ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Οι σκαφούδες και τα ουρού του Κόντογλου

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Οι σκαφούδες και τα ουρού του Κόντογλου   Τετ Ιουλ 04, 2012 6:23 am

Είμαι που λες τις προάλλες αποφασισμένη να μαγειρέψω κάτι το όμορφο και το εντυπωσιακό. Και μου κατεβαίνει η σκέψη να φτιάξω μελιτζάνες παπουτσάκια. Που ούτε τις είχα ματαμαγειρέψει αλλά και ούτε δοκιμάσει ποτέ. Είχα βέβαια μια κάποια ιδέα για τα παπουτσάκια και ήμουν σίγουρη πως θα αρέσει η γεύση τους αφού προοριζόταν για άνθρωπο που λατρεύει το μουσακά κι έχει πάνω κάτω τα ίδια υλικά, μελιτζάνες, κιμά, μπεσαμέλ. Αρκετά ησυχασμένη και για την επιτυχία μου μια και τα καταφέρνω με τους μουσακάδες και τα παστίτσια.

Μια και δυο λοιπόν έβαλα μπρος. Αγόρασα τα υλικά, άνοιξα τη μαγειρική και ξεκίνησα το έργο. Ως εδώ καλά και μπορείς αν θες να δεις και λεπτομέρειες της συνταγής εδώ:

http://educandus.forumotion.com/t2320-topic

για τα παπουτσάκια μου που πράγματι πέτυχαν και κατέκτησαν επάξια κολακευτικά σχόλια από εκείνον που τα δοκίμασε. Εκτός από ένα πρόβλημα. Και που το ανακάλυψα μόλις τα δοκίμασα κι εγώ και διαπίστωσα πως είναι άδικο τέτοιο υπέροχο φαγί να λέγεται παπουτσάκια! Τι φτηνό και πεζό όνομα!

Το συζητήσαμε και με το συνδαιτυμόνα μου το θέμα, τρώγοντας παπουτσάκια και βρέχοντας τον ουρανίσκο μας με σαμπάνια και που τους ταιριάζει θαυμάσια. Πως δε λέει να τα λέμε παπουτσάκια!

Κι άσε που είχα πρόσφατο το χάχανο της σπιτονοικοκυράς μου και ταξιδεμένης στας Γερμανίας επί 28 συναπτά έτη. Για την καθαρίστρια που οι Γερμανοί τη λένε πουτς - φράου. Και δώστου να μου το λέει και να το ξαναλέει η κυρα - Μαριόλα και να ξεραίνεται στα γέλια. Για την πουτς - φράου! Πώς να το χωνέψω λοιπόν αυτό το εξαίσιο έδεσμα που έφτιαξαν τα χεράκια μου να το αποκαλώ πα-πουτσάκια;

Ελπίζω να μη σας κολάζω με το σχόλιο, έτσι κι αλλιώς είναι πέρα για πέρα αληθινό, κι ούτε πολύ περισσότερο να με περνάτε για σεμνότυφη και πουριτανή. Γιατί δεν έχει να κάνει με σεμνοτυφία αλλά καθαρά με την αμετροέπεια του ονόματος παπουτσάκια για τούτο το φαγητό:


Σας θυμίζουν εσάς παπούτσια και πολύ περισσότερο παπουτσάκια;

Στύψαμε το λοιπόν το μυαλό μας και καταλήξαμε πως μάλλον με βαρκούλες φέρνουν. Κι έτσι τα βάφτισα κι εγώ στη συνταγή που ανέβασα, βαρκούλες μελιτζάνας ή και μελιτζανοβαρκούλες.

Και πάλι όμως κάτι με έτρωγε. Κάτι δε μου κόλλαγε ηχητικά αυτή τη φορά με την ονομασία βαρκούλες. Ώσπου ανέλαβε η μοίρα να μου υποδείξει το σωστό όνομα...

Είμαι που λες το επόμενο πρωινό στο χωριό μου και αποφασίζω με τον πρωινό καφέ να ξεφυλλίσω και κανένα ενδιαφέρον βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Σκαλίζω πρόχειρα τα εξώφυλλα στη βιβλιοθήκη του και το μάτι μου πέφτει σε τούτο:


Για φαντάσου, ψιθυρίζω. Ο Κόντογλου έχει γράψει και βιβλίο για τη θάλασσα και τα καΐκια και τους καραβοκύρηδες;

Βγαίνω λοιπόν στον κήπο και στρώνομαι στο διάβασμα. Ώσπου φτάνω στη σελίδα 65 και έρχομαι αντιμέτωπη με τα "ουρού": (μεταφέρω το κείμενο με την ορθογραφία του)

Παράθεση :
"Είχα γνωρίσει έναν ναυτικό που ταξίδεψε στα "άγρια νησιά", όπως τάλεγε, δηλαδή σε νησιά που βρίσκουνται ακόμα κάποιοι άγριοι άνθρωποι. Τέτοια είναι τα νησιά του Σολομώντα, τα νησιά Φίτζι, η Νέα Γουϊνέα, κι άλλα. Ό,τι ήξερα γι' αυτά. τόξερα από γραψίματα. Πρώτη φορά έμαθα από άνθρωπο που μου τα είπε με το στόμα πολλά πράγματα για τους αραπάδες της Πολυνησίας και της Μελανησίας που τους λένε Παπούους και Κανάκους.

Ανάμεσα στ' άλλα που μου είπε, είναι και κάποια ταξίδια που έκανε όχι με καράβι ή με βαπόρι, αλλά με τα μονόξυλα που έχουν αυτοί οι μαύροι.

"Όποιος δει, μου είπε, με τι λογής βάρκες αψηφάνε τον ωκεανό αυτοί οι αραπάδες, δεν θα πιστέψει στα μάτια του. Τόσο τιποτένια είναι τα σκαφίδια τους, τα πανιά τους, τα τιμόνια τους, όλα τους!

Η βάρκα είναι ένα δέντρο σκαμμένο. Για να το σκάψουνε, κάνουνε μήνες ολόκληρους, παραπάνω και από χρόνο αν το καΐκι είναι μεγάλο. Το δέντρο το ξεκουφαίνουνε όπως κάνουνε καραβάκια τα παιδιά με τη φλούδα του πεύκου. Άλλη φορά το σκάβουνε με τη φωτιά και με κάτι κομμάτια στουρναρόπετρα ή και με κανένα ψαροκόκκαλο. Τώρα ό,τι σίδερο πέσει στα χέρια τους το κάνουνε εργαλείο, και θαρρούνε πως έχουνε θησαυρό. Τα πανιά τους είναι από ψαθί, ψιλοϋφασμένο και μαλακό, και το ισάρουνε πάνω σε δυο ψιλές αντένες.


Επειδή οι βάρκες τους είναι πολύ στενές (έχουνε φάρδος λίγες πιθαμές μονάχα), και δεν αγαντάρουνε στον αγέρα, για να μην αναποδογυρισθούνε έχουνε ένα δοκάρι κολλημένο στη μπάντα του μονόξυλου από σταβέντο (κατά το μέρος που φυσά ο αγέρας), κι αυτό το δοκάρι βαστά την ισορροπία με το πανί. Κάθε φορά που θα πάρουνε βόλτα αυτό το δοκάρι το περνάνε από την άλλη μπάντα. Φαντάσου με τι δυσκολίες ταξιδεύουνε!

Μα αν τους δεις με τι σβελτοσύνη κάνουνε αυτές τις μανούβρες, θα θαυμάσεις. Αυτοί οι αραπάδες είναι αληθινά θαλασσοπούλια, κι όχι εμείς που ταξιδεύουμε με όλες τις ευκολίες μας με τα καράβια και με τα παπόρια.

Μια φορά κάθισα ως και δυο μήνες σ' ένα μικρό νησί της Νέας Γουϊνέας, και δεν θα ξεχάσω την αγέγνοιαστη ζωή που πέρασα ανάμεσα σ' εκείνες τις απλές ψυχές. Αυτό το νησί το λέγανε Μαουλού, κ' οι ντόπιοι είναι από τους λίγους αραπάδες που απομείνανε αχάλαστοι, και ζούνε όπως ζούσανε τον παλιό καιρό. Για να γυρίσω λοιπόν στο μεγάλο νησί της Νέας Γουϊνέας, το Πορ - Μέρεσμπι, ναύλωσα ένα ντόπιο καΐκι. Μα αυτό το καΐκι ήτανε διπλό, δηλαδή είχε δυο σκάφες, κι απάνω σ' αυτές ήτανε καρφωμένη μια παλιοκουβέρτα από κάτι θαλασσοφαγωμένα σανίδια. Το πανί ήτανε όπως σας είπα πρωτήτερα, μια ψάθα με δυο αντένες.

Αυτά τα καΐκια, που καλλίτερα πρέπει να τα πει κανένας σάλια, τα λένε στη γλώσσα τους "ουρού".


Τούτη λοιπόν η φρεγάδα είχε τσούρμο έξη νοματέους, κι ένας ο καπετάνιος εφτά, βάλε κ' εμένα τον επιβάτη, οκτώ. Δεν έμπαινα πρώτη φορά σε ντόπιο καΐκι, και πάλι ήμουνα συλλογισμένος, γιατί το ταξίδι ήτανε μεγάλο. Πολλοί δειλιάζουνε να μπούνε σ' ένα τέτοιο χαρτοκάραβο, ας είναι και θαλασσινοί γεννημένοι, τόσο ψεύτικο σου φαίνεται αυτό το πλεούμενο, λες πως θα σκορπίσει με την πρώτη θάλασσα που θα φάγει. Μα αυτά τα "ουρού" βαστάνε στη φουρτούνα πιο καλά από τις δικές μας γολέττες κι από τα μπρίκια. Στα πρύμα δεν τα φτάνει το παπόρι. Θαρρείς πως είναι θαλασσοπούλια και πετάνε.

Σαν αλαργάραμε από τη στερηά, ο αγέρας δυνάμωσε, και πιάσανε και τριζοκοπούσανε τα σανίδια της κουβέρτας κ' οι αντένες. Μα ο καπετάνιος δεν έδινε πεντάρα, λες και κυβερνούσε κανένα υπερωκεάνειο. Οι θάλασσες ψηλώσανε, μα το "ουρού" τις έκοβε παλληκαρίσια με τις δυο πλώρες του. Το ψηλό πανί του φούσκωνε κι έκανε τις αντένες να λυγίζουνε. Το δοκάρι που είχανε για να ζυγιάζει, μια σηκωνότανε έξω από το νερό, μια βουτούσε μέσα, αφρίζοντας κ' εκείνο, κ' οι θάλασσες που το βαρούσανε σηκώνανε ένα σύννεφο από αφρό που ράντιζε όλο το καΐκι.

Η θάλασσα μπαινόβγαινε. Πολλές φορές νόμιζες πως ταξιδεύαμε μέσα στο νερό. Μα οι αραπάδες σαν να βρισκόντανε μέσα στην πιο έμορφη καμπίνα. Μοναχά είχανε τον νου τους στον καπετάνιο, και κάθε τόσο μπαίνανε δυο απ' αυτούς μέσα στα μονόξυλα για να βγάλουνε τα νερά. Ήτανε σαν μεθυσμένοι και τραγουδούσανε. Η θάλασσα είναι η ζωή τους.

Όλοι ήτανε γυμνοί, μ' ένα πεστιμάλι μοναχά στη μέση. Ο καπετάνιος έβγαζε κάπου - κάπου καμμιά φωνή από το στόμα του, κ' οι ναύτες κάνανε ό,τι τους έλεγε, τόσο γρήγορα, που όποιος δεν το δει, δεν το πιστεύει. Όλοι τους παλληκαράκια. Οι μανούβρες στα δικά μας καράβια είναι εύκολες. Σ' αυτά τα μονόξυλα να δεις τι θα πει μανούβρα! Για να τα γυρίσει το "ουρού", δεν ορτσάρει απάνω στον καιρό ως που να πάρουνε αγέρα τα πανιά από την άλλη μπάντα, αλλά κάνει ολόκληρον γύρο, ώσπου να πάει η πλώρη εκεί που ήτανε η πρύμη. Και τότε, βγάζουνε το τιμόνι και το βάζουνε στην άλλη άκρη του καΐκιού, κι έτσι σε κάθε βόλτα, η πρύμη γίνεται πλώρη κ' η πλώρη πρύμη.

Αυτά όλα γινόντανε ως να ανοιγοκλείσει το μάτι σου. Σαν τελειώνανε τις μανούβρες, ξαπλώνανε και κουβεντιάζανε. Αθώοι κι ανοιχτόκαρδοι άνθρωποι! Το σεντούκι που είχα τα ρούχα μου, τόχανε κρεμασμένο ψηλά στην αντένα για να μη βραχεί. Είχανε δυο φουφούδες, μια μπροστά και μια πίσω, κι ο μάγειρας κατάφερνε κ' έκανε τη δουλειά του μ' όλο τον αγέρα που φυσούσε. Είχε μονάχα μια ψάθα μπροστά στη φωτιά.

Ο καπετάνιος με είχε κοντά του και μου κουβέντιαζε γελαστός. Ο αγέρας όλο και δυνάμωνε, και πρόσταξε ν να μουδάρουνε το πανί. Οι θάλασσες μουγκρίζανε και πέφτανε απάνω μας να μας καταπιούνε, μα το "ουρού" τις πηδούσε σαν νάπαιζε μαζί τους. Τόσο γλυκό κούνημα έκανε, που με θόλωνε ο ύπνος.

Σαν άνοιξα τα μάτια μου, ο ήλιος είχε βασιλέψει. Ο αγέρας μπουρίνιαζε κ' η θάλασσα μελάνιαζε. Μα οι ναύτες κάνανε τις δουλειές τους χωρίς να ταραχθούνε. Μοναχά ο καπετάνιος συχνοκύτταζε την αντένα που έτριζε και λύγιζε.

Με τη νύχτα, ο αγέρας φουρτούνιασε στα γερά. Μαύρα βουνά ήτανε οι θάλασσες. Το καϋμένο το "ουρού" χανότανε ανάμεσά τους. Μέσα στο σκοτάδι δεν έβλεπα τίποτα. Ανάμεσα στο μούγκρισμα του ωκεανού άκουγα τριξίματα από παντού. Όλη τη νύχτα ανεβοκατεβαίναμε και βρεχόμαστε. Καλά και το νερό ήτανε ζεστό. Λίγες φορές φοβήθηκα στη θάλασσα, όσο εκείνη τη νύχτα. Ο καπετάνιος μούδινε κουράγιο.

Σαν ξημέρωσε, είδα πως βρισκόμαστε ανάμεσα σ' ένα σωρό ξέρες. Πώς είχαμε περάσει τη νύχτα, μ' εκείνο το σκοτάδι χωρίς να τσακιστούμε; Πώς μυρίζουνται τις ξέρες αυτοί οι Παπούοι και τις καβατζάρουνε θεοσκότεινα; Θαρρείς πως ξέρουνε όλον τον πάτο της θάλασσας, πέτρα με πέτρα. Το "ουρού" περνούσε ανάμεσα στις ξέρες τόσο γρήγορα, που δεν πρόφταινα να τις δω. Τις έβλεπα, αφού τις περνούσαμε. Και με μια θάλασσα που τα τα χρειαζότανε και μεγάλο καράβι.

Σ' εκείνο το ταξίδι κατάλαβα τι κουράγιο και τι τέχνη έχουνε αυτοί οι θαλασσινοί που περνάνε τον ωκεανό, γαντζωμένοι σ' ένα άχυρο! Πεντακόσιες ψυχές ζούνε απάνω στο ξερονήσι του Μαουλού. Μα μονάχα τις φωλιές τους έχουνε εκεί. Το νερό είναι η ζωή τους".


Φώτης Κόντογλου, "Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες", εκδόσεις Αρμός

Θαλασσινή κι εγώ στα νιάτα μου, όχι βέβαια με "ουρού" μα με κανονικά πλεούμενα και μάλιστα από τα θηρία των θαλασσών που λέγονται σούπερ τάνκερς, αποξεχάστηκα διαβάζοντας τον Κόντογλου εκεί στην αυλή του πατρικού μου. Κάπου στα όρη και τα βουνά της Ηπείρου και χιλιόμετρα μακριά από θαλασσινό νερό. Στο ψυγείο βέβαια περίμεναν να φαγωθούν τα υπόλοιπα παπουτσάκια, οι βαρκούλες μου. Μα πού εγώ να σκεφτώ την τρομακτική ομοιότητα. Με τα μονόξυλα των Παπούων... Κι ας είχα μόλις την προηγούμενη μέρα σκαλίσει κι εγώ τις μελιτζάνες:


όμοια που εκείνοι σκαλίζουνε τους κορμούς των δέντρων. Κι ας είχα διαπιστώσει πως είναι καλύτερο να σερβίρονται δυο δυο τα παπουτσάκια. Έτσι στενά που είναι. Και σκεπασμένα με τη μπεσαμέλ πέρα πέρα σαν που τα ουρού είναι σκεπασμένα με τη θαλασσοφαγωμένη κουβέρτα τους. Αυτήν που τη σκεπάζει η θάλασσα με τον αφρό της σαν που πασπάλισα το δικό μου φαγητό με το τριμμένο τυράκι...

Βλέπεις μου λείπανε οι αντένες και το πανί και εκείνο το πλαϊνό δοκάρι για το ζύγι στον άνεμο. Αν και τώρα πια μου περνάνε ιδέες να αποκαταστήσω ναυπηγικά το έδεσμα και να το κάνω άξιο για τους πιο απαιτητικούς ωκεανούς των γεύσεων.

Και χρειάστηκε την επόμενη μέρα, βραδάκι, να βγει ένας ολοστρόγγυλος φέγγαρος στον ουρανό και να αναζητήσω τη φιλενάδα μου τη Ρέα, με καταγωγή από Μυτιλήνη και βαθύτερες ρίζες από Μικρασία. Όπως και ο Κόντογλου... για να κάνουμε μαζί μια βόλτα στους ασημένιους δρόμους του φεγγαριού. Κι εκεί που πηγαίναμε και έχοντας κατά νου τις εκπληκτικές επιδόσεις της φίλης μου στη μαγειρική, της ανοίγω κουβέντα και για τα παπουτσάκια, την επιτυχία τους αλλά και το πρόβλημα με το όνομά τους.

Εκεί και με διαφώτισε η Ρέα πως στη Μυτιλήνη το φαγητό αυτό λέγεται "σκαφούδες"! Κι έκανε κλικ στο μυαλό μου με τις σκάφες που αναφέρει ο Κόντογλου.

Μόνο που οι σκαφούδες της Μυτιλήνης έχουν γέμιση αντί για κιμά το ίδιο το "ξύσμα" από τη μελιτζάνα που οι νοικοκυρές το τσιγαρίζουν στο τηγάνι με κρεμμυδάκι και το ανακατεύουν και με τυρί ενώ το σκέπασμα γίνεται με τυρί και πάλι ανακατεμένο με αβγό.

Έτσι, και για το λόγο του σερβιρίσματος που ανέφερα, το δικό μου το φαγί βρήκε επιτέλους το όνομά του: Ουρού!!! Να τα τρώγω και να θυμάμαι και τον Κόντογλου και εκείνη την αποφράδα ημέρα που διέσχιζα κι εγώ τις θάλασσες του νότου με ένα παπόρι και που παρά το τεράστιο μέγεθός του το είχε κάμει η θάλασσα καρυδότσουφλο. Στις 19 Φλεβάρη 1982.

Κι ήταν η μέρα εκείνη που θεωρώντας την και τη στερνή μου, αποφάσισα αντί για θαλασσόλυκος να το παίξω μαγείρισσα. Εκεί στο χαμό και στο χαλασμό. Κι άντε οι ψυχολόγοι να βγάλουν τώρα εξήγηση. Και τους έχω δουλειά και για μετά. Να μου εξηγήσουν πώς και γιατί οι φιλενάδες μου οι θαλασσινές έχουν λέει χόμπι τη μαγειρική!!! Οι γυναίκες αυτές που παράτησαν το φακιόλι και το νοικοκυριό και τράβηξαν να κάνουν καριέρα στα καράβια, λατρεύουν λένε να μαγειρεύουν!

Μια άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και δεν ξέρω αν καταφέρνουν ακόμη και τα ουρού να την ταξιδεύουν. Τόσο αγριεμένη και αφρισμένη που είναι...



_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Οι σκαφούδες και τα ουρού του Κόντογλου   Τετ Ιουλ 04, 2012 6:29 am

Σχετικό δημοσίευμα στο φόρουμ με τα προηγούμενα:

http://educandus.forumotion.com/t1406-topic

ΔΑΝΑΗ έγραψε:
Ιστορίες από το Andros Orion - αναδημοσίευση από το blog ΚΑΠΕΤΑΝΙΣΣΕΣ


Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα

Ένα «μικρό θαλασσινό κοχύλι» βρήκα απόψε σερφάροντας στα πέλαγα του διαδικτύου και το έφερα θησαυρό πολύτιμο μαζί μου:


«Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι.»


Καββαδίας βέβαια. Ποιος άλλος έτσι ζωγράφισε του ναυτικού τον πόνο;

Γυρνάει αθέλητα το ρολόι των αναμνήσεων στην πιο γλυκιά περίοδο της ζωής μου. Τότε που σε ένα καράβι πάνω γύριζα όλα της γης τα πλάτη και τα μήκη. Ένα καράβι… δηλαδή πέντε για να μιλάμε με ακρίβεια:



Ελαφίνα, Irenes Lyric, Irenes Target,


Olympic Arrow, Andros Orion.

Τα τρία, τα πρώτα, φορτηγά. Τα άλλα γκαζάδικα. Δεξαμενόπλοια στη γλώσσα των στεριανών. Από εκείνα τα τεράστια, τα σούπερ τάνκερ, που το κατάστρωμά τους είναι μεγάλο σαν ένα γήπεδο. Και φαντάσου όλο αυτό το θεριό, να χάνεται κάτω από τους αφρούς και πάλι να ξαναβγαίνει, πώς κολυμπάνε τα δελφίνια… Γιατί έτσι είναι φτιαγμένα αυτά τα σκαριά από φυσικού τους. Και μόνο όσοι δεν το ξέρουν τρομάζουν σαν δουν να χάνεται όλη η κουβέρτα κάτω από τη θάλασσα.

Θυμάμαι που έτσι έγινε με μια μικροπαντρεμένη, γυναίκα του μαρκόνη μας, καλή της ώρα όπου κι αν βρίσκεται. Ήρθε το κορίτσι ανυποψίαστο στο βαπόρι, να συνεχίσει το μήνα το μέλιτος που το μπαρκάρισμα του άντρα της είχε απότομα κόψει στη μέση, και έπεσε πάνω σε ένα μπουρίνι άλλο πράγμα. Ο θεός με το θεό τα είχε βάλει εκείνη τη μέρα. Μια έγερνε το παπόρι από τη μια και μια από την άλλη. Φεύγαν ποτήρια, φεύγαν καρέκλες, όρθιος να σταθείς δύσκολο. Άσε που και το στομάχι με τέτοιο ταρακούνημα σήκωνε επανάσταση. Πήγε το κορίτσι και ξάπλωσε την καμπίνα της. Αλίμονο από τους υπόλοιπους που τέτοια πολυτέλεια δεν την είχαμε. Ζαλισμένοι ξεζαλισμένοι, εκεί, στη βάρδια.

Κάποια φορά είπε να σηκωθεί. Να δει από το φινιστρίνι τι γίνεται έξω. Αχ, τι το ‘θελε; Κάνει έτσι και τι να δει; Τρακόσια τόσα μέτρα παπόρο και δε φαινόταν τίποτε. Μόνο θάλασσα αγριεμένη. Και κύμα λυσσασμένο. Ε, και βάζει μια φωνή, μα τι φωνή! Από μηχανή μέχρι γέφυρα ακούστηκε. Τρέξαμε να τη συνεφέρουμε. Να της εξηγήσουμε πως δεν τρέχει τίποτα. Έτσι μαθές ταξιδεύουν τα γκαζάδικα άμα έχει φουρτούνα. Άδικα… Δεν πίστευε λέξη.
Έκλαιγε, έκλαιγε και φώναζε τη μάνα της. Που έτσι μικρή την πάντρεψε και βρέθηκε ανάμεσα ουρανό και θάλασσα να παλεύει και να βασανίζεται. Κι εκείνος ο καψερός ο άντρας της να μην ξέρει τι να κάνει για να την ηρεμήσει. Άμαθος ακόμη σε τέτοια καθήκοντα. Κι είχε και τους άλλους τριγύρω να τον περιγελάν με τα καμώματα της κυράς του. Και θαρρώ αυτό τον έτσουζε πιο πολύ παρά η τρομάρα που πέρναγε η γυναίκα του. Έτσι βλέπεις είναι οι άντρες. Το φέρουν βαρέως να ξεπέσουν στα μάτια των άλλων σερνικών και να τους κρεμάσουνε κουδούνια πως δεν ξέρουν «να σκίζουν τη γάτα».

Τέλος πάντων. Κάποια στιγμή κόπασε η οργή της θάλασσας, ηρέμησε και το κορίτσι. Μα τι τα θες; Τέτοιες καταστάσεις δεν τρομάζουν μονάχα τους άμαθους. Ακόμα και οι ψημένοι θαλασσόλυκοι τα χρειάζονται άμα αποφασίσει η θάλασσα να δείξει τα δόντια της.

Θυμάμαι τότε που πηγαίναμε για τους τροπικούς. Είχαμε φορτώσει «λαδάκι» από τη Mersa El Brega και πηγαίναμε για εκφόρτωση στο Yosu της Νότιας Κορέας. Εξήντα μέρες ταξίδι. Δυο μήνες ανάμεσα ουρανό και θάλασσα. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Αν δεν το κάνεις, δεν το ξέρεις. Δεν μπορείς να το ξέρεις. Και να είσαι και στα καλύτερά σου χρόνια. Και μακριά από τον άνθρωπο που αγαπάς. Σ' άλλο καράβι αυτός, σε άλλο εσύ. Για μήνες. Και μήνες να κάνεις να πάρεις ακόμη και γράμμα. Μην ακούς που λένε για ταχυδρομικά περιστέρια. Ακόμη κι αυτά δε φτάνουν στα καράβια. Και βάλε με νου πώς αγριεύει ο άνθρωπος σε τέτοιες καταστάσεις. Μην τους παρεξηγάς τους ναυτικούς. Τραβάν πολλά εκεί καταμεσής στο πέλαγος και σκληραίνει η ψυχή. Άμυνα είναι, για να αντέξουν. Λίγο καλύτερα αν τους γνωρίσεις, θα δεις πως έχουνε καρδιά μικρού παιδιού. Και ένα καράβι θύμησες να σου στοράνε που θα τις ακούς και δε θα τις πιστεύεις. Σαν και τώρα... Και συνεχίζω.

Είχαμε περάσει που λες το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας, είχαμε «φάει» το μισό δρόμο και τον ένα μήνα από τους δυο και τραβάγαμε για Ινδονησία. Σε όλο το κατέβασμα, από Τζιμπεράλτα μέχρι Σάουθ Άφρικα, ο καπετάνιος άλλη δουλειά δεν έκανε παρά να με βάζει με το γραμματικό να του βγάζουμε πορείες, πώς να φτάσει πιο γρήγορα στη Κορέα. Να γλιτώσει η εταιρεία έξοδα. Όχι τράβα από δω, όχι πήγαινέ το από κει. Πού να το πας το ρημάδι; Καράβι ήταν όχι αεροπλάνο. Και ήταν και σαράβαλο. Με διαλυμένα τα σωθικά του.

Στο άλλο πέρασμα από το Κέιπ Τάουν του ξεκολλήσαν οι μπουλμέδες στο αμπάρι και λίγο έλειψε να γίνουμε μακαρίτες. Διότι ξέρεις τι σημαίνει αυτό σε γκαζάδικο; Σημαίνει τρίβονται οι ξεκολλημένες λαμαρίνες μεταξύ τους και βγάζουν σπινθήρες. Και πάει το παπόρο καλιά του. Γίνεται μπουρλότο ώσπου να πεις κύμινο. Το «πυρ γυνή και θάλασσα» από κάτι τέτοιες ιστορίες βγήκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε και η γυνή. Η αφεντιά μου. Οπότε καταλαβαίνεις. Δε μας έλειπε τίποτε. Και οι ναυτικοί, που τα πιστεύουν κάτι τέτοια, όλο και με κοιτάγανε με στραβό μάτι. Λες και τους έφταιγα εγώ για το σαπιοκάραβο.

Τόσο σάπιο που η εταιρεία μετά τη ζημιά στο αμπάρι πήρε την απόφαση να το πάει για σκραπ, για παλιοσίδερα δηλαδή. Μην πάει φούντο και μας πληρώνουνε για ανθρώπους… Ε, τι νομίζεις; Μετράει και ο ναυτικός για άνθρωπος; Από όσο γύρισα, μόνο στου Ωνάση συνάντησα ανθρώπινη αντιμετώπιση. Μα εδώ, το καράβι ήταν αντριώτικο. Και οι Αντριώτες έχουν καβούρια στην τσέπη μεγαλύτερα κι από τους Χιώτες. Τους έχω δοκιμάσει κι αυτούς στο πετσί μου και ξέρω.

Έτσι λοιπόν, το αποφάσισαν να το πάνε για παλιοσίδερα και τέτοιες δουλειές γίνονται συνήθως στην Ασία. Φυσικά ούτε να το συζητάν πως θα το έστελναν άδειο από Ευρώπη μέχρι εκεί κάτω. Κλείσαν λοιπόν το ναύλο, μας φόρτωσαν και τραβάτε όσο αντέξει. Το ξέραμε αυτό. Και το μετράγαμε. Μα τι να κάνουμε; Αυτή ήταν η δουλειά μας. Και αν ξεμπαρκάραμε, θα βρίσκαμε καλύτερο βαπόρι; Άσε που οι εποχές ήταν δύσκολες και η Ακτή Μιαούλη, τα μαθαίναμε, είχε πάλι γεμίσει ναυτικούς που φίλαγαν κατουρημένες ποδιές για μια θέση κι ας ήταν και σε ανασφάλιστο.

Με τέτοια καρδιά ταξιδεύαμε. Εκεί στην άκρη του πουθενά. Διότι την Καλή Ελπίδα έχουν τους λόγους τους που την είπαν έτσι. Σαν και τον Εύξεινο Πόντο. Καλοπιάνεις το θεριό με γλυκόλογα μπας και το καλμάρεις. Καλμάρει όμως αυτό με λόγια; Μόνο ο άνθρωπος ξεχνιέται. Λέει «Καλή Ελπίδα» και όλο και φουντώνουν και οι δικές του ελπίδες πως θα τα καταφέρει. Και θα ξαναδεί πατρίδα και οικογένεια. Αυτά περνάνε οι ναυτικοί και λίγα λέω. Να μην τους παρεξηγάτε λοιπόν αν λίγο αγροίκα φέρνονται καμιά φορά. Η ανάγκη τους κάνει.

Μέσα σε τούτη τη μαυρίλα και την αγωνία αν θα αντέξει το καράβι να φτάσει ως την Κορέα, και με τη «λαμαρινίαση» στα φόρτε της, την αρρώστια δηλαδή που παθαίνει ο ναυτικός κλεισμένος στις λαμαρίνες για μήνες, μας ήρθε από το πουθενά κι από κει που δεν το περιμέναμε να μας χτυπήσει η ουρά ενός κυκλώνα. Ευτυχώς δηλαδή που ήταν η ουρά, γιατί αλλιώς ποιος θα έγραφε τώρα αυτή την ιστορία;

Και σαν να μην έφτανε ο βρομόκαιρος, ήρθαν και η μια αναποδιά πάνω στην άλλη. Ξαφνικά ο ασύρματος βουβάθηκε. Και η gyro, η μεγάλη πυξίδα δηλαδή που καθοδηγεί το τιμόνι, ζήλεψε κι αυτή και άρχισε να κάνει τρέλες. Έλα τώρα και σκέψου τι κάνει ένα καράβι χωρίς ασύρματο και χωρίς πυξίδα και με τον κυκλώνα να χορεύει τριγύρω του τάγκο αργεντίνικο…

Στα φυσιολογικά καράβια αυτό που κάνουν είναι να βάλουν μπροστά τη μαγνητική. Που δεν την πιάνει τίποτε και ξέρει πάντα να σου λέει το βορά. Στα φυσιολογικά όμως. Όχι στα αντριώτικα. Και να με συμπαθάνε όσοι κατάγονται από την όμορφη Άνδρο, μα έτσι είναι δυστυχώς η αλήθεια. Κι ας έχουνε και τόση παράδοση στη ναυτιλία. Είναι του πέρα βρέχει και αλίμονο σαν τύχει δύσκολη ώρα. Διότι η μαγνητική έχει όλα τα καλά αλλά έχει και ένα μεγάλο κακό. Σου δείχνει το βορά αλλά με μια μικρή απόκλιση. Και πρέπει ο ναυτίλος να τη γνωρίζει αυτή την απόκλιση για να βρει τα σημεία του ορίζοντα. Έλα μου ντε που αυτό σημαίνει σε καθημερινή βάση να κάνεις τους απαραίτητους ελέγχους και να κρατάς και ημερολόγιο; Πράγμα που στο δικό μας καράβι φυσικά και δεν είχε γίνει ποτέ.

Έτσι που λέτε είχαν τα πράγματα και το καράβι πήγαινε στα κουτουρού. Κι ένα κύμα, Χριστέ μου. Δεν είχα ξαναδεί κύμα με τέτοια σουσούμια. Δεν ήταν να το πεις ψηλό και αφρισμένο. Εκείνο που σε τρόμαζε ήταν η ατέλειωτη ράχη του. Ξεκίναγε από τη μια άκρη του ορίζοντα και έφτανε στην άλλη. Ουρά του κυκλώνα όνομα και πράμα.

Σαν είδαν λοιπόν τα σκούρα οι άντρες, και η περδικούλα τους ροβόλησε κατά Κούλουρη, σκέφτηκαν πως το θηλυκό του πληρώματος θα τα έχει κάνει πάνω της από το φόβο. Και έρχονταν ένας ένας να με παρηγορήσουν. Πού να ήξεραν από τι ζουρλή πάστα είμαι φτιαγμένη. Και να μην κάνω τη θαρραλέα, ότι τα πράγματα ήταν σκούρα το έβλεπα και το καταλάβαινα. Μα τι να κάνω; Θυμόμουνα και τη γυναίκα του μαρκόνη και δεν ήθελα να γίνω ρεζίλι. Διότι αυτά τα είχαμε από τον καιρό της σχολής ακόμη μιλημένα με τις φιλενάδες μου. Να κρατήσουμε ψηλά τον τίτλο της καπετάνισσας. Να μη βρεθεί κανείς να μας πει «Τι τα ήθελες τα καράβια!»

Περιθώρια λοιπόν για μυξοκλάματα δεν υπήρχαν. Αλλά και περιθώρια γενικώς δε φαίνονταν στον ορίζοντα. Και λέω κι εγώ τότε: "Θα πεθάνεις που θα πεθάνεις. Τουλάχιστον να πας ευχαριστημένη!"

Και μια και δυο κατεβαίνω στην κουζίνα. Μπαίνω στο μαγέρικο και φωνάζω τον Παναγιώτη, το μάγειρα. Δος μου, του λέω, λίγο ρύζι, δυο αυγά, δυο λεμόνια και λίγο λάδι. Και να μην τα πολυλογώ, βάζω μπρος τη μαγειρική. Διότι ο "άχρηστος" ο Παναγιώτης, όλα του καλά και ωραία, και έφτιαχνε και κάτι ψωμάκια μούρλια, κάθε μέρα σερβιρισμένα μοσχοβολιστά με τον καφέ στις δέκα, αλλά με τις σούπες είχε διαζύγιο. Κι εμένα τα σουποειδή είναι τα λατρεμένα μου. Κι αν είναι και φρικασέ της μάνας μου, κόβω φλέβες!

Βάζω που λέτε μπροστά το μαγείρεμα και οι άλλοι γύρω να με κοιτάνε σαν να έβλεπαν ξωτικό. Ίσως και να τους πέρασε από το μυαλό πως μου σάλεψε από το φόβο. Και με το δίκιο τους. Είναι λογικά πράγματα αυτά; Να κινδυνεύεις από στιγμή σε στιγμή να σε κάνει μια χαψιά η θάλασσα κι εσύ να έχεις το νου σου στη μάσα;

Και πού να δείτε και να γελάσετε τη σκηνή του φαγητού. Σαν ετοιμάστηκε η περίφημη σούπα, ένα αυγολέμονο της συμφοράς, και έκατσα να τη φάω. Και να με παίρνει ολόκληρη με την καρέκλα το κούνημα και να μη μπορώ να σταθώ. Πήγαινα να κρατηθώ από το τραπέζι, ευτυχώς τα έχουν βιδωμένα στο πάτωμα στα καράβια, και μου έφευγε το πιάτο. Βούταγα το πιάτο και μου 'δινε μια το μπότζι και έπεφτα με τη μούρη στη σούπα. Εκεί όμως εγώ. Επί το έργον. Ηπειρώτικο τσερβέλο μαθές. Και δη από το Σούλι. Βγάλε συμπέρασμα… Και ερώτημα αν θες, "τι γύρευα στα καράβια;" Να στο πω, να σου φύγει η έγνοια. Έχεις ακούσει το τραγούδι που λέει "Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι"; Ε, αυτό την έκανε τη ζημιά. Και είπα, τι καπετάνισσα στο βουνό, τι στη θάλασσα. Και πάμε παρακάτω.

Οι άλλοι; Να κοιτάν το θέαμα και να μην τους έχει μείνει άντερο από τα γέλια. Ξεχάσανε και κυκλώνες και τρικυμίες και γινόταν στην τραπεζαρία τέτοιος χαμός που μέχρι και ο καπετάνιος κατέβηκε να δει τι έπαθε το τσούρμο. Νόμισε ο άνθρωπος πως ήρθε το τέλος και βουλιάζουμε.

Αχ, χρόνια και καιροί. Με μπούσουλες και βάρδιες. Και μπούσουλας, αν δεν το ξέρετε, σημαίνει πυξίδα. Και μάλιστα μαγνητική. Μη κοιτάτε που εδώ στη στεριά λέμε «έχασα το μπούσουλα» και δεν ξέρουμε το γιατί το λέμε έτσι. Χάνω το μπούσουλα σημαίνει ξέμεινα από πυξίδα και δεν ξέρω κατά που τραβάω. Σαν εκείνη τη μέρα, 19 του Φλεβάρη του 82 (δεν ξεχνιέται η ρημάδα… ) που ξέμεινε το Andros Orion από πυξίδα και τράβαγε στα κουτουρού και κατά Ισραήλ που λέει ο λαός μας.

Θαλασσινό κοχύλι το λοιπόν. Να τι παθαίνει κανείς με τέτοια κοχύλια. Τι μυστικά του ψιθυρίζουν και ποιες περιπέτειες περασμένες του φέρνουνε στο νου. Μα αν γινόταν πίσω να γυρίσουν, όχι δε θα έλεγε. Γυρνάνε όμως; Αυτό το μπούσουλα τον χάσαμε για πάντα…

ΔΑΝΑΗ έγραψε:


Το ημερολόγιο εκείνης της μέρας

στο Andros Orion...

Το δικό μου μυαλό στα τέσσερα χρυσά γαλόνια. Ούτε φόβος ούτε άλλη αγωνία. Τα γαλόνια που τελικά δε φόρεσα. Και δεν έφταιξαν οι κυκλώνες και οι τρικυμίες. Μα το μυαλό μου που έλαβε λάθος αποφάσεις σε κρίσιμες στιγμές.

Να μη στενοχωριέται η μανούλα. Να μη δυσαρεστήσω τον καλό μου... Και από τους ωκεανούς βρέθηκα στη Ράλλειο να σπουδάζω δασκάλα.

Έφταιξε βέβαια και η κρίση. Καράβι έψαχνα και καράβι δεν έβρισκα για μήνες ατελείωτους. Ήταν μάλιστα τότε και ο πόλεμος στον Κόλπο και οι εταιρείες που είχαν γκαζάδικα σου ζήταγαν να υπογράψεις ειδικό χαρτί πως δέχεσαι να βρεθείς κι εκεί... Στη μπούκα των κανονιών και με τα πολεμικά αεροπλάνα να βάζουν στόχο και τα εμπορικά πλοία.

Τέτοια ήταν η λαχτάρα μου να μπαρκάρω που και τη δήλωση υπέγραφα και δεκάρα δεν έδινα για τους έξτρα κινδύνους. Αλλά τίποτα. Η πείνα τεράστια στο λιμάνι και έκανε καπεταναίους να ζητάν να μπαρκάρουν ανθυποπλοίαρχοι. Εμένα θα έπαιρναν; Το κοριτσάκι των 22 χρόνων;

Σαν τέλειωσαν λοιπόν τα φράγκα που είχα μαζέψει από τα καράβια, έβαλα το κεφάλι κάτω και πήγα να δουλέψω σε σχολείο. Ας πέρασαν όμως τόσα χρόνια από τότε και ας αγάπησα και το δεύτερο επάγγελμα. Αυτό το επάγγελμα που έφερε κάποτε στο μονοπάτι της ζωής μου ένα Λιαντίνη για να με κάνει άνθρωπο...

Η μοίρα καλά έκαμε. Δε λέω όχι. Η θάλασσα όμως έμεινε καημός αγιάτρευτος. Και καημός και τα γκαζάδικα. Να τα θυμάμαι με όλες τις δυσκολίες τους και να δακρύζω από συγκίνηση.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Οι σκαφούδες και τα ουρού του Κόντογλου
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: HOMA EDUCANDUS :: ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΥΜΗΣ-
Μετάβαση σε: