ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

  Αργύρης Χιόνης: ο άνθρωπος που γράφοντας στα "χώματα" άγγιξε τ' αστέρια και τις καρδιές μας!

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Αργύρης Χιόνης: ο άνθρωπος που γράφοντας στα "χώματα" άγγιξε τ' αστέρια και τις καρδιές μας!   Πεμ Ιαν 05, 2012 2:09 am

Γνωρίζετε τον Αργύρη Χιόνη;

Αν όχι, παρακαλώ πρώτα να κάμετε μια πρώτη συνάντηση μαζί του:

Παράθεση :
ΤΟ ΟΡΙΖΟΝΤΙΟ ΥΨΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό, πλάι σ' ένα πανύψηλο, υπερήφανο κυπαρίσσι, ζούσε μια ελάχιστη, ταπεινή αγριάδα, που ζήλευε το μπόι του κυπαρισσιού κι ήθελε να το φτάσει, γι' αυτό και τεντωνότανε αδιάκοπα στις άκρες των ριζών της, πασχίζοντας να σηκωθεί πιο πάνω από το χώμα.

Μάταιη προσπάθεια και αρκετά οδυνηρή, γιατί, κάθε φορά που έκανε αυτήν τη γυμναστική, για μέρες μετά, την πόναγε ανυπόφορα η μέση της.

Το κυπαρίσσι, που παρακολουθούσε αφ' υψηλού τον αγώνα της αγριάδας, σειόταν και λυγιόταν καμαρωτό και της έλεγε υπεροπτικά, με προφορά σχεδόν εγγλέζικη, της Οξφόρδης: "Δεν γνωρίζετε τι χάνετε, αγαπητή μου αγριάδα, εκεί στην επιφάνεια του εδάφους όπου βρίσκεσθε. Δίχως να θέλω διόλου να υπερηφανευθώ, σας πληροφορώ ότι από την κορυφή μου έχω απεριόριστη θέα του κόσμου και θα ήταν ακόμη πιο απεριόριστη, θα έβλεπα ως τη Γουατεμάλα, αν κάποια αναιδή βουνά, γύρω τριγύρω, δεν την περιόριζαν. Ωστόσο ευελπιστώ ή, μάλλον, έχω τη βεβαιότητα ότι η βροχή θα λιώσει, σιγά σιγά, αυτά τα αναιδή βουνά και τότε θα δω και τη Γουατεμάλα. Το σχέδιο αυτό είναι βεβαίως μακροπρόθεσμο, αλλά μπορώ να περιμένω, αφού, ως γνωστόν, ζω επτακόσια χρόνια."

Η αγριάδα, αν και δεν ήξερε ούτε πού βρίσκεται αυτή η Γουατεμάλα ούτε αν τα βουνά λιώνουν απ' τη βροχή ούτε, ακόμη, αν είναι πολλά τα επτακόσια χρόνια, ακούγοντας αυτά τ' ανήκουστα λόγια, ένιωθε την καρδιά της να μαραζώνει και, τις νύχτες που κοιμόταν, έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο. Ψήλωνε, λέει, ψήλωνε τόσο, που ξεπερνούσε κατά πολύ στο μπόι το κυπαρίσσι, ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο ψηλά βουνά κι έβλεπε από κει πάνω όχι μόνο τη Γουατεμάλα αλλά και το Ακαλακούμπα, χώρα ακόμη πιο μακρινή, ακόμη πιο ωραία, όπου οι άνθρωποι χορεύαν ένα γρήγορο χορό που τόνε λέγαν ρούμπα. Βέβαια, όταν ξύπναγε, το πρώτο πράγμα που έβλεπε μπροστά της ήταν ένα σαλιγκάρι τόσο αργοκίνητο, που έμενε στο οπτικό πεδίο της όλη τη μέρα, προκαλώντας της κατάθλιψη και κάνοντάς την να μη βλέπει την ώρα πότε θα ξανανυχτώσει, για να κοιμηθεί και να ονειρευτεί το μακρινό Ακαλακούμπα και τον γρήγορο χορό που τόνε λένε ρούμπα.

Έτσι ζούσαν κυπαρίσσι κι αγριάδα, πλάι πλάι, αλλά το καθένα στον κόσμο του, ώσπου μια μέρα φθινοπωρινή (χρόνια πολλά, πάρα πολλά πριν από τα επτακόσια), που ο ουρανός είχ' ένα χρώμα μολυβί, μια λάμψη ξαφνική, ονόματι αστροπελέκι, χτύπησε κατακέφαλα το κυπαρίσσι και το έκαψε. Η βροχή που ακολούθησε, μπόρα τρικούβερτη, αντί να λιώσει τα βουνά που του 'κρυβαν τη Γουατεμάλα, τη στάχτη του έλιωσε και γκρίζα λάσπη την υπερηφάνειά του έκανε.

Η αγριάδα, άναυδη στην αρχή, όταν συνήλθε κάπως, μακάρισε το ελάχιστό της μπόι και θρήνησε το κυπαρίσσι, που - πώς να το κάνουμε; - αν και φλύαρο και υπερφίαλο, της είχε χαρίσει τ' όνειρο των μεγάλων αποστάσεων, του απέραντου κόσμου.

Μετά απ' αυτό το θλιβερό γεγονός, σταμάτησε την έτσι κι αλλιώς ανώφελη γυμναστική της και μόνο αραιά και πού έβλεπε στον ύπνο της το εξωτικό Ακαλακούμπα. Κανένας όμως πια δε χόρευε εκεί τη ρούμπα.

Ήτανε, βέβαια, ακόμη νεαρά και εστερείτο πείρας, τόσο εστερείτο πείρας, που καν δε γνώριζε τις φυσικές της ιδιότητες. Έτσι, ένα ανοιξιάτικο πρωί, παραξενεύτηκε πολύ, νιώθοντας να τη φαγουρίζουνε οι ρίζες της, κι ακόμα πιο πολύ παραξενεύτηκε σαν είδε, δυο μέρες τρεις αργότερα, λίγο πιο κει, μέσ' απ' το χώμα να προβάλλει ένα μικρό, χλωροπράσινο βλαστάρι αγριάδας.

"Μπα, καινούργια απόχτησα γειτόνισσα!" ήταν η πρώτη σκέψη της, αλλά όταν είπε "καλωσόρισες, γειτόνισσα", άκουσε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να λέει και το βλαστάρι τα ίδια λόγια, να την καλωσορίζει δηλαδή με τη φωνή της. Το ίδιο έγινε, ακριβώς, άλλες δυο μέρες τρεις αργότερα, όταν καινούργιο εμφανίστηκε, πιο πέρα, βλασταράκι.

Μπορεί, λοιπόν, να ήταν άπειρη, αλλά κουτή δεν ήταν. Έτσι κατάλαβε ότι στον εαυτό της μίλαγε, αφού τα νέα αυτά βλαστάρια από τις ρίζες της ξεπήδαγαν και σαρξ εκ της σαρκός της ήσαν.

Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μην κλέβουμε απ' την αιωνιότητα, μέσα σε χρόνια ελάχιστα, πολύ πιο λίγα από τα επτακόσια, η αγριάδα είχε, ρίζα τη ρίζα, καταβολάδα την καταβολάδα, βλαστάρι το βλαστάρι, όλο τον κάμπο καταχτήσει κι όλα τα βουνά ως την κορφή τους και πιο πέρα. Για το πιο πέρα δεν μπορώ να πω, τα μάτια μου μονάχα ως τις βουνοκορφές την ακολούθησαν. Πιο πέρα δεν άντεξαν. Έμαθα ωστόσο, από έγκυρες πηγές, πως έφτασε στο Ακαλακούμπα και πως στο δροσερό και καταπράσινο χαλί της χορεύουν τώρα γυμνοπόδαροι εραστές τη ρούμπα.

Επιμύθιο Ι: Όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι, τόσο πιο μακριά από τ' αστροπελέκια είσαι.

Επιμύθιο ΙΙ: Δια του οριζοντίου ύψους, η απόστασις, έως το Ακαλακούμπα, καλύπτεται εις χρόνον κατά πολύ συντομότερον των επτακοσίων ετών.

Και τώρα που φτάσαμε στο Ακαλακούμπα, έρποντας σιγά σιγά στα χώματα κι όχι με πετάγματα στα ψηλά και στα επικίνδυνα, και χορεύουμε ρούμπα κι εμείς στον απόηχο ενός ακόμη αφύσικου παραμυθιού που ο Αργύρης Χιόνης συνήθιζε να γράφει, τώρα εκείνος δεν είναι πια εδώ.

Έφυγε, διάβασα πρωί πρωί την είδηση, ο Αργύρης Χιόνης. Λίγες μέρες πριν έρθει το 2012. Και θυμήθηκα αμέσως το μικρό βιβλιαράκι με τα διηγήματά του που δύο πρωτοχρονιές τρεις παλιότερα είχα διαλέξει δώρο στον εαυτό μου, έθιμο που ανελλιπώς τηρούσα όσο ζούσα στην Αθήνα. Να κάνω παραμονή Πρωτοχρονιάς σεργιάνι στα βιβλιοπωλεία του κέντρου και να διαλέγω κυρίως άγνωστους σε μένα συγγραφείς. Έτσι γνώρισα και τον Αργύρη Χιόνη και μαγεύτηκα από το στιλ της γραφής του.

Και από τα λίγα βιογραφικά στο μικρό βιβλιαράκι, που έχει τον ίδιο τίτλο με το διήγημα, "ΤΟ ΟΡΙΖΟΝΤΙΟ ΥΨΟΣ και άλλες αφύσικες ιστορίες", και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Κίχλη", έμαθα και κάτι ακόμη που πολύ μου άρεσε την εποχή που το διάβασα. Ο Αργύρης Χιόνης, γεννημένος στην Αθήνα το 1943, αφού εξέτισε (άκου λέξη!!!) μακράν περίοδον μεταναστεύσεως εις την Εσπερίαν, επέστρεψε στη μητριά πατρίδα το 1992 και εγκαταστάθηκε στο χωριό Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, όπου ζούσε, όπως έγραφε ο ίδιος, καλλιεργώντας τη γη και την ποίηση...

Σχεδόν στα 70 λοιπόν. Έφυγε ο Αργύρης Χιόνης. Και είναι πολύ λιγότερα από τα 700 χρόνια. Μα του έφτασαν να καλλιεργήσει το χωραφάκι της ποίησης και να σπείρει με τους αφύσικους σπόρους του τα χώματα, αυτά που όπως αναφέρει στο πρώτο διήγημα του βιβλίου η Ζυράννα Ζατέλη του ευχήθηκε να είναι το χαρτί που γράφει. Απάντηση λοιπόν στη Ζατέλη το μικρό αυτό βιβλιαράκι με τα διηγήματα. Πατώντας γερά στο χώμα, τρυπώνοντας ακόμη και κάτω απ' αυτό. Και τα αστροπελέκια γλιτώνεις έτσι και εκεί που θες να φτάσεις φτάνεις. Στο κάθε Ακαλακούμπα και χορεύεις και ρούμπα...

Καλό ταξίδι, Αργύρη! Στα όνειρά μας θα συνεχίσουμε να χορεύουμε τις ρούμπες σου. Και στη ζωή μας θα προσέχουμε μην την πατήσουμε από τα αστροπελέκια! Για να φτάσουμε, ποιος ξέρει, κι εμείς στη δική μας γη της επαγγελίας.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Αργύρης Χιόνης: ο άνθρωπος που γράφοντας στα "χώματα" άγγιξε τ' αστέρια και τις καρδιές μας!   Πεμ Ιαν 05, 2012 2:09 am


Ανήμερα των Χριστουγέννων έφυγε από ανακοπή καρδιάς ο ποιητής Αργύρης Χιόνης σε ηλικία 68 ετών. Είχε έρθει στην Αθήνα από το χωριό, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια, το Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας, για να περάσει τις γιορτές με αγαπημένα του πρόσωπα.

Ο κρητικής καταγωγής Χιόνης που γεννήθηκε στα Σεπόλια της Αθήνας, άρχισε να εργάζεται από πολύ νωρίς ασκώντας πολλά επαγγέλματα. Στα 28 του γράφτηκε στο πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ όπου σπούδασε Ιταλική φιλολογία, ενώ μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε σε χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης προτού εγκατασταθεί στο χωριό Θροφαρί. Από το 1982 μέχρι το 1992 ο Χιόνης εργάστηκε ως μεταφραστής στο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις Βρυξέλλες. Είχε μεταφράσει Οκτάβιο Παζ, Τζέιν Οστεν, Χάουαρντ Φαστ, Ράσελ Εντσον και άλλους συγγραφείς.

Πρώτη ποιητική συλλογή του είναι οι «Απόπειρες φωτός», το 1966. Την ακολούθησαν πολλές, ανάμεσα στις οποίες οι «Σχήματα απουσίας», 1973, «Μεταμορφώσεις», 1974, «Λεκτικά τοπία», 1983, «Ο ακίνητος δρομέας», 1996 και «Στο υπόγειο», 2004. Από το πεζογραφικό έργο του ξεχωρίζουν αρκετές συλλογές αφηγημάτων: «Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα», 1981, «Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς», 1995, «Τα τρία μαγικά παραμύθια», 1997 κ.α.

Το 2007 ο Χιόνης έλαβε το βραβείο του περιοδικού "Διαβάζω" για το βιβλίο του «Όντα και μη όντα» (2006), ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο διηγήματος (εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου) για το βιβλίο του «Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες».

Τον τελευταίο καιρό έδειχνε καταβεβλημένος, όπως μας λένε πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος, αλλά ήταν και αγχωμένος με την έκδοση του καινούργιου του βιβλίου «Έχων σώας τα φρένας κι άλλες τρελές ιστορίες» που θα εξέδιδε από τις εκδόσεις Κίχλη, με τις οποίες συνεργαζόταν τα τελευταία χρόνια.

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=436426

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Αργύρης Χιόνης: ο άνθρωπος που γράφοντας στα "χώματα" άγγιξε τ' αστέρια και τις καρδιές μας!
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ :: ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ-
Μετάβαση σε: