ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ   Τετ Νοε 24, 2010 12:22 pm


Ο καημός της θάλασσας



Ποτέ δεν είδα τόσο θυμωμένη θάλασσα στη ζωή μου. Και να πεις πως δεν ξέρω από θάλασσες; Να μην το πεις. Γιατί μπορεί να πέρασαν πολλά χρόνια από τότε αλλά κάποτε ήμουνα ναυτικός. Ταξίδευα με τα καράβια και μάλιστα σε θάλασσες μακρινές και στους μεγάλους ωκεανούς της Γης. Μα τέτοιο κύμα, σας ορκίζομαι, δεν είδα ούτε καταμεσής στον ωκεανό! Σαν το κύμα που μαστίγωνε χτες το απομεσήμερο την Πάργα, τη μικρή, γραφική πολιτεία στις ακτές της μάνας Ήπειρος.

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που είχα ξαναεπισκεφθεί την Πάργα. Ποτέ όμως τέτοια εποχή. Πάντα πηγαίναμε εκεί καλοκαίρι, να κάνουμε τα μπάνια μας στα πανέμορφα σμαραγδένια νερά της. ΓιΆ αυτό η χτεσινή εικόνα ήταν έκπληξη. Δεν το περίμενα τέτοιο θέαμα και τέτοια κοσμοχαλασιά.


Στην αρχή το διασκέδασα. Και το βρήκα ευκαιρία να τραβήξω φωτογραφίες. Μου αρέσει να φωτογραφίζω. Κι έπειτα να ανεβάζω τις φωτογραφίες στο διαδίκτυο και να μοιράζομαι με τους ανθρώπους σε κάθε γωνιά της Γης όσα είδε ο φακός της μηχανής μου...

Κάποια στιγμή όμως άρχισα να εκνευρίζομαι. Γιατί όλος αυτός ο χαμός δε με άφηνε να κάνω τη βόλτα μου και με ανάγκαζε κάθε τρεις και λίγο να τρέχω να κρυφτώ για να μη με πάρουν τα ... σκάγια!


- Καλέ, ούτε στα καράβια δε μου έκανες τέτοια! γύρισα αγανακτισμένη και της είπα.

Της θάλασσας είπα. Και μη σας φανεί καθόλου παράξενο αλλά όλοι οι ναυτικοί μιλάνε με τη θάλασσα. Ίσως που ταξιδεύουν βδομάδες και βδομάδες δίχως να πατήσουν στεριά; Ίσως που την αγαπούν πολύ; Τι να σας πω; Το σίγουρο είναι πως κουβεντιάζουν με τη θάλασσα. Ναι! Κουβεντιάζουν. Της μιλάνε δηλαδή, αλλά τους μιλάει κι εκείνη.

Μη με ρωτήσετε σε ποια γλώσσα... Όταν αγαπάς κάποιον τόσο πολύ, όσοι οι ναυτικοί τη θάλασσα, δε χρειάζεσαι καμιά γλώσσα ανθρώπινη. Μόνο την καρδιά σου!

Εκείνη όμως χτες, η θάλασσα, δε μου απάντησε. Μόνο ο ρόγχος της ακουγόταν, βαθύς και παραπονεμένος. Και μόλις έσκαγα μύτη κι έκανα να την πλησιάσω, να βγάλω φωτογραφία, ο ρόγχος δυνάμωνε.

- Α, εσύ κάτι έχεις! Δεν μπορεί, διαμαρτυρήθηκα.


Πλαφ! Ήρθε η απάντηση! Ένα κύμα, θεόρατο, μεγαλύτερο από όλα τα άλλα, καβάλησε το μικρό πεζούλι και όρμησε κατά πάνω μου!

Όπισθεν ολοταχώς και πάλι. Να γλιτώσω το «μπάνιο» και το δικό μου και κυρίως της κάμερας.

Πεισμωμένη χώθηκα στα στενά της πόλης αλλά κι εκεί η θάλασσα με κυνηγούσε. Κάτω από τις μικρές σχάρες των δρόμων φούσκωνε και ξεφούσκωνε θαλασσινό νερό.

- «Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό», μουρμούρισα τον αγαπημένο στίχο του λατρεμένου Νίκου Καββαδία. Μην και μου μαρτυρήσει επιτέλους τι τρέχει. Γιατί κάτι τρέχει!

Ναι, το καταλάβαινα πια. Πως κάποιο μήνυμα ήθελε η θάλασσα να μου στείλει. Κι ένα μεγάλο γινάτι μου κρατούσε...

Βρήκα στο τέλος ένα απάγκιο κάτω από το κάστρο. Να με φτάσει εκεί το κύμα της, αδύνατον. Και τότε φώναξα δυνατά στο αφρισμένο πέλαγος:

- ¶ντε, λοιπόν! Μολόγα τι σου έκαμα! Και μη με βασανίζεις άλλο!

Ένα περίεργο σύριγμα, ένας απόκοσμος αντίλαλος, αντιβούιξε...

- ¶ντε, λοιπόν! Μολόγα τι μου έκαμες! Και μη με βασανίζεις άλλο!

- Εγώ; Τι λες, κυρά μου; Τι είναι αυτά που λες; Εγώ που σε λατρεύω και δεν κάνω στιγμή μακριά σου; Εγώ σου έκαμα και μάλιστα σε βασάνισα;

Κείνη την ώρα ξαφνιασμένη πρόσεξα μια πινακίδα πάνω απΆ το κεφάλι μου. Μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα έτοιμη να πέσει. Κάτι έγραφε, μα καθαρά δε φαινόταν. Ξηλωμένα τα περισσότερα γράμματα. Όχι όλα... Και το παράξενο ήταν που όσα είχαν γλιτώσει, βρεγμένα από την επιδρομή της θάλασσας, φάνταζαν φρεσκοβαμμένα!

κ – α – ν – α – ρ – η...



- Τι ανορθόγραφο κανάρη είναι αυτό; μονολόγησα.

Πλαφ! η καινούρια απάντηση! Τρέξιμο ξανά εγώ!

- Αααααααα! Δε σου άρεσε που μου βγήκε η δασκάλα; της φώναξα. Με είχες συνηθίσει ναυτικό, ε; Να σε ταξιδεύω και να σε τραγουδάω. Τι να σου κάμω; Τώρα πια είμαι δασκάλα... Και το κανάρη δε γράφεται με ήτα αν θες να ξέρεις! Όλα τα ουδέτερα σε –ι γράφονται με γιώτα! Εξαιρούνται το βράδυ, το δίχτυ, το δάκρυ...

Πλαφ! και πάλι. Κι όχι μόνο κόπηκε το «μάθημα» γραμματικής στη μέση αλλά κατάφερα να κάνω λούτσα και τα μπατζάκια μου!

- Πάταξον μεν, άκουσον δε! Θεμιστοκλής! της είπα περιπαιχτικά. Και της κούνησα και το δάχτυλο δασκαλίστικα.

- Μπα! ξέρεις και το Θεμιστοκλή; τρομάρα στα μπατζάκια σου...

Αναπήδησα. Ποιος μίλησε; Κανείς τριγύρω! Σιγά μην κυκλοφορούσαν με τέτοια θεομηνία κι άλλοι τρελοί στην παραλία. Κάποιος όμως είχε μιλήσει. Δεν μπορεί. Το άκουσα. Και με λαλίτσα που είχα χρόνια να ακούσω. Μα τη γνώριζα καλά...

Η θάλασσα! Ποιος να ξεχάσει τη φωνή της; ¶παξ και την «ακούσεις» δεν την ξεχνάς ποτέ!

- Ναι, βρε! αποκρίθηκα όταν κατάφερα να συνέρθω. Τον ξέρω πια και το Θεμιστοκλή και το «πάταξον» ξέρω, που έστειλε τον Ευρυβιάδη «αδιάβαστο» και τον Ξέρξη στον αγύριστο. Και για τους άλλους τους μουρλούς ξέρω, που παραξήγησαν «τα ξύλινα τείχη» της Πυθίας και πιάσαν και στήσαν ξύλινο φράχτη στην Ακρόπολη. Ο Θεμιστοκλής, κυρά μου, αυτός τους έσωσε και έσωσε και την Ελλάδα ολόκληρη. Με τα καράβια!  Ο Θεμιστοκλής! Αυτός ο έξυπνος και ο θαλασσομάχος. Ο νέος Οδυσσέας. Με ξύλινο άλογο μπήκε ο ένας στην Τροία; Με ξύλινα "άλογα" καταβούλιαξε κι αυτός τις μαούνες του Ξέρξη στη Σαλαμίνα! Με στρατήγημα ο Οδυσσέας; Με στρατήγημα κι ο Θεμιστοκλής. Πάντα με στρατηγήματα μεγαλούργησαν οι έλληνες, που 'λεγε κι ο Λιαντίνης. Όσο για τα μπατζάκια μου, καμιά τρομάρα. Μόνο νεράκια απΆ τα χεράκια σου! Ας είνΆ καλά το γινάτι σου. Που σε ρωτάω τόση ώρα και άλλη απάντηση δεν ξέρεις παρά «πλαφ» και ξανά «πλαφ»! Ορίστε, λοιπόν! έβγαλα φωνή μεγάλη, κι έτρεξα καταπάνω της. Βγάλε όλο το άχτι σου! Αφάνισέ με μες στο νερό σου τ' αλμυρό και λατρεμένο!

Και τότε – δε θα το πιστέψετε – το κύμα γύρισε πίσω. Κι έμεινα εκεί στην άκρη, πιασμένη στην κουπαστή. Και γύρω τριγύρω κρέμοντας μικρά διαμαντάκια. Χιλιάδες διαμαντάκια...

- Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό! κάλμαρα κι εγώ. Να νιώσω πάλι την αρμύρα σου. Και να γευτώ όλα τα μυστικά σου!

Κι έτοιμη ήμουν να το κάμω, όταν...  δυο πιτσιρίκια σκάσαν μύτη. Ξεθάρρεψαν φαίνεται με την απρόσμενη μπουνάτσα και τρέξαν και κείνα στο μαύρο κιγκλίδωμα.

- Για δες, είπε το ένα. Τα δάκρυα της θάλασσας! Ο παππούς μου λέει πως η θάλασσα είναι φτιαγμένη από δάκρυα ! ΓιΆ αυτό είναι αλμυρή! Να, δοκίμασε, είπε στο άλλο. Και του έδειξε τα «διαμαντάκια». Ίδια με τα δάκρυα δεν είναι;

- Ε, παιδιά, τα χαιρέτησα. Τι τάξη πάτε;

- Τετάρτη! απάντησαν με μια φωνή.

- Αφού πάτε Τετάρτη θα ξέρετε και πώς γράφονται τα δάκρυα.

- Ου, αμέ. Σήμερα αυτό μάθαμε. «Όλα τα ουδέτερα ουσιαστικά που τελειώνουν σε –ι γράφονται με γιώτα. Εξαιρούνται το βράδυ, το δάκρυ, το δίχτυ, το δόρυ, το στάχυ και το οξύ! Αυτά γράφονται με ύψιλον!

- Χμ, αυτά λέει η κυρα – Γραμματική. Η κυρα – Θάλασσα όμως έχει άλλη γνώμη. Και τους έδειξα στην παλιά μαρκίζα τη θαλασσοβρεγμένη επιγραφή και το κ – α – ν – α – ρ – η με το ήτα!

- Κι εμένα, κυρία! είπε το ένα. Κι εμένα έτσι με γράφουν. Κανάρη!

- Κανάρη; Τι κανάρη;

- Με λένε Κανάρη! ξαναείπε ο μπόμπιρας. Κωνσταντίνο Κανάρη!

- Κωνσταντίνο Κανάρη; απόρεσα. Ξέρεις ποιος ήταν ο Κωνσταντίνος Κανάρης;

- Ναι, κυρία. Ο μεγάλος μπουρλοτιέρης. Που έβαζε φωτιά με τα μπουρλότα του στα τούρκικα καράβια. Αυτός που έκαψε και τη ναυαρχίδα του Καρά – Αλή στη Χίο.

Και δίνει μια και πηδάει πάνω στο πεζουλάκι, κορδώνεται, το δυο πιθαμές ανθρωπάκι, κι αρχίζει με στόμφο να απαγγέλει:

Όλη η βουλή των προεστών στο μόλο συναγμένη
είπε πως όξω στη στεριά τους Τούρκους θα προσμένει.
Τότε έβγαλα το φέσι
και να μιλήσω θάρρεψα προβάλλοντας στη μέση:

«Τίποτα, αρχόντοι, δε φελά, μονάχα το καράβι!»
Σα μ' άκουσε ένα απ' τα τρανά καλπάκια μας, ανάβει
και το φαρμάκι χύνει:
«Ποιος είναι αυτός, και πώς τον λεν, που συμβουλές μας δίνει;»

Να τα Ψαρά πώς χάθηκαν. Κι εγώ φωτιά στο χέρι
πήρα, και πέρα τράβηξα κατά της Χιος τα μέρη,
κι είπα από κει – δε βάσταξα – με χείλια πικραμένα:
«Να πώς με λεν εμένα!»



- Κωνσταντίνος Κανάρης! απόσωσε ο απίθανος πιτσιρικάς και έκανε μια βαθιά υπόκλιση.

Και με αποτέλειωσε συνεχίζοντας με τούτα τα λόγια:

- Όλος ο κόσμος, κυρία, νομίζει πως ο Κανάρης είναι από τα Ψαρά. Ακόμη και οι δάσκαλοι. Έτσι λένε στα παιδάκια. Μα τους λένε ψέματα! Ο Κανάρης γεννήθηκε εδώ, στην Πάργα. Κι εδώ μεγάλωσε. Μέχρι τα δεκαπέντε του. Μετά οι Τούρκοι πήραν την Πάργα και οι παππούδες μας σκόρπισαν σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Και μόνο σαν ήρθε η λευτεριά στην Ήπειρο, κατάφεραν οι Παργινοί να γυρίσουν πίσω, στην πατρίδα. Έτσι λέει ο παππούς μου!

- Ο Κανάρης ήταν από την Πάργα; βρήκα τη δύναμη να ψελλίσω. Από τα δικά μας μέρη ήταν ο ναύαρχος Κανάρης; Ο φόβος και ο τρόμος των θαλασσών και των Τούρκων;

- Ναι, κυρία. Αφού κάθε καλοκαίρι γιορτάζουμε και τα Κανάρεια! Το Δεκαπενταύγουστο!


Ένα νέο απρόσμενο «πλαααααφ» με έκανε να συνέρθω. Τα πιτσιρίκια άφαντα! Πρόλαβαν κι έφυγαν; Πότε;

Μούσκεμα πια κι όχι μόνο στα μπατζάκια γύρισα προς τη θάλασσα με σκυμμένο κεφάλι...

- Μέγα το της θαλάσσης κράτος! παραδέχτηκα ντροπιασμένη. Που τόσα χρόνια Ψαριανό τον έλεγα κι εγώ τον Κανάρη. Και τον έλεγα και τον δίδασκα. Και τι φταίω κιόλας; Έτσι δε μου τον δίδαξαν κι εμένα; Ψαριανό δε μου τον είπαν και οι δάσκαλοί μου και τα βιβλία; Πού να το φανταστώ πως ο Κανάρης ήταν από την Πάργα;

Ούτε που κατάλαβα πως έβαλε βροχή. Και τι βροχή! Μπόρα! Εξάλλου ο μουσκεμένος τη βροχή δεν τη φοβάται. Κι έτσι, με τον ουρανό να κλαίει κι ένα να γίνονται και τα δικά του δάκρυα και τα δικά μου και ο καημός της θάλασσας ένα, άφησα την Πάργα... Και πήρα μαζί μου τον Κανάρη. Με ήτα. Γιατί δεν είναι ουδέτερο. Ουδέτεροι πρέπει να είμαστε εμείς όταν εξετάζουμε ιστορικά θέματα. Και να λέμε όλη την αλήθεια, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Κι όχι να κάνουμε τον Κανάρη Ψαριανό με το "έτζι θέλω"...

Μα πού να το φανταστώ, ξαναλέω. Πως δεν ήσουν Ψαριανός, Κανάρη μου; Ή, έστω, πως ήσουν ένας Ψαριανός από την Πάργα;

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε
πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες
τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες
χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες
στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ   Παρ Νοε 11, 2016 1:27 pm

πάνε όλες οι φωτογραφίες ... τις κατάπιε το σύστημα...

θα προσπαθήσω να ανεβάσω μερικές και ας μην είναι στη σωστή σειρά, πάντως είναι από εκείνη τη μέρα!

[img][/img]

[img][/img]

[img][/img]

[img][/img]


[img][/img]





_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ :: ΓΡΑΦΕΙΟ-
Μετάβαση σε: