ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Τα ασπράδια

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Τα ασπράδια   Σαβ Σεπ 10, 2011 2:58 am

Το κείμενο που ακολουθεί είναι λογοτεχνικό. Μύθος δηλαδή. Μην ψάχνεις ονόματα, γεγονότα, ειδήσεις. Όπως κανείς δεν ψάχνει στο μέλι το λουλούδι που τρύγησε η μέλισσα... Κι ακόμη περισσότερο δε θέλει να ξέρει τα άνθη του κακού που ζύμωσαν το δηλητήριο στο κεντρί της...

ΤΑ ΑΣΠΡΑΔΙΑ



Με κοιτάνε κι οι δυο με τ’ ασπράδια. Τον άγριο που ήρθε να διώξει τα ήμερα. Καθόλου δε μου πέρασε απ’ το μυαλό πως θα το έβρισκα κι αυτό μπροστά μου. Όταν αφήνοντας πίσω το κλεινόν άστυ ήρθα να ζήσω σε μια μικρή επαρχιακή πόλη... Άλλα τα δεδομένα της Αθήνας, άλλα της περιφέρειας. Στην Αθήνα οι άνθρωποι έχουν πάντα και παντού περισσότερες ευκαιρίες να εξελιχθούν. Δε χρειάζεται να είσαι αστέρι και διάνοια. Στην περιφέρεια οι ορίζοντες κλείνουν. Και είναι και η νοοτροπία, οι «χαλαροί ρυθμοί» εκ πρώτης όψεως. Βουλιάζουν στους ρυθμούς αυτούς τα άτομα. Ούτε και κίνητρο υπάρχει, να κάνεις έστω ένα σεμινάριο, να ανοίξεις ένα βιβλίο.

Μια ραστώνη σκεπάζει τα πάντα σε ετήσια βάση. Ένα τέλμα που πνίγει κάθε πρωτοτυπία. Ντύνει τους ανθρώπους με τους παγιωμένους ρόλους, άντρες και γυναίκες. Ακόμη κι εκείνους που κατάφεραν για λίγο να ξεφύγουν, να σπουδάσουν ή απλά να ζήσουν σε κάποιο αστικό κέντρο. Η επιστροφή στη μικρή τους πόλη τους επαναφέρει και πάλι, τους χειραγωγεί και τους ποδηγετεί, στα αποδεκτά για την κοινωνία πρότυπα.

Ο άντρας εδώ είναι ο άντρας αφέντης. Θα φέρει το μεροκάματο, θα φάει, θα βγει στον καφενέ. Θα βρει και καμιά γκομενίτσα. Η γυναίκα είναι μια καλή νοικοκυρά, δούλα και κυρά. Θα κοιτάζει το σπίτι της, θα μεγαλώνει τα παιδιά της, θα σταφιδιάζει.

Τριγύρω η οικογένεια. Το σόι. Εδώ τα πεθερικά, οι κουνιάδοι, τα ξαδέρφια κι ένας ατέλειωτος ακόμη κατάλογος συγγενών, με τους κουμπάρους επιβεβλημένους, έχουν ακόμη το δικό τους ρόλο που στην Αθήνα από χρόνια έχει σβήσει. Στενός ο κύκλος στην επαρχία. Όπου πας και όπου μπεις θα βρεις συγγενείς, γνωστούς, φίλους, και συγγενείς των φίλων, φίλους των συγγενών και πάει λέγοντας. Παύεις εδώ να είσαι το άτομο. Είσαι η νύφη του τάδε, ο αδερφός του δείνα, ο γιος και το εγγόνι του άλλου. Και η ζωή σου ανοιχτό βιβλίο για όλους. Ακόμη και τα βαφτίσια σου θυμούνται και μολογούν. Άσε για τις αποδέλοιπες λεπτομέρειες της προσωπικής ζωής. Όλα χαρτί και καλαμάρι. Τι άλλο έχει η επαρχία να ασχοληθεί; Αυτό το κουτσομπολιό τη σώζει.

Αν υπάρχουν εξαιρέσεις; Πού δεν υπάρχουν; Υπάρχουν κι εδώ. Ίσα ίσα για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κάποιες για να αποκτά νοστιμάδα η ζωή με τη γραφικότητα που επενδύονται. Κι άλλες για να ζουρλαίνονται από τη ζήλια τους οι πέριξ. Κι όλες μαζί για να δίνουν τροφή στις μακρόσυρτες κουβέντες στα καφενεία και στα καθημερινά ανταμώματα στο φούρνο, στο μανάβη, στο νυφοπάζαρο. Ακόμη και στο δρόμο. Οδηγείς και κάθε τρεις και λίγο σταματάς. Περιμένεις τον μπροστινό να χαιρετήσει τους γνωστούς που βρήκε, να δώσει και να πάρει ραπόρτο για όλα τα παράξενα. Στην αρχή το δέχεσαι ως χαλαρό ρυθμό ζωής. Κι έπειτα το βιώνεις ως ένα αόρατο ιστό που δένει και σφίγγει έως πνιγμού τα πάντα και τους πάντες. Θα ξεφύγεις; Ή θα σε φέρουν κι εσένα στα «ίσα» τους;

Κι αλίμονο στον ξένο. Που έχει λευκές όλες τις σελίδες του βιογραφικού του. Θα γίνει ο εύκολος στόχος. Ποιος είναι, από πού ήρθε, γιατί ήρθε. Τι έχει και τι δεν έχει καμωμένο στη ζωή του. Σπούδασε, παντρεύτηκε, γιατί δεν παντρεύτηκε, χώρισε, έχει παιδιά, κρατιέται οικονομικά... Στο μικροσκόπιο η ζωή σου. Σε κοιτάζουν και νιώθεις να σε σαρώνουν ακτίνες Χ και λέιζερ από την κορφή ως τα νύχια. Πρέπει να σε τακτοποιήσουν κι εσένα στο κουτάκι σου. Να σου βάλουν ταμπελάκι.

Αν δε βρεθεί το κουτί και το ταμπελάκι αρχίζει το πρόβλημα. Κι επιστρατεύεται ο Προκρούστης. Τον αισθάνεσαι να σε πριονίζει, να σε τεντώνει, να σε παραμορφώνει. Κι ας παριστάνεις τον πέρα βρέχει, τον απόμακρο, που παίρνει μια φωτογραφική μηχανή και ορμάει στις ερημιές. Στη δουλειά θες δε θες μπαίνεις στο μικροσκόπιο. Η κάθε σου κίνηση και η ανάσα σου ακόμη καταγράφονται και διυλίζονται.

Δεν τα ξέρεις αυτά πριν έρθεις. Τα μαθαίνεις στην πορεία. Τα βιώνεις στο πετσί σου. Εισβάλλουν σαν ίωση στην καθημερινότητά σου. Σε αρρωσταίνουν. Ανεβάζεις πίεση, καταπίνεις χαπάκια για το στομάχι, φτιάχνεις πονοκέφαλο. Και ή αποκτάς αντισώματα ή γίνεσαι ένα με τη «μόλυνση».

Τα είδα και τα γνώρισα πια όλα στον ένα χρόνο στην επαρχία. Κι ας διάλεξα την απομόνωση και το φευγιό όλους αυτούς τους μήνες. Δεν είναι εύκολο εδώ να μείνεις στη γωνιά σου. Να μη μετέχεις. Θα μπεις στο χορό. Και μετά; βαράτε βιολιτζήδες!

Όταν μου είπαν να τους κάνω σεμινάριο, ξαφνιάστηκα. Στην Αθήνα κανείς ποτέ δε μου είχε ζητήσει να μοιραστώ τις όποιες γνώσεις με τους άλλους. Υπήρχαν τόσοι και τόσοι ειδικοί να δίνουν γνώσεις. Έπειτα ήρθε η ημερίδα, η επιμορφωτική συνάντηση. Μπορεί άλλος να πέταγε από τη χαρά του, εγώ όχι. Κι αναρωτιόμουν αν είναι αυτός ο δικός μου ρόλος. Να το παίζω δάσκαλος στους συναδέλφους. Θαρρώ δεν είναι...

Τα ίδια και στον πιο έξω κύκλο. Τον τόσο στενό εδώ στην επαρχία και στα σύνορα. Ποιος νοιάστηκε ποτέ στην Αθήνα αν φτιάξαμε ιστολόγιο με την τάξη μου; Ποιος έδωσε σημασία αν καθαρίσαμε μια παραλία ή αν είπαμε τα κάλαντα; Εδώ όλα μαθαίνονται. Και δεν είναι μόνο για το καλό σου. Ποτέ δεν είναι για το καλό σου στις μικρές κοινωνίες να προκαλείς το ενδιαφέρον. Ειδικά όταν είσαι ο ξένος, ο καινούριος. Και πιο πολύ για τους ομοίους σου. Που ερμηνεύουν τη διαφορετικότητα ως επίδειξη, ως προσπάθεια να τους επιβληθείς. Απ’ το μυαλό τους δεν περνάει καθόλου η πιθανότητα πως απλά έτσι έχεις μάθει να δουλεύεις. Δίχως να κυνηγάς καρέκλες και οφίτσια.

Κι εμένα, το είπα, δε μου είχε περάσει από το μυαλό ετούτο το σκηνικό. Κι ας έλεγε ο πατέρας να μην ξεδιπλώσω ποια είμαι και τι κάνω. Δεν τον άκουσα. Και τώρα βρέθηκα εγκλωβισμένη. Ούτε μπρος ούτε πίσω έχει. Μονάχα η ανάληψη ευθυνών και θέσεων που ούτε ζήλεψα ούτε επιδίωξα. Πρέπει λέει να τις αναλάβω. Όχι με το μαχαίρι στο λαιμό. Μπορείς αν θες να πεις και όχι. Να αρνηθείς την τιμή και την προσφορά. Μπορείς; Και μετά; Το κάθε όχι έχει τιμή αποπληρωμής.

Εδώ πληρώνεται ακόμη και η πρόταση. Πριν καλά καλά προλάβεις να απαντήσεις. Κι αρχίζουν τα αλλήθωρα βλέμματα. Να σε κοιτάζει ο άλλος με το ασπράδι. Εσένα τον παρείσακτο στη δική του ρουτίνα. Που αναστάτωσες τη διαχειρίσιμη μονοτονία της καθημερινότητας. Γίνεσαι ο άγριος που ήρθε να ξεβολέψει τα ήμερα. Να τους αρπάξει τη μπουκιά από το στόμα και τη θεσούλα που θεωρούσαν δεδομένη. Δίχως ποτέ να κάνουν τίποτε για να τη δικαιούνται. Ποιος άλλος έκανε από τους γύρω; Ποιος θα μπορούσε να κάνει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη;

Εδώ είσαι ο κύριος τάδε. Που έβγαλες στα νιάτα σου μια σχολή. Πήρες το χαρτί. Γύρισες πίσω, διορίστηκες, παντρεύτηκες, έκανες κουτσούβελα. Πας και έρχεσαι στη δουλειά για χρόνια. Ξέρεις, πιστεύεις πως ξέρεις, ότι φτάνει αυτό. Και θα έρθει η ώρα να ανέβεις στο επόμενο σκαλοπάτι δίχως να κουνήσεις το δαχτυλάκι σου. Φτάνει που είσαι ο παλιός. Ο έμπειρος. Κι ας αλλάζει ο κόσμος. Ας αλλάζουν οι απαιτήσεις.

Στο δικό μας μάλιστα επάγγελμα που έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Πάνε οι Ακαδημίες των δύο ετών. Που μισομόρφωναν αποφοίτους λυκείου. Τώρα πια τα πανεπιστήμια ετοιμάζουν τους δασκάλους. Πού να συγκριθούν οι φρέσκες γνώσεις των νέων παιδιών με τις σκωροφαγωμένες γνώσεις των παλιών;

Στην Αθήνα είχες τις δυνατότητες να μη μείνεις πίσω. Τη μετεκπαίδευση, τα πανεπιστήμια για δεύτερο πτυχίο, τα άπειρα σεμινάρια. Στην επαρχία τι έχεις; Τίποτα...

Τρόμαξα όταν είδα τον κατάλογο με τους υποψήφιους διευθυντές. Άνθρωποι, ευτυχώς όχι όλοι, χωρίς κανένα πρόσθετο προσόν. Μόνο με τα δυο χρονάκια της Ακαδημίας. Άντε και ένα σεμινάριο των 48 ωρών στους υπολογιστές. Και τα μόνα μόρια τα χρόνια υπηρεσίας και η προηγούμενη πείρα στην καρέκλα διευθυντή. Μπορείς έτσι να διευθύνεις ένα σύγχρονο σχολείο; Μπορείς να διοικήσεις νέους συναδέλφους; Να τους εποπτεύσεις, να τους καθοδηγήσεις; Μόνο με την πείρα; Και τα άσπρα σου μαλλιά;

Είδα τον κατάλογο και δαγκώθηκα. Κατάλαβα γιατί με κοίταξαν παράξενα όταν δήλωσα πως δε θα κάνω χαρτιά για διευθύντρια. Ποιος ξέρει τι να τους πέρασε από το μυαλό. Από το δικό μου το μόνο που πέρναγε ήταν ο έρωτας με την τάξη και τα βλέμματα των παιδιών. Αλλιώς χρόνια πριν θα κυνηγούσα καρέκλα διευθυντή.

Ήθελα και νόμιζα πάντα ότι το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να διδάσκω σε τάξη. Κι όχι να πρωτοκολλώ έγγραφα και να βγάζω ένσημα της καθαρίστριας. Μόνο που εδώ είναι επαρχία. Και δε σε ρωτούν τι θέλεις εσύ. Αναρωτιούνται μόνο πώς θα τα βγάλει πέρα η υπηρεσία με τις απαιτήσεις της Αθήνας. Και τα καινούρια για το νέο σχολείο, το ψηφιακό και ανοιχτό και το ευρωπαϊκό. Εδώ δε διαλέγεις. Σε διαλέγουν. Και στο λένε στα ίσα. Σε χρειαζόμαστε να αναλάβεις.

Να πεις όχι; Έχεις περιθώρια; Δεν έχεις.

Και μένεις να κοιτάς με ανείπωτη θλίψη τα ασπράδια των ματιών. Θέλεις τους φωνάξεις την αλήθεια σου. Πως είναι δικό τους το φταίξιμο, όχι δικό σου. Που τόσα χρόνια έμειναν να κυνηγούν λαγούς και να βράζουν στιφάδο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Έμειναν με τον ψωραλέο τίτλο των βασικών σπουδών. Και την εφημερίδα, Καρυωτάκη μου, στο χέρι....

Ούτε καν υπολογιστή να ανοίξουν δε νοιάστηκαν να μάθουν. Κρατιέται σήμερα ένα σχολείο με στυλό και χαρτί; Η τάξη ναι, κουτσά στραβά κρατιέται μόνο με κιμωλία και μαυροπίνακα. Η διοίκηση του σχολείου όχι. Έχει απαιτήσεις σήμερα το υπουργείο και η πολιτεία. Να πάρεις εγκυκλίους με e-mail, να στείλεις ηλεκτρονικά στοιχεία, να περάσεις το μητρώο στο «Έπαφος», να συντάξεις στο κομπιούτερ έγγραφα και ανακοινώσεις, να τηρήσεις δεδομένα σε excel και τόσα άλλα.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Η εκ των ων ουκ άνευ ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Τα πάνω κάτω έχουν έρθει και στη νομοθεσία. Πώς να σταθείς σε διοικητική θέση όταν δεν έχεις διαβάσει ούτε καν το βασικό νόμο για την εκπαίδευση; Ακούς 1566 και τον περνάς για τετραψήφιο αριθμό τηλεφώνου. Κι ας είναι ψηφισμένος από το 1985...

Μπορείς να διοικήσεις σχολική μονάδα δίχως να ξέρεις ούτε τα στοιχειώδη της εκπαιδευτικής νομοθεσίας; Εντάξει, δε λέω, καλή η προσπάθεια να πείσεις τους άλλους πως το σχολείο δεν είναι αστυνομία και δε χρειάζεται να τηρούμε νόμους. Και τα άλλα μπλα μπλα περί παιδαγωγικής ελευθερίας. Ποιος όμως από τους από πάνω θα δεχτεί τέτοιες απόψεις;

Κι αν δεν μπορείς ούτε καν στο κανονιστικό πλαίσιο να λειτουργήσεις, τι θα κάνεις με τα ζητήματα ουσίας; Πώς από θέση ευθύνης να εμπνεύσεις τους συναδέλφους για καινοτομίες που εσύ δεν έκανες ποτέ; Έρχονταν τόσα χρόνια στο σχολείο τα χαρτιά, για καινοτόμες δράσεις. Μα εσύ είχες να βγεις να κάνεις τσιγάρο και να ανταλλάξεις συνταγές μαγειρικής και όλα τα νέα της Μπερλίνας, ποιος παντρεύτηκε, ποιος απάτησε τη γυναίκα, ποιος έχτισε καινούριο σπίτι. Δε λέω, χρειαζούμενα κι αυτά, να ξέρεις τα «κοινωνικά» νέα. Ως ένα βαθμό τουλάχιστον, δε λέω τα κουτσομπολιά. Το σχολείο δεν είναι μόνο οι μαθητές. Και ειδικά στην επαρχία. Είναι το πνευμόνι της μικρής κοινωνίας. Μα αυτά δεν ενδιαφέρουν καθόλου την Αθήνα. Ειδικά την Αθήνα στον καιρό του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου. Και την Ελλάδα του Λομβέρδου. Με τους 1.000.000 υπαλλήλους που ταλαιπωρούν 9.000.000 πολίτες.

Τα ακούς όλα αυτά και τα θεωρείς κινέζικα. Τι ζητάνε σήμερα από το σχολείο να κάνει. Τα ακούω και αντιδρά ως και ο μυελός των οστών μου. Μα τουλάχιστον καταλαβαίνω τι λένε. Και δυστυχώς και γιατί το λένε...

Θα ήθελα λοιπόν να σου φωνάξω. Πως σε τέτοιο σχολείο ποτέ δε θα ήθελα άλλο ρόλο πέρα από του δασκάλου στην τάξη. Θα ήθελα να σου μιλήσω και για το Λιαντίνη. Η Αθήνα μου τον γνώρισε κι αυτόν. Την ώρα που σε σένα ζήτημα είναι αν έφτασε έστω και το όνομά του από τα τελεβίζια. Μα δε θα με καταλάβεις. Όπως δεν καταλαβαίνεις τη θλίψη στο βλέμμα μου. Γιατί ποτέ δε με κοίταξες στους τόσους μήνες στα μάτια. Κοίταγες μόνο τι φοράω. Τι αυτοκίνητο έχω. Αν είμαι παντρεμένη. Γιατί δεν είμαι παντρεμένη. Και τώρα, τώρα πια, δεν κοιτάς καν αυτά. Μόνο μου γυρίζεις τα ασπράδια των ματιών σου.

Κι εμένα γυρίζει. Το στομάχι μου. Ανακατεύομαι. Κι ας έβγαλες βιαστικά συμπέρασμα πως ίωση ήταν. Μια βδομάδα τώρα ανακατεύομαι. Δεν κρύωσα, δεν έφαγα κάτι που με πείραξε. Και άδικα πολεμάω με χαπάκια και κάψουλες. Άλλο είναι το γιατρικό, το γιατρικό μου, για τέτοια ανακατώματα. Τα μάτια των παιδιών. Θα καταλάβαινες αν σου έλεγα πως με σφάζει που πλέον θα τα βλέπω λιγότερο;

Θα καταλάβαινες αν τα είχες κοιτάξει έστω και μία φορά. Βαθιά και στα ίσια. Τότε θα μάθαινες να με κοιτάς και μένα στα μάτια. Να με διαβάζεις. Κι εσένα τον ίδιο. Στον καθρέφτη. Και άχρηστα θα ήταν όσα έγραψα. Θα ήξερες πως το φταίξιμο είναι δικό σου. Πως δεν ήρθα εγώ, η Αθηναία, να σου αρπάξω την καρέκλα.

Και το κυριότερο; Θα καθόσουν εσύ στην καρέκλα. Που εμένα με καίει και δεν τη θέλω. Ευχαριστημένος κι εσύ, ευχαριστημένη περισσότερο εγώ. Στην τάξη μου και στα παιδάκια μου.

Μονόδρομος λοιπόν η επιστροφή. Στον τόπο που αρνήθηκα, στον τόπο που ανήκω. Όταν και όποτε το επιτρέψουν οι νόμοι και οι συνθήκες. Ως τότε θα πληρώνω το τίμημα. Και το βαρύ το φόρο να βλέπω τα ασπράδια των ματιών. Ξέρω όμως από τώρα το στερνό αντίο. Περνώντας από Πρέβεζα. Και από το Μονολίθι. Μια μαύρη πέτρα πίσω μου. Κι ένα βότσαλο λευκό από την παραλία του ποιητή. Του Καρυωτάκη. Και στο ράδιο η πυροβολαρχία Πρεβέζης. Να γιαίνει τα τραύματα από τα δικά σου πυρά. Και από τα ασπράδια των ματιών σου...




ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια "ελλειπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ισως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΦΩΤΕΙΝΗ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος


Αριθμός μηνυμάτων : 265
Registration date : 13/01/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα ασπράδια   Κυρ Σεπ 11, 2011 4:07 am

Δανάη διακρίνω μέσα στις γραμμές του υπέροχου κειμένου σου – κατάθεση της όμορφης ψυχής σου - ότι αναγκαία προσγειώθηκες και αποφάσισες. Είμαι σίγουρη ότι θα καταφέρεις να συμφιλιώσεις νέα καθήκοντα και ασπράδια ματιών των παιδιών. Καλή επιτυχία και υπομονή. Η επιστροφή πάντα είναι στην αναμονή.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Τα ασπράδια   Κυρ Σεπ 11, 2011 5:42 am

Φωτεινή, θυμάσαι τι μου απάντησες. Εκτίμησα ότι είναι έτσι. Και άρα αναγκαίο. Να προσγειωθώ. Απόφαση οριστική δεν υφίσταται ακόμη. Κι ανέμων πνεόντων την Ηχώ προσκύνει. Και πνέουν λυσσασμένοι, Φωτεινή μου, οι άνεμοι. Οψόμεθα λοιπόν.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Τα ασπράδια
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ :: ΓΡΑΦΕΙΟ-
Μετάβαση σε: