ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Με τη φλογέρα του Δροσίνη και το νάι του Παπαδιαμάντη - Που έφυγαν κι οι δυο σαν σήμερα

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Με τη φλογέρα του Δροσίνη και το νάι του Παπαδιαμάντη - Που έφυγαν κι οι δυο σαν σήμερα   Δευ Ιαν 03, 2011 1:58 pm

Γεννήθηκαν με λίγα χρόνια διαφορά. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το 1851 και ο Γεώργιος Δροσίνης το 1859.

Ο ένας στη Σκιάθο, σε μια οικογένεια με 9 παιδιά και πατέρα παπά, και ο άλλος σε ένα αρχοντικό της Πλάκας και με καταγωγή από το Μεσολόγγι.

Ο ένας με τα γνωστά βιοποριστικά προβλήματα και ο άλλος γόνος καλής οικογένειας. Πέρασαν κι οι δυο από τη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Ο Παπαδιαμάντης δεν την τελείωσε ποτέ. Ο Δροσίνης πήρε και το πτυχίο της Νομικής και αργότερα σπούδασε ιστορία της Τέχνης στη Γερμανία.

Ο Παπαδιαμάντης στα εξήντα του μόλις χρόνια έφυγε. Τσακισμένος από τις κακουχίες. Στις 3 Γενάρη του 1911.

Σαράντα ακριβώς χρόνια μετά, την ίδια όμως μέρα, 3 Γενάρη του 1951, άφησε την τελευταία του πνοή και ο Δροσίνης.

Αφιερώνουμε στη μέρα τη σημερινή, στα εκατό χρόνια από το θάνατο του Παπαδιαμάντη και στα εξήντα από το θάνατο του Δροσίνη, το ακόλουθο κείμενο που αφορά και τους δύο:

Με τη φλογέρα του Δροσίνη και το νάι του Παπαδιαμάντη

Του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου


Τις προάλλες, όταν κάποιος φίλος μιλούσε για τον Παπαδιαμάντη σε προάστιο της Αθήνας, χρειάστηκε να κάμω χρέη αναγνώστη και να διαβάσω τον «Ξεπεσμένο δερβίση». Φρόντισα να αρθρώσω όσο καθαρότερα μπορούσα όλο το διήγημα, προπάντων όμως την περίφημη εκείνη παράγραφο, όπου ο λόγος του αφηγητή και η μουσική του ναγιού γίνονται εν, αδιαίρετο και σχεδόν ομοούσιο:

«Kατω εις το βάθος, εις τον λάκκον, εις το βάραθρον, ως κελάρυσμα ρύακος εις το ρεύμα, φωνή εκ βαθέων αναβαίνουσα, ως μύρον, ως άχνη, ως ατμός, θρήνος, πάθος, μελωδία, ανερχομένη επί πτίλων αύρας νυκτερινής, αιρομένη μετάρσιος, πραεία, μειλιχία, άδολος, ψίθυρος, λιγεία, αναρριχωμένη εις τας ριπάς, χορδίζουσα τους αέρας, χαιρετίζουσα το αχανές, ικετεύουσα το άπειρον, παιδική, άκακος, ελισσομένη, φωνή παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, λαχταρούντος την επάνοδον του έαρος».1

Kι ενώ προσπαθούσα, όχι να μην παραφωνήσω -φιλοδοξία ανέφικτη- αλλά απλώς να μην στραβώσω κάποια λέξη, ένιωθα να με ξαναπαίρνει το θυμωμένο παράπονο για εκείνους που, από γλωσσικό ζήλο και θεληματική κουφαμάρα, ατίμασαν αυτή τη φωνή, ισότιμη -τουλάχιστον- προς τη σολωμική

ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιγοθυμισμένος,

με τη βρισιά «χαβιαροσαλάτικα». Συνάμα ανησυχούσα μήπως το ανήκουστο στις μέρες μας νάι ενοχλήσει τους ακροατές, τους κάνει νευρικούς και ανυπόμονους, το μάτι μου ήταν στο κείμενο και το αυτί μου τεντωμένο ανίχνευε δύσηχους οιωνούς, τρίξιμο καρέκλας, σύρσιμο ποδιού, ψίθυρο βαργεστιμάρας.

Τίποτε δεν ακούστηκε παρεκτός από την μετάρσιον φωνήν του ναγιού και του Παπαδιαμάντη.

Kαθώς γυρίζαμε στη Χαλκίδα με τον φίλο ομιλητή, μερακλωμένοι ακόμα -εκείνος είναι και καλός ψάλτης- θυμήθηκα και τη «Φλογέρα του Μήτρου» του Δροσίνη. Περιπαθής αυλητής ο Μήτρος κι έμοιαζε όχι μόνο στον ξεπεσμένο δερβίση αλλά και στον βιολιτζή Φιλάρετο, τον «περιπαθή», επίσης, κατά τον Παπαδιαμάντη. Συμφωνήσαμε πως δεν έπρεπε, αφού μάλιστα πήγε αδικοσκοτωμένος, να μείνει εντελώς αμνημόνευτος τώρα, στα πενήντα χρόνια από τον θάνατο εκείνου που τον πρωτομνημόνεψε.

«Kαι ο νυκτοκόραξ εξήλθεν από της οπής του και η νυκτερίς ανεκίνησε τρέμουσα τα μεμβρανώδη πτερύγιά της και ο γκιώνης έκραξε γοερώς από της λεύκης, και των ποιμνίων οι κωδωνίσκοι εκωδώνισαν από των αγρών και, ως αν η τελευταία του ηλίου πνοή επεχύθη ως φύσημα ανέμου επί την γην, χλιαρόν τι ρεύμα ανεκίνησεν αίφνης βράχους και φύλλα. Εκείνη του ανέμου η πνοή εφύσησε προς ημάς ήχον υψίστης μελωδίας. Ουδέ άσμα πτηνού, ουδέ κελάρυσμα πηγής, ουδέ θρήνος παρθένου, ουδέ βαυκάλημα μητρός ο ήχος εκείνος ουδέν τούτων ήτο, και ταύτα πάντα περιείχεν εν εαυτώ.

»Ηρχιζεν από βαθέος υποτρέμοντος, κρυφού τινός παραπόνου, ως πρώτου δειλού αισθήματος αγάπης. Βαθμηδόν ενετείνετο, ανυψούτο και εξεδηλούτο εν ποικιλωδία λεπτοτάτων φθόγγων. Επηκολούθει τραχεία τις φράσις οργής, παρατεταμένος γογγυσμός, αληθής ολολυγμός πόνου, και έπειτα στροφαί θρηνώδους ελεγείου μονότονοι, αλλ' εν τη μονοτονία των έτι μάλλον περιπαθείς. Kατ' επανάληψιν ελέγετο το αυτό και πάντοτε το αυτό, όπως υπό των εχόντων σταθεράν τινά αιτίαν λύπης. Ποτέ Ηλιος θνήσκων δεν εθρηνήθη υπό θλιβεροτάτου ελεγείου, ποτέ Νυξ προβάλλουσα δεν υμνήθη υπό περιπαθεστέρας ωδής!

»-Είνε η φλογέρα του Μήτρου, είπεν ο οικοδεσπότης».2

Οταν πρωτοδιάβασα το αφήγημα του Δροσίνη ξεγελάστηκα. Πάει να μιμηθεί τον αμίμητο, σκέφτηκα. Αλλά, όπως αστόχησα με το «Μυρολόγι της φώκιας» απ' όπου κάποτε νόμιζα ότι είχαν γεννηθεί οι τελευταίοι στίχοι του «Πυροφανιού» του Δροσίνη.

στους βράχους ακονίζοντας τα νύχια

μια φώκια απαρηγόρητη θρηνεί,

έτσι και τώρα τα βιβλιογραφικά στοιχεία μου έδειξαν πως «Η φλογέρα του Μήτρου» λάλησε δέκα χρόνια νωρίτερα.3 Ο μείζων, λοιπόν ψωμίστηκε από τον ελάσσονα; Μπορεί ναι - «άσμα πτηνού», «κελάρυσμα πηγής», «θρήνος παρθένου» γράφει ο Δροσίνης και τα ξαναβρίσκεις στο παπαδιαμαντικό κείμενο) μπορεί όχι. Kαθόλου σπάνιες δεν είναι τέτοιας λογής συμπτώσεις. Ωστόσο, κι αν ακόμη αποδειχτεί πως ο Παπαδιαμάντης δεν δίστασε ν' απλώσει το χέρι του στο ξένο μεταλλείο, δες τι μάλαμα έκανε να βγει από τη σιδερένια φλογέρα του Μήτρου.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα μια συστηματική σύγκριση των δυο αποσπασμάτων - η παρευδοκίμηση της παπαδιαμαντικής μουσικής είναι αυταπόδεικτη. Απλώς παρατηρώ πως στην περικοπή του «ξεπεσμένου δερβίση» έχει ολοσχερώς εκλείψει το λογικό στοιχείο της γλώσσας, το ρήμα, αυτό ακριβώς όπου σκαλώνει ο ήχος του Δροσίνη. Στον Παπαδιαμάντη οι μετοχές κρατούν από το ρήμα μόνο την κίνησή του: αναβαίνουσα, ανερχομένη, αιρομένη, αναρριχωμένη, χορδίζουσα, χορεύουσα, ικετεύουσα, ελισσομένη. Στον Δροσίνη: ενετείνετο, ανυψούτο, εξεδηλούτο, επηκολούθει, ελέγετο - δεν είναι κακός ήχος, όμως του λείπει το λανάρισμα. Ηχος ωδείου, ενώ του άλλου έχει γίνει μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, άκρον άωτον.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γράφει τον Μάιο του 1901 στα Παναθήναια μια κριτική για το εκτενές πεζό του Δροσίνη «Το βοτάνι της Αγάπης», όπου λέγονται και αυτά: «Εν πρώτοις δεν θα ήτο γραμμένον εις την σχολαστικήν, την άκαμπτον και ξηράν ταύτην καθαρεύουσαν, την ψυχράν πλάκα του ύφους και της ενεργείας (...)».4

Η καθαρεύουσα του Δροσίνη δεν είναι παπαδιαμαντική, κι αυτό σημαίνει, θαρρώ, πως «Το βοτάνι της Αγάπης» θα έβγαινε κερδισμένο αν είχε γραφτεί στη δημοτική της «Ερσης». Ωστόσο, με οποιαδήποτε δημοτική η μουσική των δύο παραγράφων της φλογέρας θα ήταν τραύλισμα. Οσο για εκείνη του «Ξεπεσμένου δερβίση» - καλύτερα να μην το σκεφτόμαστε.

Ας μην παραλείψει το προσωπικό κάποιου νησιωτικού νοσοκομείου μας να περιλάβει στις αναγνώσεις του τις ιαματικές παραγράφους της «Φλογέρας του Μήτρου» και του «Ξεπεσμένου δερβίση».

Ηταν Οκτώβριος 1943, εποχή Kατοχής από τους Γερμανούς και βαριάς τρομοκρατίας. Ο Σικελιανός όμως ομίλησε, Λευκαδίτης ποιητής ο ίδιος για τον Λευκαδίτη ποιητή Βαλαωρίτη, φίλο της οικογενείας του, και με το φιλολογικό αυτό πρόσχημα βροντοφώνησε μηνύματα πατριωτικά, με αλλοτινή μορφή και με πολύ επίκαιρη ουσία. Συρρεύσαμε, Αθηναίοι και Πειραιώτες, νέοι και μη νέοι, άνδρες και γυναίκες, στον χώρο του Ωδείου του Ηρώδου του Αττικού, όχι δίχως επίγνωση του κινδύνου. Kαι η φωνή του ομιλητή, δίχως μικρόφωνο, στεντόρεια και ιερατική, δονούσε την ατμόσφαιρα έως τη ζωοφόρο του Παρθενώνος. Οι στοίχοι του Βαλαωρίτη, επιλεγμένοι εύστοχα, και απαγγελμένοι από τον Σικελιανό διάτορα, ήταν σαλπίσματα ελευθερίας, συνθήματα προς εξέγερση. Kαι το ακροατήριο συμμετείχε ολόψυχα, με κατάνυξη και με αγαλλίαση. Ηταν κάτι μικτό: πνευματική μυσταγωγία και αντιστασιακό προσκλητήριο.

______________________________________

ΠΗΓΗ ΑΡΘΡΟΥ http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_19/08/2001_5001310

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Με τη φλογέρα του Δροσίνη και το νάι του Παπαδιαμάντη - Που έφυγαν κι οι δυο σαν σήμερα   Δευ Ιαν 03, 2011 2:13 pm

Βρήκα το παραπάνω κείμενο για τη φλογέρα του Δροσίνη και το νάι του Παπαδιαμάντη κατόπιν που συνειδητοποίησα ότι οι δυο αυτοί άνθρωποι των γραμμάτων πέθαναν συμπτωματικά την ίδια μέρα, 3 Γενάρη, αν και με διαφορά βέβαια 40 χρόνων ο ένας από τον άλλο.

Γεννημένοι όμως πάνω κάτω την ίδια εποχή. Άρα και υπήρξαν σύγχρονοι. Και βέβαια και οι δύο κάτοικοι της ίδιας πόλης.

Τσιγκλίστηκα λοιπόν να μάθω για τους συνδετικούς τους κρίκους. Αν και εφόσον υπήρχαν...

Βρήκα λοιπόν αυτό το κείμενο και αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία σ' αυτό.

Θεωρώ όμως απαραίτητο να δημοσιεύσω και το Δερβίση του Παπαδιαμάντη για να γίνουν πιο κατανοητά όσα αναφέρονται στο κείμενο του Τριανταφυλλόπουλου:

Ο ΞΕΠΕΣΜΕΝΟΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ


Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Δύο, τρεις, πέντε, δέκα σταλαγμοί.

Όμοιοι με το μονότονον βήμα του αγρύπνου ναύτου φρουρού εις την κουβέρταν. Πλέει εις μαύρα πέλαγα και βλέπει ουρανόν και θάλασσαν αγρίως χορεύουσαν, και τυλιγμένος εις την καπόταν του διασχίζει ακαριαίως το σκότος με την εξανάπτουσαν και υποσβήνουσαν λαμπυρίδα του τσιγάρου του.

Οι πετεινοί δεν είχαν λαλήσει το τρίτον λάλημα. Ίσως είχαν τρομάξει από την βαθείαν, θρηνώδη φωνήν του σαλεπτσή, όστις είχεν αρχίσει το φθινόπωρον, νύκτα βαθιά, να κράζει. Ήτο ως κρωγμός αγνώστου ορνέου, το οποίον είχε χάσει τον αέρα του, και είχεν ενσκήψει μέσα εις την πόλιν, κι εζήτει αρπάγματα να σπαράξει.

— Ζεστό ! Βράζει ! …

Έβραζεν, έβραζε, η νύκτα βαθιά. Ζεστόν το σαλέπι, πολύ ζεστότερον το στρώμα. Μόνον η φωνή του σαλεπτσή ετρόμαζε τους πετεινούς.

Είχε βρέξει ολίγον, είτα ηθρίασε. Σταλαγμοί, σταλαγμοί έπεφταν αργά-αργά, από την υδρορρόην εντός της αυλής.

— Έ ! και πού, σ’ αυτόν τον κόσμο;

Η επιφώνησις ηκούσθη εις το σκότος από το στόμα του σαλεπτσή.

Το παράθυρον έτριξε, κρακ ! από το χαμηλόν δωμάτιον το βλέπον προς τον δρόμον. Άνθρωπος προέκυψε τυλιγμένος με σάλι. Έτεινε μέγαν κύαθον προς τον σαλεπτσήν, αλλ’ ούτος ηργοπόρει.

Ο άνθρωπος έκυψε να ιδεί.

Υψηλή μορφή, με λευκόν σαρίκι, με μαύρην χλαίναν και χιτώνα χρωματιστόν, είχε σταθεί ενώπιον του σαλεπτσή.
— Πού, σ’ αυτόν τον κόσμο ;
— Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.
— Άσκ ολσούν … υπεψιθύρισεν ο σαλεπτσής.

Δεν είχε γνωρίσει τον άνθρωπον, αλλά το ένδυμα. Κάθε άλλος θα τον εξελάμβανε ως φάντασμα. Αλλ’ αυτός δεν επτοήθη. Ήτο απ’ εκείνα τα χώματα.

Είχεν αναφανεί. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν; Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος;

Ήτον Δερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιμάμης; Ήτον ουλεμάς, διαβασμένος; Υψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του.

Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί; Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.

Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.

Ήτον λοταρτζής κι εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς την ημέραν. Τι να τας κάμει; Τους έβαλλε γιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, με ομικρόν και με ωμέγα.

Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο Δερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ήσαν κι αυτοί. Του είπαν να τραγουδήσει. Ετραγούδησε. Του είπαν να παίξει το νάι. Έπαιξε.

Δεν τους ήρεσε. Ώ, αυτός δεν ήτον αμανές.

Δεν ήτον, όπως τον ήξευραν αυτοί. Αλλ’ ο Δερβίσης τους έλεγε τον καθ’ αυτό αμανέν.

Επανήλθεν εις το καφενείον. Το καφενείον αντικρύ του Θησείου. Η ταβέρνα δίπλα εις το καφενείον. Και τα δύο αντικρύ του παλαιού σταθμού Α. Π. Παραπέρα από το καφενείον, η σήραγξ εσκάπτετο, είχε σκαφεί. Φθινόπωρον της χρονιάς εκείνης.

Ο Δερβίσης εκάθητο εκεί κι έπινε μαστίχαν, όποιος τον εκερνούσε. Με το σαρίκι του, με τα κατσαρά ψαρά γένεια του, με το τσιμπούκι του. Άνω των 50 ετών ηλικίας.

Εκεί διενυκτέρευεν από ημερών. Άστεγος, ανέστιος, φερέοικος. Το μικρόν καφενείον είχε την άδειαν να μένει ανοικτόν όλην την νύκτα.

Ήρχοντο από τους τζόγους, από τα θέατρα, θαμώνες. Ήρχοντο από το λαχανοπάζαρον. Έπιναν ρούμι και φασκόμηλον.

Ο Δερβίσης έπαιζε κάποτε το νάι. Ο κλήτωρ ο αστυνομικός διεσκέδαζεν. Αγαπούσε ν’ ακούει.

Καλός άνθρωπος. Προ ετών, όταν πρωτοδιωρίσθη, ήτον γεμάτος ζήλον.

Άμα είδε καυγάν, έτρεξεν αμέσως να τους χωρίσει. Εις παλαιός συνάδελφός του τον ώκτειρεν.

— Όταν βλέπεις καυγά, να τρέχεις από το πλαγινό σοκάκι, ν’ αργοπορείς, ως που να περάσει η φούρια, και τότε να παρουσιάζεσαι.

Και άλλην συμβουλήν του έδωκε :

— Στον καυγά, πάντοτε να βλέπεις ποιος είναι δυνατώτερος και να φυλάγεσαι. Να μαλώνεις τον πιο αδύνατον, να του τραβάς κι ένα χαστούκι, και να επαναφέρεις την τάξιν. Έτσι θα βγαίνεις λάδι.

Και ακόμη :

— Κάθε καινούργιος ανώτερος που διορίζεται την πρώτη μέρα είναι γεμάτος αυστηρότητα. Το κάνει για να τους πάρει τον αέρα. Την δεύτερη μέρα κρυώνει, και την τρίτη μέρα παραδίνεται. Εσύ να συμμορφώνεσαι σύμφωνα με τον προϊστάμενον, και να παραπανίζεις μάλιστα, αυτές τες τρεις μέρες.

Πολύτιμοι υποθήκαι.
Τας ημέρας εκείνας είχε διορισθεί νέος αστυνόμος.

Διά να δείξει τον ζήλον του, διέταξε να κλείσει το καφενείον, την νύκτα εκείνην.

Αύριον ή μεθαύριον θα επέτρεπε πάλιν να μένει ανοικτόν. Αλλ’ η νυξ εκείνη είχε πέσει εις τον λαχνόν, ήτο πεπρωμένη νυξ.

Ο καλός κλήτωρ, ενθυμείτο τας συμβουλάς του συναδέλφου του. Ανάγκη να βιάσει τον καφετζήν να κλείσει. Δεν επετράπη εις τον βοηθόν να μείνει εντός, διά να μη σηκωθεί και ανοίξει εις όσους ήτο πιθανόν να έλθουν να κρούσωσι την θύραν. Δεν επετράπη εις τον Δερβίσην, τον ανέστιον, τον πλάνητα, να μείνει, επί τη προφάσει ότι έπαιζε το νάι, κι εμάζωνε κόσμον, και δεν άφηνε τους γείτονας να κοιμηθούν. Ο Δερβίσης με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του, επήρε το τσιμπούκι του, το νάι του, κ’ έφυγε.

Πού να υπάγει;

Έκαμεν ολίγα βήματα ασκόπως, πέριξ του καφενείου.

Παρέκει ήτο η σήραγξ. Εσκάπτετο, ήτο σκαμμένη.

Έκαμνε ψύχραν, νυκτερινόν απόγειον. Μία μετά τα μεσάνυκτα.

Ο κλήτωρ ο σκοπός περιεφέρετο υποκάτω εις το κιόσκι, το τσιγκοσκεπές, των εκεί μαγαζείων.

Ο Δερβίσης ο πλάνης κατήλθεν εις το βάθος της σήραγγος. Ίσως ήλπιζε να εύρει περισσότερον απάγκειο εκεί.

Εκάθισεν, ακούμβησεν.

Εσκέπτετο το άστατον των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ. Χαρά σ’ εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει, τον κόσμον αυτόν.

Παρήλθεν ώρα. Ο κλήτωρ, όστις επεριπάτει εκεί τριγύρω, εσκέπτετο τι να είχε γίνει ο Δερβίσης, τον οποίον είχεν ιδεί να καταβαίνη εις την σήραγγα.

Πού να είναι;

Εις την ερώτησιν αυτήν την άφωνον απήντησε φωνή, ήχος, μέλος γλυκύ.

Ο ξένος μουσουλμάνος είχε παγώσει εκεί όπου εκάθητο κι ενύσταζε. Διά να ζεσταθεί, έβγαλε το νάι του και ήρχισε να παίζει τον τυχόντα ήχον, όστις του ήλθε κατ’ επιφοράν εις την μνήμην.

Νάι, νάι, γλυκύ.

Νάζι — κατά έν ζήτα ελαττούται.

Αύρα, ουρανός, άσμα γλυκερόν, μελιχρόν, αβρόν, μεθυστικόν.

Νάι, νάι.

Κατά δύο κοκκίδας, διαφέρει διά να είναι το Ναι, οπού είπεν ο Χριστός.

Το Ναι το ήμερον, το ταπεινόν, το πράον, το Ναι το φιλάνθρωπον.

Κάτω εις το βάθος, εις τον λάκκον, εις το βάραθρον, ως κελάρυσμα ρύακος εις το ρεύμα, φωνή εκ βαθέων αναβαίνουσα, ως μύρον, ως άχνη, ως ατμός, θρήνος, πάθος, μελωδία, ανερχομένη επί πτίλων αύρας νυκτερινής, αιρομένη μετάρσιος, πραεία, μειλιχία, άδολος, ψίθυρος, λιγεία, αναρριχωμένη εις τας ριπάς, χορδίζουσα τους αέρας, χαιρετίζουσα το αχανές, ικετεύουσα το άπειρον, παιδική, άκακος, ελισσομένη, φωνή παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, λαχταρούντος την επάνοδον του έαρος.

Τα βαρέα τείχη και οι ογκώδεις κίονες του Θησείου, η στέγη η μεγαλοβριθής, δεν εξεπλάγησαν προς την φωνήν, προς το μέλος εκείνο. Την ενθυμούντο, την ανεγνώριζον. Και άλλοτε την είχον ακούσει. Και εις τους αιώνας της δουλείας και εις τους χρόνους της ακμής.

Η μουσική εκείνη δεν ήτο τόσον βάρβαρος, όσον υποτίθεται ότι είναι τα ασιατικά φύλα. Είχε στενήν συγγένειαν με τας αρχαίας αρμονίας, τας φρυγιστί και λυδιστί.

Έφυγαν αι βαθείαι ώραι, και νυξ ήτο ακόμη, πεπρωμένη νυξ.

Ακόμη ήπλωνεν αύτη τα σκότη της, και ο σαλεπτσής έκρωζε διά να πωλήσει το εμπόρευμά του, και οι πετεινοί εζάρωναν εις τον ορνιθώνα. Το μικρόν παράθυρον έτριζε, και ο σαλεπτσής εξηκολούθει τουρκιστί τον διάλογόν του με τον Δερβίση, τον άστεγον, τον υπερόριον.

Προ ώρας ήδη είχε σιγήσει το άσμα το μυστηριώδες και μελιχρόν, το νάι είχε πέσει από την χείρα. Ο ουρανός, συννεφώδης, είχεν αρχίσει να βρέχει, έβρεξεν επ’ ολίγα λεπτά, είτα έπαυσεν. Ο κλήτωρ είχε γίνει άφαντος. Αιμωδιασμένος, βρεγμένος, κρυωμένος, ο Δερβίσης ανέβη εις τον επάνω κόσμον.

Επήρεν ένα δρομίσκον, κατέμπροσθεν του ιερού βήματος των Αγίων Ασωμάτων. Δρομίσκον τον οποίον η σεβαστή επιτροπή είχεν ονοματίσει, δηλαδή είχε γράψει επί πινακίδος ότι είναι οδός Λεπενιώτου.

Ο ίδιος ο Λεπενιώτης ο λεοντόκαρδος, όσον και αν έτρεφε φιλέκδικον πάθος διά τον φόνον του μεγάλου ήρωος, του αδελφού του, ανίσως το πνεύμα του περιεφοίτα εκεί, και ηδύνατο να ίδει τον άμοιρον Δερβίσην, διωγμένον, εξωρισμένον, ανέστιον, ριγούντα ανά την στενωπόν, έρποντα αναμέσον δύο σειρών παλαιών οικίσκων, θα τον εσπλαγχνίζετο.

Και ο σαλεπτσής τον ελυπήθη, και αντί πενταλέπτου του έδωκε να πίει σαλέπι διπλούν, μισό κουλούρι να βουτήξει, και άφησε τον γείτονα με το σάλι, τον σηκωθέντα προ μικρού από την ζεστήν κλίνην, να κρυώνει περιμένων εις το μικρόν παράθυρον.

— Έλα, σαλεπτσή, που να πάρει …

— Μπου ντουνιά …

Την πρωίαν εκείνην έπιεν ο Δερβίσης σαλέπι, έφαγε και κουλούρι. Όλην την ημέραν τον έπαιρνε ο ύπνος όπου ετύχαινε να καθίσει.

Τας άλλας ημέρας, εξενυχτούσεν ακόμη εις το ολονύκτιον καφενείον, διά το οποίον είχε περάσει η πεπρωμένη νυξ. Έπινε μαστίχαν κι εκάπνιζε το τσιμπούκι του. Πότε-πότε έπαιζεν ακόμη το νάι.

Ύστερον, μετ’ ολίγας ημέρας, έγινεν άφαντος και δεν τον είδε πλέον κανείς. Ζει, απέθανε, περιπλανάται εις άλλα μέρη, ανεκλήθη από της εξορίας, επανέκαμψεν εις τον τόπον του;

Κανείς δεν ηξεύρει.

Ίσως την ώραν ταύτην ν’ ανέκτησε την εύνοιαν του ισχυρού Παδισάχ, ίσως να είναι μέγας και πολύς μεταξύ των Ουλεμάδων της Σταμπούλ, ίσως να διαπρέπει ως ιμάμης εις κανέν εξακουστόν τζαμίον.

Ίσως να είναι ευνοούμενος του Χαλίφη, αρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης.

Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.

(1896)


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Με τη φλογέρα του Δροσίνη και το νάι του Παπαδιαμάντη - Που έφυγαν κι οι δυο σαν σήμερα   Δευ Ιαν 03, 2011 2:35 pm

Τη φλογέρα του Μήτρου δεν μπόρεσα να την εντοπίσω...

Ας ακούσουμε τουλάχιστον την Ανθισμένη Αμυγδαλιά, ό,τι περισσότερο αγάπησαν οι άνθρωποι από το έργο του Δροσίνη:


Από τους τροβαδούρους των Ιωαννίνων...

Λέω πως αν σήμερα ζούσε εκείνος ο ξεπεσμένος Δερβίσης μπορεί να συμπεριλάμβανε στο ρεπερτόριό του και τη μυγδαλίτσα του Δροσίνη...

Και πως κατά κάποιον τρόπο το διήγημα του Παπαδιαμάντη αποτελεί τον αντίποδα της ανθισμένης αμυγδαλιάς του Δροσίνη μα και τα δύο μαζί είναι οι δυο όψεις του αυτού νομίσματος...

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Με τη φλογέρα του Δροσίνη και το νάι του Παπαδιαμάντη - Που έφυγαν κι οι δυο σαν σήμερα
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ :: ΤΕΧΝΕΣ-
Μετάβαση σε: