μικρό μου;» την ξαναρώτησε η Προϊσταμένη. «Πες τι θέλεις. Μη φοβάσαι! Ό,τι θέλεις, αμέσως θα το ΅χεις.»

Α, τι κουβέντα τολμηρή για την εποχή που ζούμε ξεστόμισε η Προϊσταμένη! Και πόσο η ίδια ύστερα υπέφερε από την κουβέντα αυτή…

«Πες μου…»

Μια φωνίτσα τότε απαλή, αδύνατη σαν αχνός, είπε δειλά:

«Θέλω… Θέλω πατατίτσες τηγανιτές!...» Και το προσωπάκι της πήρε έξαφνα μια έκφραση χαρούμενη και μαζί λίγο σαν πονηρούτσικη. «Πατατίτσες τηγανιτές!» ξανάπε και κοίταξε με τα ματάκια της, γιομάτα εμπιστοσύνη, την κυρία Προϊσταμένη.

Ταράχτηκε τότε, είδα, η κυρία Προϊσταμένη. «Πατατίτσες τηγανιτές», είπε και αυτή, σα να θυμήθηκε έξαφνα πως, πράγματι, στον κόσμο υπήρχαν κάπου πατατίτσες τηγανιτές… «Πατατίτσες;» ξανάπε η Προϊσταμένη και μας κοίταξε με ταραχή και απορία. «Πού να τις βρούμε;» έκανε πάλι κοιτάζοντας τις νοσοκόμες, που στεκόμαστε μάρτυρες βουβοί σΆ αυτήν όλη τη σκηνή…

Ναι, πού να τις βρούμε;… Πού να βρεθεί τέτοια πολυτέλεια της πατάτας μέσα σΆ ένα νοσοκομείο όπως η Ριζάρειος… Εδώ, εμείς, είχαμε μόνο ό,τι μας έδινε ο Ερυθρός Σταυρός. Φασόλια, κάποτε λακέρδα – και πάλι φασόλια και χόρτα. Γάλα περιμέναμε να μας στείλουνε κουτιά από την Ελβετία. Μα πατάτα πού να βρεθεί;

Και όμως η Ελενίτσα ήθελε και καλά τηγανιτές πατατίτσες. Με την ξαφνική της αυτή επιθυμία, μείναμε κι εμείς οι νοσοκόμες σκεφτικές. ¶ξαφνα κι εμείς θυμηθήκαμε τις πατατίτσες τις τηγανιτές του σπιτιού. Την ατμόσφαιρα του σπιτιού του καλού καιρού, που δε βάζαμε ποτέ με το νου μας, τότες, πως γραμμένο ήταν τέτοια πράγματα να δούνε τα μάτια μας!... Πατατίτσες τηγανιτές!... Καλέ, τι σκέφτηκε η Ελενίτσα!

Το μικρό κοριτσάκι τώρα, ξεθαρρεμένο, μας χαμογελούσε, μας κοίταζε και μας έλεγε με την παιδιακίσια φωνούλα της: «Πατατίτσες θέλω! Πατατίτσες τηγανιτές!»

Όταν της φέραμε να πιει φασουλόζουμο, δεν το ήθελε. Της είχε για καλά κολλήσει η ιδέα για πατατίτσες. Και με παιδιάστικη τώρα επιμονή, τις γύρευε. Τι ήταν να ρωτήσει η Προϊσταμένη το παιδί, τι ήθελε να φάει…

Σαν ήρθε ο γιατρός και μας είδε έτσι σκεφτικές, μας έβαλε μπροστά. Είχε τα νεύρα του. Δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Είχαν, έλεγε, πολλά παιδιά πεθάνει χθες και σήμερα μέσα στο νοσοκομείο. Και αυτός τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για να μην πεθάνουνε.

Ούτε φάρμακα, ούτε γάλα, ούτε τίποτα υπήρχε.

«Τι χρειαζόμαστε λοιπόν εδώ μέσα εμείς οι γιατροί;» είπε με απελπισία στην Προϊσταμένη.

Του δείξαμε την Ελενίτσα και του είπαμε για τις πατατίτσες που μας ζητούσε… Πάλι μας έβαλε μπροστά. «Μα και πατάτες αν είχατε, μας είπε, δεν έπρεπε να δώστε ευθύς να φάει στο παιδί. Θα πάθει δυσεντερία, που τώρα όλα έτσι τα θερίζει. Γάλα – δεν το καταλάβατε; - γάλα πρέπει να ΅χει το παιδί τούτο, όπως όλα τα παιδιά, για να σωθούνε. Δεν το καταλάβατε ακόμα;» μας έκανε θυμωμένος.

Τι να πούμε όμως εμείς; Ξέραμε πως γάλα δεν υπήρχε…

Ο γιατρός, πριν φύγει από το θάλαμο, πήγε ξανά κοντά στο κρεβατάκι της Ελενίτσας και, με γλυκό τρόπο τώρα, της είπε: «¶μα γίνεις καλά, μικρούλα μου, θα φας τις πατατίτσες. Όχι τώρα! Ακούς;» Και έφυγε.

Η Ελενίτσα δε μίλησε. Κοίταξε το γιατρό, κοίταξε και μας και σώπασε. Σούφρωσε μόνο το στοματάκι της. Ήταν, βλέπεις, από μικρό, μαθημένο καμιά από τις επιθυμίες της να μην της γίνεται. Θα ήταν ίσως και η πρώτη φορά που, στη ζωούλα της τη μικρή, ζήτησε κάτι. Ξεγελάστηκε η Ελενίτσα, από το περιβάλλον, από τις άσπρες ποδιές μας, το καλό χαμόγελο της Προϊσταμένης, και ζήτησε και αυτή κάτι. Στο τέλος είπε: «Δεν πειράζει» και σώπασε και έγειρε το κεφαλάκι πάνω στο μαξιλάρι και έκλεισε τα ματάκια.

Την αφήσαμε. Είχαμε και μεις άλλες δουλειές να κάνουμε, τόσα παιδιά, τόσους αρρώστους να περιποιηθούμε μέσα στο νοσοκομείο. Μπαίναμε, βγαίναμε στις αίθουσες. Ακούγαμε από μακριά, από κάτω στην είσοδο, τη φασαρία που γίνονταν εκεί, τις φωνές των ανθρώπων, που ικέτευαν τη διεύθυνση να μπούνε μέσα στο νοσοκομείο…

«Πού θέλετε, μωρέ, να σας βάλω;» ακούγονταν η δυνατή φωνή του διευθυντή. «Θέλετε να με πνίξετε;... Δεν καταλαβαίνετε ρωμέικα που σας λέω; Δεν υπάρχουν κρεβάτια!»

«Θα περιμένουμε ώσπου νΆ αδειάσει κανένα κρεβάτι», ακούστηκε να λέει μια άγνωστη φωνή.

«Μα, για να αδειάσουν κρεβάτια, πρέπει πρώτα να πεθάνουνε οι άνθρωποι. Ξέρω πότε θα πεθάνει κανείς; Μπορώ να τον βιάσω να πεθάνει;» φώναζε έξω φρενών ο διευθυντής.

Και μείς ξέραμε πως πεθαίνανε αράδα οι άνθρωποι… Μα, μόλις αδειάζανε τα κρεβάτια, έρχονταν άλλοι. Κάνανε καμιά δυο μέρες, και πάλι πεθαίνανε. Και όλοι από το ίδιο πράμα. Εξάντληση, δυσεντερίες από τα σκουπίδια που τρώγανε, κακουχία. Πραγματική αρρώστια δεν υπήρχε. Λιμός! σου λέει ο άλλος. Λιμός! Από αυτό που λένε και δέουνται στην εκκλησία να μην πέσει ποτέ στον κόσμο. Σάματι και μεις οι ίδιες δεν πεινούσαμε; Δε λιγοθυμούσανε οι νοσοκόμες από την πείνα;

Κάποτε κάποτε περνούσα και από την αίθουσα που βρισκόταν η Ελενίτσα. Πήγαινα κοντά της. Μόλις με έβλεπε, χαμογελούσε…

Μα το ίδιο απόγευμα κοκκίνισε από τον πυρετό το προσωπάκι της. Της παρουσιάστηκε η δυσεντερία. Αχ, να είχαμε τουλάχιστο να της δίναμε ρυζόνερο… Μα τίποτα, είπα, δεν είχαμε. Ρύζι; Πού να βρεθεί το ρύζι;… Ούτε γιατρικά είχαμε, ούτε τίποτα… Και σε κοιτάζανε τα μάτια των παιδιών που υποφέρανε, και τίποτε και δεν μπορούσες να τους κάνεις… ΤίποτΆ άλλο παρά στο τέλος να τους κλείσεις τα ματάκια αυτά. Θεέ μου!... Μας είχε ο Θεός τόσο εγκαταλείψει;… Τι κακό κάνανε τα παιδιά;…

Το απογευματάκι ήρθε ο αδερφός της να δει την Ελενίτσα. Ήταν μαβής από το κρύο, τα μάτια του πρησμένα από το κλάμα. Κάθισε κοντά στο κρεβατάκι της αδερφούλας του και άκουσα να της λέει, καθώς περνούσα από κει: «Σου ΅φερα ένα παστέλι».

Θα είχε στους δρόμους ζητιανέψει και με τα λεφτά αυτά θα είχε αγοράσει το παστέλι.

Η Ελενίτσα το κοίταξε, λάμψανε τα ματάκια της από ευχαρίστηση, έκανε να το φάει, μα ήτανε πολύ σκληρό και το άφησε.

«Πατατίτσες… είπε. Πατατίτσες τηγανιτές θέλω.»

Το αγόρι άνοιξε καλά τα μάτια του… Καλέ, τι ζητούσε η αδερφή του; Ήταν στα συγκαλά της; Δεν ήξερε πως τέτοια πράματα δεν υπήρχανε πια στον κόσμο; Της είπε το αγόρι μονάχα: «Καλά είσαι εδώ, Ελενίτσα. Αχ, μΆ αφήνεις δίπλα σου να ξαπλώσω; Είμαι τόσο αποσταμένος… Και κρυώνω!... Ξέρεις τι κρύο κάνει έξω;»

Όταν ξαναπέρασα από το θάλαμο, το αγόρι είχε φύγει μαζί μΆ όλες τις επισκέψεις. Η Ελενίτσα όμως έκαιγε από τον πυρετό. Παραμιλούσε. Έσκυψα πάνωθέ της. «Πατατίτσες…», έλεγε και άπλωνε τα χεράκια της.

Κατά το βραδάκι πέρασε ο γιατρός και κοίταξε την Ελενίτσα. Έμοιαζε ξαφνικά γερασμένος, κουρασμένος, θλιμμένος. Και ας ήταν νέος. Έμοιαζε τελευταία να ΅χει γεράσει πολύ. Όλον το χειμώνα είχε δει τόσους αρρώστους, μικρούς και μεγάλους, να πεθαίνουνε – τόσα μάτια παιδιών τον είχαν κοιτάξει, δίχως να μπορεί να τους προσφέρει καμιά βοήθεια, που να, αν και νέος, για λίγους μήνες, τα μαλλιά του ασπρίσανε εδώ στα πλάγια.

«Λοιπόν η Ελενίτσα μας;» τον ρώτησα πηγαίνοντας κοντά του.

Κούνησε το κεφάλι του. «Αν εξακολουθήσει έτσι ο πυρετός και η δυσεντερία…», είπε. Κι αμέσως, παίρνοντας ύφος αγαναχτισμένο, πρόσθεσε: «Τι! Με το φασουλόζουμο θα γιατρευτεί; Ό,τι κάνει η φύσις.» Και, μουτρωμένος που δεν μπορούσε να βοηθήσει σε τίποτα, σηκώθηκε και έφυγε από το θάλαμο των παιδιών.

Έτσι πέρασε όλο εκείνο το βράδυ και το άλλο πρωί.

Η Προϊσταμένη, όταν μπήκε το απόγευμα στο θάλαμο των παιδιών, πήγε κατΆ ευθείαν κοντά στην Ελενίτσα. Όλοι πια την αγαπούσαμε. Ούτε έκλαιγε, ούτε φώναζε σαν τα άλλα παιδιά. Μόνο, σαν περνούσαμε από κει, μας χαμογελούσε.

Σα μανία μόνο της είχε κολλήσει κι όταν παραμιλούσε ακόμα έλεγε: «Θέλω πατατίτσες, πατατίτσες τηγανιτές!» με μια παιδιάστικη επιμονή άρρωστου παιδιού.

Το άλλο πρωί, σαν πέρασε ο γιατρός και την είδε, κατσούφιασε, έμεινε σκεφτικός και ύστερα, με το χέρι του, χάιδεψε τις καστανές μπουκλίτσες της Ελενίτσας. Μας είπε, κοιτάζοντάς μας, θλιμμένος:

«Δώστε της τέλος πάντων να φάει πατατίτσες, να πάει ευχαριστημένο το παιδί…»

«Α!» έκανε η Προϊσταμένη, κουνώντας το κεφάλι της. «Ώστε δεν υπάρχει πια καμιά ελπίδα;» Και αμέσως γύρισε και φώναξε σε μας τις νοσοκόμες, που καθόμαστε και την κοιτάζαμε: «Γλήγορα να μας βρείτε μια δυο πατάτες! Τι με κοιτάτε έτσι; Λέω να τρέξετε να μου οικονομήσετε καμιά πατάτα, να δώσουμε στο παιδί!»

Την κοιτάζαμε την Προϊσταμένη κι είχαμε μείνει άναυδες. Τι να της πούμε; Πως είχε τρελαθεί; Έτρωγε κανένας μας πατάτες; Είχαμε εμείς μισή πατάτα σπίτια μας; Μονάχα οι πολύ πλούσιοι θα ΅χαν, μα κι αυτοί θα τις τρώγανε στα κρυφά, για να μη τους δει κανένας.

Η Προϊσταμένη ήταν μια γυναίκα ενεργητική, που δε δίσταζε ποτέ μπροστά σε καμιά δυσκολία. Είχε κιόλας βρει κάτι με το νου της. Μας είπε: «Να πάει μια από σας, γλήγορα, στο μέγαρο απέναντι. Ξέρω την κυρία που κάθεται. Θα χτυπήσετε την πόρτα δυνατά, ως ότου σας ανοίξουν, και θα πείτε στον υπηρέτη ότι η Προϊσταμένη εδώ του νοσοκομείου σας έστειλε και ότι είναι ανάγκη να δείτε την κυρία. Θα της τα πείτε όλα όπως είναι. Μια πατάτα γυρεύει για ένα παιδάκι που ίσως πεθάνει. Τρέξτε τώρα γλήγορα!»

Έτρεξα εγώ στο απέναντι μέγαρο, χτύπησα δυνατά την πόρτα. Μου άνοιξε ένας λακές, με έβαλε κάτω στα σαλόνια…, περίμενα… Αχ, Θεέ μου, συλλογιζόμουν εγώ διαρκώς, ας κάνουμε γλήγορα, να βαστάξει η Ελενίτσα, ως ότου τις δώσουνε, τις ψήσουνε, τις ετοιμάσουνε τις τηγανιτές πατατίτσες. Με είχε πιάσει νευρικό και δε με χωρούσε ο τόπος.

Τέλος φάνηκε η οικοδέσποινα. Της είπα τι συνέβαινε.

«Ευχαρίστως, μου είπε. Δεν έχω πολλές πατάτες. Μπορώ να σας δώσω μια οκά για τους αρρώστους σας.»

Και κουδούνισε και ήρθε πάλι ο λακές. ¶μα άκουσε όμως εκείνος πως η κυρά του θα έδινε μια οκά πατάτες στο νοσοκομείο, ευθύς κατέβασε τα μούτρα του και με κοίταξε βλοσυρά, σα να ΅λεγε: «Καρακάξα, να το ΅ξερα, δε θα σΆ άνοιγα την πόρτα!» Μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και σε λίγο έφερε τις πατάτες.

«Ευχαριστώ», είπα και έφυγα τρέχοντας για το νοσοκομείο.

Φασαρία, συναγερμός στην κουζίνα, μόλις είδαν όλοι τους τις πατάτες. Τις κοιτάζανε όλοι σηκωμένοι από πάνω… Και, όταν τις ψήσανε, μια καθαρίστρια λιγοθύμησε, λέει, από τη μυρουδιά.

Η είδηση ότι φέρανε πατάτες πετούσε από στόμα σε στόμα ως πάνω στους αρρώστους. «Πατατίτσες τηγανιτές κάνουνε κάτω», λέγανε.

Μα η Ελενίτσα, εν τω μεταξύ, όλο και χειροτέρευε. Δεν μπορούσε πια ούτε τα ματάκια της να κρατήσει ανοιχτά. Τα άνοιγε και τα έκλεινε αμέσως. Το χειλάκι της άσπριζε. Κρύωνε.

Ένας βοηθός που πέρασε είπε: «Τι να ΅χει, ρωτάτε; Εξάντληση του οργανισμού. Βάσταξε, βάσταξε το παιδί, εξαντλήθηκε, και η δυσεντερία από πάνω την απέκαμε. Τι νομίζετε; Αυτό μας περιμένει και μας. Θα βγάλουμε και μεις το χειμώνα;»

Είναι μερικοί άνθρωποι, έτσι, που σε αποκαρδιώνουνε, αντί να σου δώσουνε κουράγιο.

Πέρασα κοντά από το κρεβάτι της Ελενίτσας. Τη φωνάζω: «Ελενίτσα!»

«Θα σου φέρουνε, της λέω, πατατίτσες τηγανιτές.»

Έρχεται η Προϊσταμένη. Της χαϊδεύει τα μαλλιά. Την κοιτά η Ελενίτσα, της χαμογελά. Θε μου, τι χαμόγελο έχει το παιδί! Τι χαμόγελο είναι αυτό, όταν πλησιάζεις να σΆ αντικρίσει! Ράισε όλων μας η καρδιά.

Τέλος ήρθανε, φέρανε τις πατατίτσες μέσα σε ένα πιάτο όμορφες, ροδοκόκκινες, καλοτηγανισμένες. Ζευγάρια ματάκια άλλων παιδιών από τα κρεβάτια τους κοιτάζανε!... Ανασηκώνονται…

Μα η Προϊσταμένη λέει δυνατά: «Όχι! Οι πατατίτσες είναι μόνο για την Ελενίτσα!» Και σκύβει πάνω από το κοριτσάκι και της λέει: «Ελενίτσα, να οι πατατίτσες σου! Είναι δικές σου! Σου τις φέραμε… Ελενίτσα!»

¶νοιξε τα μάτια το κοριτσάκι. Μια λάμψη χαράς πέρασε, πριν να σβήσουνε τα ματάκια του. «Α!» έκανε και χαμογέλασε και ανασηκώθηκε κομμάτι στο κρεβάτι και άπλωσε το χεράκι να τις αρπάξει. Αλλά – αχ! – το κεφαλάκι ξαφνικά έγειρε προς τα πίσω πιο άσπρο από πανί. Τα χειλάκια γινήκανε ευθύς μαβιά. Μεγάλοι κύκλοι μαύροι φανήκανε κάτω από τα μάτια.

«Ελενίτσα! Ελενίτσα!» της φωνάζει η Προϊσταμένη.

Λιγοθύμησε η Ελενίτσα!...

Τρέξαμε οι δυο νοσοκόμες που είμαστε εκεί, κοντά στο κρεβατάκι του παιδιού. Και είδαμε το ένα χεράκι πάνω στο σεντόνι να κρατά σφιχτά σφιχτά τις τηγανιτές πατατίτσες. Δεν ήθελε να τις παρατήσει. Ανάσαινε βαθιά και η αγωνία ήταν σύντομη. Μα πάντα βάσταγε τις πατατίτσες τις τηγανιτές. Δεν είχε προφτάσει ούτε στο στόμα της να τις βάλει η Ελενίτσα.

Με δυσκολία μεγάλη η Προϊσταμένη άνοιξε το χεράκι που κρατούσε τις πατατίτσες, για να μην παρουσιαστεί έτσι μπροστά στο Θεό και λυπηθεί Εκείνος και πει: «Α, άνθρωποι τρελοί! Εγώ από όλα τα καλά σας έδωσα στη γη!... Και όμως εσείς αφήσατε την τελευταία στιγμή για να δώσετε στην Ελενίτσα λιγάκι φαΐ;»

Τα σταύρωσε λοιπόν τα χεράκια η Προϊσταμένη για να παρουσιαστεί έτσι, χωρίς πατατίτσες, μπροστά Του η Ελενίτσα. Με αδειανά και σταυρωμένα χεράκια. Στο Θεό, που καλούσε τα φτωχά παιδιά κοντά Του, για να τα βγάλει από την κόλαση της ζωής.



Λιλίκα Νάκου, «Η ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ» - απόσπασμα δημοσιευμένο στη σειρά «ΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ», 5ο τόμο, σελ. 91, εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδης & Σία Α.Ε. – κεντρική πώλησις: Ατλαντίς, Κοραή 8 Αθήνα.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Σαβ Ιουλ 14, 2012 6:06 pm

Κι επειδή μάλλον δε θα καταφέρουν να φτάσουν οι πατατούλες στους ... κυρίους που ανέφερα παραπάνω, άσε που προτιμώ να τις τηγανίζω λίγες λίγες και να τις τρώω με τους αγαπημένους μου, λέω να τους στείλω μια καρτούλα με τους πατατοφάγους του Βαν Γκόγκ.


Υπογραφή, το είπα:

Αριστόδικος - Ελενίτσα...

Και κείμενο; Τον Εθνικό μας ύμνο. "Απ' τα χώματα βγαλμένη." Τι άλλο;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Κυρ Ιουλ 15, 2012 4:19 am

Από τα σχόλια των φίλων στο face book που διάβασαν το παραπάνω αφιέρωμα και το διήγημα της Λιλίκας Νάκου: "Η Ελενίτσα":

Παράθεση :
Ρούλα Λιάνου:

Υπέροχο αφήγημα, το οποίο δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες του εξωτερικού, την περίοδο της Κατοχής και της Μεγάλης Πείνας, και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός αναγκάστηκε να κινητοποιηθεί, για να μην πεθαίνουν τα παιδιά στην Ελλάδα. Οργάνωσε, λοιπόν, τα συσσίτια και μοίραζε μια μερίδα φαγητό και μια φέτα ψωμί στα παιδιά!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Βεβαίως,"φιλάνθρωπες" κυρίες της υψηλής κοινωνίας, οι οποίες επόπτευαν τη διαδικασία, έκλεβαν τα τρόφιμα και μίκραιναν τις μερίδες ή και, σχεδόν, τις...εξαφάνιζαν!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Το τραγουδάκι της εποχής "πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή και λέει στα παιδάκια νιξ φαϊ...", αυτές περιγράφει !!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Λαός βασανισμένος, που όμως κανένα μάθημα δεν παίρνει.....


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Κυρ Ιουλ 15, 2012 4:57 am

Κατά τα άλλα έργα του ο πατέρας, εκτός δηλαδή του να βγάζει τις πατατούλες του από τη γη, αυτό τον καιρό διάβαζε και τους Νόμους του Πλάτωνα. Από κει και μεταφέρω το ακόλουθο απόσπασμα:


Παράθεση :
Κλεινίας

οἶμαι μέν, ὦ ξένε, καὶ παντὶ ῥᾴδιον ὑπολαβεῖν εἶναι τά γε ἡμέτερα. τὴν γὰρ τῆς χώρας πάσης Κρήτης φύσιν [625d] ὁρᾶτε ὡς οὐκ ἔστι, καθάπερ ἡ τῶν Θετταλῶν, πεδιάς, διὸ δὴ καὶ τοῖς μὲν ἵπποις ἐκεῖνοι χρῶνται μᾶλλον, δρόμοισιν δὲ ἡμεῖς· ἥδε γὰρ ἀνώμαλος αὖ καὶ πρὸς τὴν τῶν πεζῇ δρόμων ἄσκησιν μᾶλλον σύμμετρος. ἐλαφρὰ δὴ τὰ ὅπλα ἀναγκαῖον ἐν τῷ τοιούτῳ κεκτῆσθαι καὶ μὴ βάρος ἔχοντα θεῖν· τῶν δὴ τόξων καὶ τοξευμάτων ἡ κουφότης ἁρμόττειν δοκεῖ. ταῦτ' οὖν πρὸς τὸν πόλεμον ἡμῖν ἅπαντα ἐξήρτυται, [625e] καὶ πάνθ' ὁ νομοθέτης, ὥς γ' ἐμοὶ φαίνεται, πρὸς τοῦτο βλέπων συνετάττετο· ἐπεὶ καὶ τὰ συσσίτια κινδυνεύει συναγαγεῖν, ὁρῶν ὡς πάντες ὁπόταν στρατεύωνται, τόθ' ὑπ' αὐτοῦ τοῦ πράγματος ἀναγκάζονται φυλακῆς αὑτῶν ἕνεκα συσσιτεῖν τοῦτον τὸν χρόνον. ἄνοιαν δή μοι δοκεῖ καταγνῶναι τῶν πολλῶν ὡς οὐ μανθανόντων ὅτι πόλεμος ἀεὶ πᾶσιν διὰ βίου συνεχής ἐστι πρὸς ἁπάσας τὰς πόλεις· εἰ δὴ πολέμου γε ὄντος φυλακῆς ἕνεκα δεῖ συσσιτεῖν καί τινας ἄρχοντας καὶ [626a] ἀρχομένους διακεκοσμημένους εἶναι φύλακας αὐτῶν, τοῦτο καὶ ἐν εἰρήνῃ δραστέον. ἣν γὰρ καλοῦσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων εἰρήνην, τοῦτ' εἶναι μόνον ὄνομα, τῷ δ' ἔργῳ πάσαις πρὸς πάσας τὰς πόλεις ἀεὶ πόλεμον ἀκήρυκτον κατὰ φύσιν εἶναι. καὶ σχεδὸν ἀνευρήσεις, οὕτω σκοπῶν, τὸν Κρητῶν νομοθέτην ὡς εἰς τὸν πόλεμον ἅπαντα δημοσίᾳ καὶ ἰδίᾳ τὰ νόμιμα ἡμῖν ἀποβλέπων συνετάξατο, καὶ κατὰ ταῦτα [626b] οὕτω φυλάττειν παρέδωκε τοὺς νόμους, ὡς τῶν ἄλλων οὐδενὸς οὐδὲν ὄφελος ὂν οὔτε κτημάτων οὔτ' ἐπιτηδευμάτων, ἂν μὴ τῷ πολέμῳ ἄρα κρατῇ τις, πάντα δὲ τὰ τῶν νικωμένων ἀγαθὰ τῶν νικώντων γίγνεσθαι.

Και σε απόδοση στη νεοελληνική:

Παράθεση :
ΚΛ.: Μα νομίζω, αγαπητέ, ότι είναι εύκολο στον καθένα να καταλάβει όσα μας αφορούν. Όπως βλέπετε, το έδαφος ολόκληρης της Κρήτης δεν είναι πεδινό, όπως είναι της Θεσσαλίας, και γιΆ αυτό ακριβώς εκείνοι μεν χρησιμοποιούν πιο πολύ τΆ ανάλογα, εμείς δε τα πόδια μας. Πράγματι, το έδαφός της είναι ανώμαλο, και προσφέρεται καλύτερα στις πεζοπορίες.

ΥπΆ αυτές τις συνθήκες, και τα όπλα χρειάζεται να είναι ελαφρά, για να μη δίνουν βάρος, όταν τρέχει κανείς. Και σαν πιο κατάλληλα θεωρούνται τα τόξα και τα βέλη, που είναι ελαφρά.

Όλα αυτά, λοιπόν, μας κάνουν να είμαστε προετοιμασμένοι για τον πόλεμο.

Και ο νομοθέτης, κατά τη δική μου γνώμη τουλάχιστον, προς τα εκεί που είχε στραμμένο το μυαλό του, όταν συνέτασσε τους νόμους. Υποπτεύομαι μάλιστα ότι ίσως και τα συσσίτια εθέσπισε, βλέποντας ότι όλοι, όταν εκστρατεύουν, αναγκάζονται τότε εκ των πραγμάτων, για τη δική τους ασφάλεια, να συσσιτούν καθΆόλη τη διάρκεια της εκστρατείας.

Και μου φαίνεται ότι θα πρέπει να καταλογίσει κανείς ανοησία στους πολλούς που δεν καταλαβαίνουν ότι πάντοτε, σε όλη τη ζωή διεξάγεται συνεχής πόλεμος: όλων εναντίον όλων των πόλεων.

Αν λοιπόν σε καιρό πολέμου πρέπει να συσσιτούν για λόγους ασφαλείας και μερικοί αξιωματούχοι και κατώτεροι να έχουν ταχθεί φύλακες αυτών, το ίδιο πρέπει να γίνεται και σε καιρό ειρήνης.

Γιατί αυτό που οι πολλοί ονομάζουν ειρήνη, δεν είναι παρά μια λέξη, πραγματικά, όμως, όλες οι πόλεις βρίσκονται πάντοτε, κατά φυσική ανάγκη, σε ακήρυκτο πόλεμο μεταξύ τους.

Αν το καλοπροσέξεις μάλιστα, θα διαπιστώσεις και μόνος σου ότι ο νομοθέτης των Κρητών τον πόλεμο είχε κατά νου, όταν καθόριζε τους θεσμούς που διέπουν τον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο, και σύμφωνα με αυτά μας όρισε να φυλάττουμε τους νόμους, δηλαδή ότι κανείς ποτέ δεν μπορεί να έχει ωφέλεια από τα άλλα, δηλαδή την περιουσία και τις επιχειρήσεις του, αν δεν είναι άξιος να τα διατηρεί πολεμώντας, δεδομένου ότι τα αγαθά των ηττημένων περιέρχονται στους νικητές.

Ένας πόλεμος σε καιρό ειρήνης και η καλλιέργεια της γης. Αλλιώς δεν έχει νόημα να την κατέχεις. Αφού δεν ημπορείς να πάρεις όσα μπορεί να σου προσφέρει και την αφήνεις ανεκμετάλλευτη...

Αναμενόμενο σε καιρούς πολέμου να χάνουμε "Ελενίτσες" από πείνα. Μα εμείς καταφέρνουμε και σήμερα, στην υποτιθέμενη ειρήνη, που ο Πλάτων την ειρωνεύεται ότι είναι μια λέξη μόνο, να έχουμε παιδιά που πεινάνε. Παιδιά που λιποθυμούν από πείνα.

Μας φταίει μόνο το ΔΝΤ; Μας φταίει η οικονομική κατάρρευση της χώρας; Ή και η ευζωία που μας καλοσυνήθισε στις εύκολες λύσεις;

Αν θέλουμε να βγούμε από το τούνελ θα πρέπει να ψάξουμε άλλες λύσεις εκτός από τις επαναστάσεις στο φατσοβιβλίο ή έστω και τις κάποιες διαδηλώσεις στις πλατείες. Να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Να μάθουμε την παλιά τέχνη, αυτή που επέτρεπε στους ανθρώπους μιας άλλης εποχής να εξασφαλίζουν τον επιούσιο με τα χεράκια τους και την προσωπική τους εργασία. Δίχως ηλίθιους εγωισμούς πως εγώ είμαι μορφωμένος και δεν πιάνω τσάπα και δεν ανακατεύομαι με χώματα. Αλλιώς θα μας καταπιεί το χώμα και θα μας κάνει και πολύ καλά. Θα απαλλάξει τη γη από ένα άχρηστο βάρος, ένα άχθος αρούρης...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Κυρ Ιουλ 15, 2012 5:55 am


Αυτή είναι η αίθουσα του Αριστόδικου (τον βλέπουμε στο βάθος μπρος σε άσπρη οθόνη) στο Εθνικό Αρχαιολογικό μας Μουσείο. Από μια επίσκεψη εκεί στις 7 Νοέμβρη 2010. Παραμονές κάποιων εκλογών για τοπικούς και εφήμερους άρχοντες.


Η ενημερωτική πινακίδα στα πόδια του Αριστόδικου. Και ακολουθεί η φωτογραφία του ίδιου:


Τώρα δείτε και λεπτομέρειες του προσώπου καθώς και τα ανεξίτηλα χνάρια που άφησε πάνω στο θαμμένο γλυπτό το αλέτρι του γεωργού:


Ξέρεις, όσο και να λυπόμαστε που τραυματίστηκε αυτό το εξαίσιο έργο του ανθρώπου, μεγαλύτερη πρέπει να είναι η λύπη μας που τραυματίζουμε πολύ πιο βάρβαρα τα έργα της φύσης... Στο κάτω κάτω είναι δικαίωμά μας να καταστρέφουμε ό,τι εμείς φτιάξαμε. Σαν του πατέρα μου το δικαίωμα να τραυματίζει με το τρικέλι του τις πατάτες που ο ίδιος έσπειρε. Μα να καταστρέφουμε όσα δεν είμαστε σε θέση να φτιάξουμε; Κι όμως εμείς πιότερο στενοχωρούμαστε σαν θα χαλάσουμε κάτι δικό μας. Μας πονάει ο κόπος που καταβάλαμε. Αντιστροφή της λογικής...


Αποχαιρετώντας τον Αριστόδικο (άριστος + δίκη) και την παρέα του στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Και να. Πάλι θυμάμαι εκείνον τον σκοτωμένο αντάρτη, τον θαμμένο σε τόπο που οι άνθρωποι πια ξέχασαν. Στην πλαγιά του Βιντερίκου, πάνω από το χωριό Πολύδροσο Θεσπρωτίας. Τον Ευθύμιο Μπίκα από τα χωριά της Παραμυθιάς. Τα αγάλματα, τις πέτρες, τις βάζουμε στα μουσεία. Τους ανθρώπους; Αυτούς που έχασαν τη ζωή τους μέσα στην παραζάλη των καιρών;


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Κυρ Ιουλ 15, 2012 6:55 am

Ποιος ξέρει. Ίσως κάποτε ευαίσθητοι αρχαιολόγοι να βρουν χώρο και για τον Ευθύμιο Μπίκα, που η ζωή καμιά ευθυμία δεν του επεφύλαξε. Γιατί έζησε σε εποχές που οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει πως αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις. Όπως βρήκαν το χώρο και το χρόνο για εκείνο το κοριτσάκι που έχασε τη ζωή του στο μεγάλο λοιμό της Αθήνας του Πελοποννησιακού πολέμου. Αυτόν που σκότωσε και το μεγάλο Περικλή...

Η Μύρτις. Έτσι τη βάφτισαν οι αρχαιολόγοι εκείνη την άγνωστη κοπελίτσα που γεννήθηκε στην Αθήνα γύρω στα 440 π. Κι έπιασαν κι έφτιαξαν ολάκερο πρόγραμμα βασισμένο στη μικρή ζωούλα της. Μέχρι και γράμμα προς τον ΟΗΕ έγραψαν:

http://www.myrtis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=65&Itemid=120&lang=el

Παράθεση :
«Το όνομά μου είναι Μύρτις, ωστόσο δεν πρόκειται για το αληθινό μου όνομα! Μου το έδωσαν οι αρχαιολόγοι που ανακάλυψαν το 1994-1995 τα οστά μου μαζί με άλλους 150 σκελετούς σε έναν ομαδικό τάφο στην Αθήνα, συγκεκριμένα στην περιοχή του Κεραμεικού.

Μπορεί να μοιάζω κορίτσι του 21ου αιώνα αλλά σας διαβεβαιώνω ότι είμαι ένα εντεκάχρονο παιδί που έζησε και πέθανε στην Αθήνα τον 5ο αιώνα π.Χ.

Πώς, λοιπόν, μπορεί ένα παιδί από την αρχαία Αθήνα να γίνει “Φίλος της Χιλιετίας” των Ηνωμένων Εθνών;

Οι επιστήμονες είναι σίγουροι ότι ήμουν ένα από τα θύματα του λοιμού που έπληξε την Αθήνα στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, το 430-426 π.Χ. Γνωρίζουν, επίσης, ότι αιτία του θανάτου μου ήταν ο τυφοειδής πυρετός: η αρρώστια που σκότωσε τον Αθηναίο πολιτικό, Περικλή, και περίπου το ένα τρίτο όλων των κατοίκων της πόλης εκείνη την εποχή. Λένε, επίσης, πως η επιδημία συνέβαλε στην τελική ήττα της Αθήνας από την Σπάρτη κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.

Το κρανίο μου βρέθηκε σε ασυνήθιστα καλή κατάσταση και αυτό ενέπνευσε τον καθηγητή Ορθοδοντικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μανώλη Ι. Παπαγρηγοράκη, να ξεκινήσει, σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες, την ανάπλαση του προσώπου μου. Να Άμαι, λοιπόν! Μπορείτε να δείτε το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους στη φωτογραφία μου: είμαι σχεδόν όπως την ημέρα που πέθανα.

Ο καθηγητής Μανώλης Ι. Παπαγρηγοράκης πίστευε ότι η “αναβίωσή” μου δεν θα έπρεπε να είναι μόνο μια ευκαιρία για να δει ο κόσμος το πρόσωπο ενός κοριτσιού που έπαιζε στoυς πρόποδες της Ακρόπολης όταν οι Αθηναίοι δημιουργούσαν τον Παρθενώνα, αλλά ήθελε επίσης η “επιστροφή” μου να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα στον κόσμο και στους ηγέτες του.

Ο θάνατός μου ήταν αναπόφευκτος. Τον 5ο αιώνα π.Χ. δεν είχαμε ούτε τη γνώση ούτε τα μέσα για την καταπολέμηση θανατηφόρων ασθενειών. Όμως εσείς, οι άνθρωποι του 21ου αιώνα, δεν έχετε καμία δικαιολογία. Διαθέτετε όλα τα απαραίτητα μέσα και πόρους για να σώσετε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, εκατομμυρίων παιδιών που όπως εγώ πεθαίνουν από αρρώστιες οι οποίες μπορούν να προληφθούν και να θεραπευτούν.

2.500 χρόνια μετά το θάνατό μου, ελπίζω ότι το μήνυμά μου θα επηρεάσει και θα εμπνεύσει περισσότερους ανθρώπους να εργαστούν και να κάνουν πραγματικότητα τους “Στόχους της Χιλιετίας της Ανάπτυξης”. Ακούστε με! Ξέρω τι λέω. Μην ξεχνάτε ότι είμαι πολύ μεγαλύτερη και ως εκ τούτου πιο σοφή από εσάς.»

Και όπως σημειώνουν στην ίδια ιστοσελίδα:

Παράθεση :
Η Μύρτις είναι το κεντρικό πρόσωπο της έκθεσης «Μύρτις: Πρόσωπο με πρόσωπο με το παρελθόν», η οποία έχει ξεκινήσει μια προγραμματισμένη περιοδεία στην Ελλάδα και σε πόλεις του εξωτερικού.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι τα κρούσματα του τυφοειδούς πυρετού παγκοσμίως κυμαίνονται μεταξύ 16 και 33 εκατομμυρίων ετησίως, με 500.000 έως 700.000 θανάτους. Σχεδόν εννέα εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασθένειες που μπορούν να προληφθούν και να θεραπευτούν.

Μια Ελενίτσα η Μύρτις, του 5ου αιώνα π.Χ. Που έζησε τη σύντομη ζωή της κάπου 60 χρόνια μετά τον Αριστόδικο.

Και το ερώτημα είναι πόσες ακόμη Μύρτιδες και Ελενίτσες πρέπει να χαθούν για να βάλει μυαλό ο άνθρωπος; Για να γίνει πιο ανθρώπινη η ζωή μας; Για να μπορούν τουλάχιστον τα παιδιά να μην πεθαίνουν από τα λάθη των μεγάλων;

Η Μύρτις βρέθηκε στον Κεραμεικό γύρω στα 1994 - 1995. Την ίδια εποχή ένας νεοέλληνας στοχαστής, ο Δάσκαλος Δημήτρης Λιαντίνης, έγραφε την Γκέμμα του, το κύκνειο άσμα του. Και λίγα χρόνια αργότερα, 1η Ιουνίου 1998, έφυγε. Αφήνοντας πίσω του μια επιστολή διαμαρτυρίας για το έγκλημα σε βάρος της αθώας νέας γενιάς:

Παράθεση :
http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.gr/2010/02/blog-post_7439.html

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι αυτο το έγκλημα με σκοτώνει.

Ελάχιστοι άκουσαν και την κραυγή διαμαρτυρίας του Λιαντίνη. Και αυτοί που την άκουσαν οι περισσότεροι έμειναν να ασχολούνται με το αν αυτοκτόνησε, πώς αυτοκτόνησε και άλλες ανοησίες. Πόσο ανόητο ήταν το αποδεικνύουν οι μέρες οι τωρινές, οι μέρες του ΔΝΤ. Με τους αμέτρητους αυτόχειρες. Μόλις προχτές αυτοκτόνησε και στα δικά μας χωριά ένας εξαίρετος άνθρωπος. Ο Λάμπρος Τσάβαλος. Και δείτε κάποια μοιραία λόγια που άφησε και αυτός:

Παράθεση :
http://892fm.blogspot.gr/2012/07/blog-post_360.html

"Μας ρίξαν στα άπατα και πατώσαμε ίσαμε να μένει το στόμα έξω για λίγο αλμυρό νερό, η μύτη να ανασαίνουμε - άκρως απαραίτητο γιΆ αυτούς που μας πάτωσαν - και τα μάτια μας να βλέπουμε…

Ήρθε ο πρώτος γολγοθάς, θα ρθει και δεύτερος και τρίτος. Όσοι από εμάς ζούμε θα το δούμε σε σύγκριση με προηγούμενες καταστάσεις.

Τα φουκαριάρικα τα παιδιά και εγγόνια μας τι φταίνε;"

*Από το άρθρο του Λάμπρου Τσάβαλου με τίτλος "Επιτέλους πατώσαμε" που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τιτάνη τον Μάϊο του 2010.

Να καθίσουμε τώρα να ασχοληθούμε αν ο Λάμπρος κρεμάστηκε, πυροβολήθηκε, έκοψε τις φλέβες του ή βούτηξε στον Καλαμά ή σε καμιά χαράδρα; Αυτό είναι το νόημα;;; Ή η παρακαταθήκη που άφησε; Το ερώτημα που καίει "τι φταίνε τα φουκαριάρικα τα παιδιά και τα εγγόνια";

Τόσοι αυτόχειρες αυτά τα δύο χρόνια. Εκατοντάδες. Και πόσοι εκείνοι που άφησαν πίσω τους ξεκάθαρο το μήνυμα της τελευταίας τους πράξης.

Γιατί κανείς δεν κατάλαβε το μήνυμα που άφησε ο Λιαντίνης. Εκείνος τους έδειξε τα αστέρια και αυτοί, οι μικρόνοες και με μυαλό χελώνας και κουρούνας, έμειναν να κοιτάζουν το δάχτυλο. Μερικοί και κυριολεκτικά... Δεν προλάβαμε λοιπόν να αντιδράσουμε, δεν προκάμαμε να σταματήσουμε το κακό.

Και το θέμα είναι τι κάνουμε από δω και πέρα. Ποιο είναι το καθήκον μας και το χρέος.

Να κρατήσουμε ψηλά το φρόνημα του λαού. Να κρατήσουμε Θερμοπύλες σε όσα θωράκισαν το λαό μας στο διάβα των αιώνων. Παιδεία, πολιτισμός, παράδοση. Και εκείνο το γονίδιο του Έλληνα που παίρνει μπρος στο χείλος του γκρεμού και δημιουργεί το απίστευτο. ¶λλα όπλα δεν έχουμε. Παρά τα ίδια που κάποτε γονάτισαν το Λάτιο. Και πάντα με περηφάνια και αξιοπρέπεια. Όχι παρακαλώντας. Και στον απόηχο του ρυθμού στο βράχο του Ζαλόγγου.

Είμαστε Έλληνες. Το καταλαβαίνετε αυτό; Αυτό είναι το μόνο μας όπλο. Ας μην το παραδώσουμε από μόνοι μας...


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)   Κυρ Ιουλ 15, 2012 7:39 am

Και μια και είπαμε ότι αυτό μας μένει είναι ο πολιτισμός μας, ας διαβάσουμε λίγο ακόμα από τους νόμους του Πλάτωνα:

Παράθεση :
Κλεινίας
κἀνταῦθα, ὦ ξένε, τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη, τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. ταῦτα γὰρ ὡς πολέμου ἐν ἑκάστοις ἡμῶν ὄντος πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς σημαίνει.

Ἀθηναῖος
πάλιν τοίνυν τὸν λόγον ἀναστρέψωμεν. ἐπειδὴ γὰρ εἷς ἕκαστος ἡμῶν ὁ μὲν κρείττων αὑτοῦ, ὁ δὲ ἥττων [627a] ἐστί, πότερα φῶμεν οἰκίαν τε καὶ κώμην καὶ πόλιν ἔχειν ταὐτὸν τοῦτο ἐν αὑταῖς ἢ μὴ φῶμεν;

Κλεινίας τὸ κρείττω τε ἑαυτῆς εἶναι λέγεις τινά, τὴν δ' ἥττω;

Ἀθηναῖος ναί.

Κλεινίας
καὶ τοῦτο ὀρθῶς ἤρου· πάνυ γὰρ ἔστι καὶ σφόδρα τὸ τοιοῦτον, οὐχ ἥκιστα ἐν ταῖς πόλεσιν. ἐν ὁπόσαις μὲν γὰρ οἱ ἀμείνονες νικῶσιν τὸ πλῆθος καὶ τοὺς χείρους, ὀρθῶς ἂν αὕτη κρείττων τε ἑαυτῆς λέγοιθ' ἡ πόλις, ἐπαινοῖτό τε ἂν δικαιότατα τῇ τοιαύτῃ νίκῃ· τοὐναντίον δέ, ὅπου τἀναντία.

[627b] Ἀθηναῖος
τὸ μὲν τοίνυν εἴ ποτέ ἐστίν που τὸ χεῖρον κρεῖττον τοῦ ἀμείνονος ἐάσωμεν--μακροτέρου γὰρ λόγου--τὸ δὲ ὑπὸ σοῦ λεγόμενον μανθάνω νῦν, ὥς ποτε πολῖται, συγγενεῖς καὶ τῆς αὐτῆς πόλεως γεγονότες, ἄδικοι καὶ πολλοὶ συνελθόντες, δικαίους ἐλάττους ὄντας βιάσονται δουλούμενοι, καὶ ὅταν μὲν κρατήσωσιν, ἥττων ἡ πόλις αὑτῆς ὀρθῶς αὕτη λέγοιτ' ἂν ἅμα καὶ κακή, ὅπου δ' ἂν ἡττῶνται, κρείττων τε καὶ ἀγαθή.

[627c] Κλεινίας
καὶ μάλα ἄτοπον, ὦ ξένε, τὸ νῦν λεγόμενον· ὅμως δὲ ὁμολογεῖν οὕτως ἀναγκαιότατον.

Ἀθηναῖος
ἔχε δή. καὶ τόδε πάλιν ἐπισκεψώμεθα· πολλοὶ ἀδελφοί που γένοιντ' ἂν ἑνὸς ἀνδρός τε καὶ μιᾶς ὑεῖς, καὶ δὴ καὶ θαυμαστὸν οὐδὲν τοὺς πλείους μὲν ἀδίκους αὐτῶν γίγνεσθαι, τοὺς δὲ ἐλάττους δικαίους.

Κλεινίας οὐ γὰρ οὖν.

Ἀθηναῖος
καὶ οὐκ ἂν εἴη γε πρέπον ἐμοί τε καὶ ὑμῖν τοῦτο θηρεύειν, ὅτι νικώντων μὲν τῶν πονηρῶν ἥ τε οἰκία καὶ ἡ συγγένεια αὕτη πᾶσα ἥττων αὑτῆς λέγοιτ' ἄν, κρείττων δὲ [627d] ἡττωμένων· οὐ γὰρ εὐσχημοσύνης τε καὶ ἀσχημοσύνης ῥημάτων ἕνεκα τὰ νῦν σκοπούμεθα πρὸς τὸν τῶν πολλῶν λόγον, ἀλλ' ὀρθότητός τε καὶ ἁμαρτίας πέρι νόμων, ἥτις ποτ' ἐστὶν φύσει.

Κλεινίας ἀληθέστατα, ὦ ξένε, λέγεις.

Μέγιλλος καλῶς μὲν οὖν, ὥς γε ἐμοὶ συνδοκεῖν, τό γε τοσοῦτον, τὰ νῦν.

Ἀθηναῖος
ἴδωμεν δὴ καὶ τόδε· τούτοις τοῖς ἄρτι λεγομένοις ἀδελφοῖς γένοιτ' ἄν πού τις δικαστής;

Κλεινίας πάνυ γε.

Ἀθηναῖος
πότερος οὖν ἀμείνων, ὅστις τοὺς μὲν ἀπολέσειεν [627e] αὐτῶν ὅσοι κακοί, τοὺς δὲ βελτίους ἄρχειν αὐτοὺς αὑτῶν προστάξειεν, ἢ ὅδε ὃς ἂν τοὺς μὲν χρηστοὺς ἄρχειν, τοὺς χείρους δ' ἐάσας ζῆν ἄρχεσθαι ἑκόντας ποιήσειεν; τρίτον δέ που δικαστὴν πρὸς ἀρετὴν εἴπωμεν, εἴ τις εἴη τοιοῦτος ὅστις παραλαβὼν συγγένειαν μίαν διαφερομένην, μήτε ἀπολέσειεν [628a] μηδένα, διαλλάξας δὲ εἰς τὸν ἐπίλοιπον χρόνον, νόμους αὐτοῖς θείς, πρὸς ἀλλήλους παραφυλάττειν δύναιτο ὥστε εἶναι φίλους.

Κλεινίας
μακρῷ ἀμείνων γίγνοιτ' ἂν ὁ τοιοῦτος δικαστής τε καὶ νομοθέτης.

Ἀθηναῖος
καὶ μὴν τοὐναντίον γε ἢ πρὸς πόλεμον ἂν βλέπων αὐτοῖς τοὺς νόμους διανομοθετοῖ.

Κλεινίας τοῦτο μὲν ἀληθές.

Ἀθηναῖος
τί δ' ὁ τὴν πόλιν συναρμόττων; πρὸς πόλεμον αὐτῆς ἂν τὸν ἔξωθεν βλέπων τὸν βίον κοσμοῖ μᾶλλον, [628b] ἢ πρὸς πόλεμον τὸν ἐν αὐτῇ γιγνόμενον ἑκάστοτε, ἣ δὴ καλεῖται στάσις; ὃν μάλιστα μὲν ἅπας ἂν βούλοιτο μήτε γενέσθαι ποτὲ ἐν ἑαυτοῦ πόλει γενόμενόν τε ὡς τάχιστα ἀπαλλάττεσθαι.

Κλεινίας δῆλον ὅτι πρὸς τοῦτον.

Ἀθηναῖος
πότερα δὲ ἀπολομένων αὖ τῶν ἑτέρων εἰρήνην τῆς στάσεως γενέσθαι, νικησάντων δὲ ποτέρων, δέξαιτ' ἄν τις, μᾶλλον ἢ φιλίας τε καὶ εἰρήνης ὑπὸ διαλλαγῶν γενομένης, οὕτω τοῖς ἔξωθεν πολεμίοις προσέχειν ἀνάγκην εἶναι τὸν [628c] νοῦν;

Κλεινίας
οὕτω πᾶς ἂν ἐθέλοι πρότερον ἢ 'κείνως περὶ τὴν αὑτοῦ γίγνεσθαι πόλιν.

Ἀθηναῖος οὐκοῦν καὶ νομοθέτης ὡσαύτως;

Κλεινίας τί μήν;

Ἀθηναῖος ἆρα οὖν οὐ τοῦ ἀρίστου ἕνεκα πάντα ἂν τὰ νόμιμα τιθείη πᾶς;

Κλεινίας πῶς δ' οὔ;

Ἀθηναῖος
τό γε μὴν ἄριστον οὔτε ὁ πόλεμος οὔτε ἡ στάσις, ἀπευκτὸν δὲ τὸ δεηθῆναι τούτων, εἰρήνη δὲ πρὸς ἀλλήλους ἅμα καὶ φιλοφροσύνη, καὶ δὴ καὶ τὸ νικᾶν, ὡς ἔοικεν, αὐτὴν [628d] αὑτὴν πόλιν οὐκ ἦν τῶν ἀρίστων ἀλλὰ τῶν ἀναγκαίων· ὅμοιον ὡς εἰ κάμνον σῶμα ἰατρικῆς καθάρσεως τυχὸν ἡγοῖτό τις ἄριστα πράττειν τότε, τῷ δὲ μηδὲ τὸ παράπαν δεηθέντι σώματι μηδὲ προσέχοι τὸν νοῦν, ὡσαύτως δὲ καὶ πρὸς πόλεως εὐδαιμονίαν ἢ καὶ ἰδιώτου διανοούμενος οὕτω τις οὔτ' ἄν ποτε πολιτικὸς γένοιτο ὀρθῶς, πρὸς τὰ ἔξωθεν πολεμικὰ ἀποβλέπων μόνον καὶ πρῶτον, οὔτ' ἂν νομοθέτης ἀκριβής, εἰ μὴ χάριν εἰρήνης τὰ πολέμου νομοθετοῖ μᾶλλον [628e] ἢ τῶν πολεμικῶν ἕνεκα τὰ τῆς εἰρήνης.



Νεοελληνική απόδοση (πηγή http://www.angelfire.com/ut2/athens5thcentury/NOMOIA.htm )


Παράθεση :
ΚΛ.: Κι εδώ, αγαπητέ μου, το να νικάς τον εαυτό σου θεωρείται η πρώτη και πιο ωραία απΆ όλες τις νίκες, το να νικάσαι δε από τον εαυτό σου, το χειρότερο και πιο ατιμωτικό απΆ όλα. Αυτά, πράγματι, σημαίνουν ότι, μέσα στον καθένα μας επικρατεί πόλεμος εναντίον του εαυτού μας.

ΑΘ.: Ας πάρουμε τώρα τη συζήτηση από την ανάποδη. Αφού, πράγματι, από καθένας μας άλλος μεν είναι καλύτερος του εαυτού του, άλλος δε χειρότερος, τι από τα δυο: θα πούμε ότι και με την οικία και με την κωμόπολη και με την πόλη συμβαίνει το ίδιο με τους εαυτούς τους, ή δεν θα το πούμε;

ΚΛ.: Θέλεις να πεις ότι καθεμιά είναι άλλη μεν καλύτερη του εαυτού της, άλλη δε χειρότερη;

ΑΘ.: Ναι.

ΚΛ.: Σωστά έθεσες κι αυτό το ζήτημα. Πράγματι, το ίδιο – και πολύ μάλιστα – συμβαίνει, όχι σε μικρότερο βαθμό, στις πόλεις. Γιατί σε όσες μεν οι γενναιότεροι νικούν τους πολλούς και τους χειρότερους, σωστό θα ήταν η πόλη αυτή να λέγεται καλύτερη του εαυτού της, και μΆ όλο της το δίκιο θα έπρεπε να επαινείται για μια τέτοια νίκη. Το ενάντιο δε, όπου συμβαίνει το αντίθετο.

ΑΘ.: Και το τι μεν θα συνέβαινε, αν τύχαινε ποτέ το χειρότερο να είναι πιο δυνατό από το καλύτερο, ας τΆ αφήσουμε κατά μέρος – γιατί θα τραβούσε μακριά η συζήτηση. Αυτό δε που λες, τώρα το μαθαίνω, ότι μπορεί κάποτε πολίτες άδικοι και πολλοί, που ανήκουν στην ίδια γενιά και στην ίδια πόλη, αφού συγκεντρωθούν όλοι μαζί, να επιχειρήσουν να υποδουλώσουν δια της βίας τους δίκαιους, που είναι λιγότεροι, οπότε, σε περίπτωση μεν που θα επικρατήσουν, το σωστό θα ήταν να λέγεται η πόλη αυτή κατώτερη του εαυτού της και συγχρόνως κακή, παντού δε όπου θα νικιόνταν, ανώτερη και καλή.

ΚΛ.: Πολύ παράδοξο, βέβαια, είναι αυτό που λες τώρα, αγαπητέ, οφείλω όμως να παραδεχτώ ότι κατΆ ανάγκην έτσι είναι.

ΑΘ.: Στάσου μια στιγμή. Ας εξετάσουμε τώρα και την εξής περίπτωση: τυχαίνει πολλά αδέλφια να είναι παιδιά ενός ανδρός και μις γυναίκας, και όμως δεν είναι διόλου παράδοξο τα περισσότερα μεν να είναι άδικα, και μερικά λιγότερο άδικα.

ΚΛ.: Και βέβαια όχι.

ΑΘ.: Και δεν θα ήταν σωστό, τουλάχιστον για σας και για μένα, να φθάσουμε στο σημείο να πούμε ότι, όταν νικούν μεν οι κακοί, θα έπρεπε και η οικία και ολόκληρη η οικογένεια να λέγεται κατώτερη του εαυτού της, ανώτερη δε όταν νικιούνται. Γιατί εδώ δεν εξετάζουμε την ωραιότητα ή την ασχήμια των λέξεων κατά τη γενική έκφραση, αλλά την ορθότητα ή την σφαλερότητα των νόμων, που φυσικό είναι να υπάρχει.

ΚΛ.: Πολύ σωστά, φίλε μου.

ΜΕ.: Και πολύ ωραία μάλιστα, όπως βέβαια μου φαίνεται κι εμένα, ως εδώ τουλάχιστον, και μέχρι τώρα.

ΑΘ.: Ας δούμε τώρα και το εξής: γιΆ αυτούς τους αδελφούς, που είπαμε τώρα, θα υπήρχε ποτέ κανένας δικαστής;

ΚΛ.: Και βέβαια.

ΑΘ.: Ποιος λοιπόν θα ήταν καλύτερος από τους δύο; Εκείνος που θα θανάτωνε μεν όσους απΆ αυτούς ήταν κακοί, θα έβαζε δε τους καλούς να κυβερνούν τους εαυτού τους, ή εκείνος, ο οποίος θα έβαζε μεν τους καλούς να κυβερνούν, χαρίζοντας δε τη ζωή στους κακούς, θα τους έκανε να κυβερνώνται με τη θέλησή τους; Ας αναφέρουμε όμως κι έναν τρίτο δικαστή, ο οποίος θα υπερέχει ως προς την αρετή – αν, βέβαια, υπάρχει κανένας τέτοιος -, ο οποίος, αφού παραλάβαινε μια οικογένεια διαιρεμένη, όχι μόνο δεν θα θανάτωνε κανένα, αλλά αφού τους συμφιλίωνε, θα μπορούσε, βάζοντάς τους νόμους, να τους εξασφαλίσει για το μέλλον μια σταθερή φιλία.

ΚΛ.: Απείρως προτιμότερος θα ήταν ένας τέτοιος δικαστής και νομοθέτης.

ΑΘ.: Εν τούτοις όμως, κάθε άλλο παρά αποβλέποντας στον πόλεμο θα έφτιαχνε προς χάριν τους τους νόμους.

ΚΛ.: Σωστό είναι αυτό.

ΑΘ.: Ποιος όμως είναι εκείνος, που χαρίζει την ενότητα σε μια πόλη; Αυτός που θα την οργάνωνε έχοντας στο νου του περισσότερο τον εκ των έξω πόλεμο, ή τον πόλεμο που συμβαίνει κάθε τόσο μέσα σΆ αυτήν, αυτόν δηλαδή που ονομάζουμε στάση, και που ο καθένας θα επιθυμούσε να μη γίνει ποτέ στη δική του πόλη, κι αν γίνει, θα ήθελε νΆ απαλλαγεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα απΆ αυτόν;

ΚΛ.: Είναι προφανές ότι ο δεύτερος.

ΑΘ.: Και ποιο από τα δυο θα παραδεχόταν κανείς σαν περισσότερο αναγκαίο; Να επέλθει ειρήνη μετά τη στάση, αφού θανατωθούν οι μεν και νικήσουν οι δε, ή αφού επέλθει ομόνοια και ειρήνη δια συμφιλιώσεως, να στρέψουν έτσι την προσοχή τους προς τους εξωτερικούς εχθρούς;

ΚΛ.: Καθένας θα προτιμούσε το δεύτερο να συμβεί στη δική του πόλη, παρά το προηγούμενο.

ΑΘ.: Δεν θα προτιμούσε, λοιπόν, κι ο νομοθέτης το ίδιο;

ΚΛ.: Μα τι άλλο;

ΑΘ.: Έτσι λοιπόν, ο κάθε νομοθέτης δεν θα έθετε όλους τους νόμους, αποβλέποντας στο καλύτερο;

ΚΛ.: Πως όχι;

ΑΘ.: Ασφαλώς, όμως το καλύτερο δεν είναι ούτε ο πόλεμος, ούτε η στάση (πρέπει μάλιστα να απεύχεται κανείς το να αναγκασθεί να προσφύγει σΆ αυτά), αλλά η ειρήνη αφΆ ενός, και αφΆ ετέρου τα αμοιβαία φιλικά αισθήματα, αφού, όπως είναι φανερό, και το να νικά η πόλη τον εαυτό της δεν είναι από τα καλύτερα, αλλά από τα αναγκαία. Όπως ακριβώς αν ένας άρρωστος, αφού ετύχαινε ιατρικής περιποίησης, αισθανόταν κατόπιν πολύ καλά στην υγεία του, και ούτε θα πήγαινε το μυαλό του σΆ εκείνον που δεν θα είχε χρειασθεί ποτέ (ιατρική βοήθεια), το ίδιο κι εκείνος, που θα σκεπτόταν ότι, με το να αποβλέπει πρωτίστως και κυρίως στους εξωτερικούς κινδύνους, εξυπηρετεί έτσι καλύτερα την ευτυχία της πόλης ή και ενός ατόμου, δεν θα ήταν ούτε πολιτικός καλός, ούτε δίκαιος δικαστής, αν δεν νομοθετούσε αυτά που αφορούν τον πόλεμο χάριν της ειρήνης, παρά τα της ειρήνης χάριν του πολέμου.

Και θέλω εδώ να παρατηρήσω πως είναι αρκετοί εκείνοι που αρέσκονται να μελετούν. Και Πλάτωνα. Και άλλα.

Πολλοί και εκείνοι που δε μελετούν και ασχολούνται με τη μέριμνα. ¶λλοι στην πόλη και άλλοι στο χωριό, τσαπίζοντας και πατάτες.

Καλό και το ένα, καλό και το άλλο. Το κακό είναι που δεν έχουμε πολλούς να κάνουν και τα δύο. Να διαβάζουνε Πλάτωνα αλλά να μη μένουν στη θεωρία. Να τον βιώνουν και στην πράξη. Κι ούτε μόνο να μένουν σε μια πράξη που δεν κατέχουν το σκοπό της και τη φιλοσοφία της. Δηλαδή να μην παπαγαλίζουν οι μεν και να μη μένουν στην άγνοια του ζώου οι άλλοι. Ελλείψει δε τέτοιων ανθρώπων έχουμε και έλλειμμα πολιτικών. Γιατί μας περισσεύουν εκείνοι που έχουν τις ωραίες ιδέες και τις θεωρίες μα δεν καταδέχονται να τις κάμουν πράξη. Και μας περισσεύουν κι εκείνοι που χώνονται στα πράγματα αλλά χωρίς να έχουν ιδέες και θεωρίες. Μόνο τη λόξα να είναι μέσα στα πράγματα και στις εξελίξεις. Να κρατάνε το χαλινάρι της εξουσίας και ας πάει το μουλάρι στο γκρεμό...

Έτσι καταλαβαίνω εγώ τον Πλάτωνα και τους νόμους του και το διαρκή αγώνα, τόσο με τον εαυτό μας όσο και στο επίπεδο της πολιτείας.

Λέει και άλλα βέβαια το απόσπασμα. Λέει για παράδειγμα για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους εξωτερικούς εχθρούς. Πώς θα κατακτήσουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Μιλά για ομόνοια και ειρήνη και συμφιλίωση. Κι όχι για θανάτωση των αντιπάλων... Όχι βέβαια για κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας... μην τα μπλέξουμε τα πράγματα και αρχίσουμε να μιλάμε σαν τον Κουβέλη...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Τα κοστάβορα, ο κούρος Αριστόδικος και η Ελενίτσα. (μια ιστορία για πατατίτσες τηγανητές)
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: HOMA EDUCANDUS :: ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΥΜΗΣ-
Μετάβαση σε: