ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 ΧΩΜΑΤΕΝΙΑ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: ΧΩΜΑΤΕΝΙΑ   Τετ Σεπ 08, 2010 12:20 pm

Ήταν εκεί και με περίμενε. Η Χωματένια.

Βγαλμένη από τα όνειρα. Και τα παραμύθια.


Πλάι στο κύμα. Να κοιμάται ή να κυμάται; Συ είπας...

Απρόσμενη συντροφιά σε μια μέρα φορτωμένη μνήμες του χώματος.

Απ' τη γιαγιά που δε γνώρισα. Η μέρα της σήμερα. Που χάθηκε για πάντα. Της Μίχλας...

Και ταραγμένη από όσα το αύριο θα φέρει. Από το χώμα. Κυριολεκτικά.

Δύο αυτοί τη φορά. Παππούδες. Αύριο η μέρα τους. Να σμίξουν και πάλι. Να σμίξουμε.

Όπως το έθιμο θέλει. Εφτά χρόνια για τον παππού. Πέντε για τη γιαγιά. Και Πέμπτη.

Πάντα Πέμπτη. Έτσι θέλει το έθιμο. Να τους βγάζουμε Πέμπτη.

Ο τελευταίος σταθμός στο μεγάλο ταξίδι. Το χωρίς γυρισμό.

Η μέρα που το χώμα της πατρικής γης θα επιστρέψει πίσω τους αγαπημένους. Οστά γεγυμνωμένα.

Αντέχεις;

Θες δε θες. Θα αντέξεις.

Με νερό και κρασί. Ένα ένα θα πλυθούν τα οστά τους.

Έβλεπα σήμερα ένα βρέφος. Ένα αγγελάκι. Τι είναι ο άνθρωπος; Τι είναι η ζωή;

Κι έπειτα, το απόγευμα, σαν πήγα στη θάλασσα να μαζέψω δύναμη, βρήκα τη Χωματένια. Απίστευτο!


Ποιος την άφησε εκεί; Ποιος τη σκάλισε πάνω στην άμμο;

Τη φωτογράφισα για να μη πιστέψω μετά πως τη φαντάστηκα. Ναι, ήταν πραγματικά εκεί. Μια γυναικεία φιγούρα δίπλα στο κύμα.

Κι ένας απόηχος. Που δεν τον κράτησε ο φακός.

Την άμμο (ν) άμμο η μαύρη εγώ... την άμμο (ν) άμμο πήγαινα...


Γη και σποδός εγώ ειμί.

Την αποχαιρέτησα την ώρα που οι ακτίνες πλάγιαζαν. Με ένα τραγούδι. Πάντα με τραγούδι εδώ. Στη χαρά και στη λύπη. Στη γέννηση και στο θάνατο.

"Όταν κοιμηθεί το κύμα... θα ρίξεις το πρώτο βήμα..."

Τελευταίο βράδυ απόψε. Στην αγκαλιά της γης.

Αύριο το πρωί στη δική μας αγκαλιά.

Ποιος μου την έστειλε τη Χωματένια γυναίκα; Όνειρο ξυπνητό. Να μου θυμίσει. Χους ει. Χώμα κι εκείνοι που μας γέννησαν. Στο χώμα κι εμείς;

Σου είπα τι θέλω. Σου είπα για το Τζανάκι. Δυο μέρες πριν; Τρεις; Εκεί σου είπα θέλω να πεθάνω. Να ξαναγυρίσω όπου ανήκω. Και ιδού.


Με "σάρκα και οστά". Η γυναίκα που κοιμήθηκε πλάι στο κύμα.

Για να βλέπει τα καράβια να περνούν. Και να τη νανουρίζουν τα θαλασσοπούλια.

Σου λέω. Δεν ξέρω ποιος την έπλασε αυτή τη γυναίκα. Μα σίγουρα όχι από το πλευρό κανενός Αδάμ.

Από τα όνειρα τα δικά μου έλαβε πηλό.

Κι αν κάτι με τρομάζει είναι μόνο η χρονική συγκυρία. Τα όνειρά μου; Ή κάτι άλλο πιο βαθύ και μυστήριο;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΧΩΜΑΤΕΝΙΑ   Παρ Σεπ 10, 2010 11:40 am

Ήταν το μήνυμα της Χωματένιας; και πάλι δεν ξέρω.

Πάντως μόνο του θαρρείς το αμάξι τράβηξε για το άλλο χωριό. Το χωριό της γιαγιάς. Ραδοβίζι. Χαμένο στα δέκα χιλιόμετρα από τον βασικό οδικό άξονα Ηγουμενίτσας Ιωαννίνων. Και είκοσι πέντε συνολικά από το δικό μας χωριό.

Έτσι κι αλλιώς η εκταφή είχε γίνει από το πρωί. Την ώρα που εγώ αναγκαστικά βρισκόμουν στη συνεδρίαση του νέου σχολείου.

Τώρα τα οστά βρίσκονταν και πάλι στο φως του ήλιου. Πλυμένα με νερό και κρασί.

Και ο καιρός ανοιξιάτικος. Παρά τις προβλέψεις της ΕΜΥ για βροχές και καταιγίδες...

Από το σκοτάδι λοιπόν στο φως. Και πάλι.

Ήταν εκεί, το ήξερα. Στο κοιμητήρι του μικρού χωριού μας. Μα δεν ήθελα να πάω εκεί. Όχι πριν πάω στο χωριό της. Και να κάνω το δικό της ταξίδι. Τότε που έφευγε νύφη.

Τι να σκεφτόταν εκείνο το εικοσπεντάχρονο κορίτσι εκείνη τη μέρα; Οι γάμοι του τότε δεν ήταν γάμοι του έρωτα. Οι γονείς αποφάσιζαν. Και ειδικά τα κορίτσια ούτε που τα ρώταγαν. Μόνο τους ανακοίνωναν την προσταγή. Να ετοιμαστούν. Παντρεύονται.

Τι να σκεφτόταν η γιαγιά μου τότε που έφευγε νύφη από το πατρικό της;

Ορφανή από μάνα. Και μεγαλοκοπέλα για την εποχή της.

Νύφη σε χωριό ξένο. Νύφη σε πρωτότοκο. Το τέλειο δράμα.

Σκλάβες τις έπαιρναν τις νυφάδες τότε. Να υπηρετούν όλη την οικογένεια. Ο στρατηγός, η πεθερά, διάταζε κάθε πρωί τις δουλειές. Και φύλαγε τις πιο βαριές για τις νύφες.

Η γιαγιά μου ποτέ δε χώνεψε την πεθερά της. Πέρασε μαύρες μέρες στα χέρια της.

Ήταν και ο πόλεμος. Και η πείνα. Και οι γερμανοί.

Έπειτα ήρθε ο εμφύλιος. Και ο παππούς εαμίτης.

Έδωσαν οι θεοί και γλίτωσε το βόλι. Και όλα τα υπόλοιπα.

Σαν τέλειωσε και το δεύτερο κακό, μάζεψε την οικογένειά του και τους πήρε μαζί του στην Αθήνα. Τη γιαγιά δηλαδή και τη μάνα μου. Σε ένα δωματιάκι της Μενάνδρου. Από εκείνα που βλέπουμε στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Τα δωματιάκια τα γύρω γύρω από μια κοινή αυλή. Κάθε δωμάτιο και μια φαμίλια...

Αρτεργάτης αυτός. Να καταπίνουν χούφτες χούφτες τα πνευμόνια του το αλεύρι. Και να τσουρουφλίζεται με τη μεγάλη μασιά μπρος στον πυρακτωμένο φούρνο.

Καθαρίστρια η γιαγιά. Σε κινηματογράφους.

Ο γιος ήρθε πέντε χρόνια μετά. Και η γιαγιά πέταξε καινούριο μπόι. Επιτέλους έτεκε το διάδοχο. Κανείς δε θα μπορούσε πια να την προσβάλει. Ναι, έτσι ήταν τότε. Και το κορίτσι δε μέτραγε για παιδί.

Ήρθε λοιπόν και το αγόρι και αποφάσισαν να φύγουν από το κέντρο. Μετακόμισαν στο Περιστέρι. Ένα οικοπεδάκι και μια παράγκα. Δική τους όμως. Και ολοδική τους και η αυλή. Να φυτεύει η γιαγιά από λαχανικά μέχρι λουλούδια και να στήνει τη μπουγάδα της δίχως το φόβο να της αδειάσει η από πάνω τα βρομόνερα...

Αργότερα φτιάχτηκαν και δυο δωμάτια. Το ένα της κόρης. Προικώον. Εκεί έκανα κι εγώ τα πρώτα μου βήματα. Κι εκεί με κουνάραγε η γιαγιά τις ώρες που η μάνα σπούδαζε. Ναι, πρώτα με γέννησε και μετά σπούδασε...

Όλο το σόι έκανε παρέλαση από εκείνο το σπίτι. Στο Περιστέρι. Το έχω μέσα στο νου μου ζωγραφισμένο. Και είναι η ωραιότερη ζωγραφιά που κουβαλάω. Με τις καλές στιγμές και με τις άλλες. Ποιανού η ζωή είναι μόνο καλές στιγμές;

Θυμάμαι το χιονάνθρωπο. Τότε που είδα πρώτη φορά στη ζωή μου χιόνι και φώναζα χτυπώντας τα χεράκια μου: Ποπό γιούτι!!! Γιαούρτι δηλαδή...

Και τα καλοκαίρια τη γιαγιά να καταβρέχει με το λάστιχο το χωματόδρομο. Να κάτσει λίγο η σκόνη και να αντέξουμε την πύρια.

Θυμάμαι και τον παγοπώλη. Με το μεγάλο τσιγκέλι να μοιράζει πάγο για τα ψυγεία. Και τις βόλτες με τη γιαγιά στη λαϊκή.

Και τον παππού. Να τραβάμε πεζοπορία ως τη λεωφόρο Καβάλας. Στο Παλατάκι. Να στριμωχτούμε στο λεωφορείο για Σκαραμαγκά. Απίστευτο αλλά εκεί κάναμε τότε μπάνια. Και ο παππούς μου ο βουνίσιος τη λάτρευε τη θάλασσα. Η γιαγιά όχι. Δεν την ήθελε.

Η γιαγιά δεν ήθελε και τα γλέντια. Να τραπεζώσει τον κόσμο όλο και να φιλοξενήσει όποιον συγγενή έφτανε στην Αθήνα. Μα τα γλέντια και τα ξενύχτια δεν τα ήξερε. Ο παππούς όμως του έδινε και καταλάβαινε.

Την αγαπούσε όμως τη γιαγιά. Κι ας άκουγε τα σκολιανά του σε καθημερινή βάση. Διαφορετικοί άνθρωποι. Κι ας έζησαν τόσες δεκαετίες μαζί. Ευτυχώς σαν μεγάλωσε λίγο η κόρη τού έκανε εκείνη παρέα. Να χορεύουν και να τους χειροκροτάνε ο κόσμος από τα παραδοσιακά του τόπου μας μέχρι ευρωπαϊκά και λάτιν. Πού τα έμαθε όλα αυτά ο παππούς; Μυστήριο.

Η γιαγιά με το ζόρι χόρευε στο τσακίρ κέφι κανένα χορό στα τρία.

Στην πένα όμως. Μπορεί να μην έβγαινε συχνά, μπορεί να μην ήταν του γλεντιού. Σαν έπρεπε όμως να βγει; Κυρία με τα όλα της. Παρά τη φτώχεια.

Και νοικοκυρά; Δεν την έφτανε καμία. Και στη καθαριότητα και στην τάξη και στο μαγείρεμα. Και στο ράψιμο! Γεμάτες οι ντουλάπες μας από τα έργα της γιαγιάς. Σεντόνια με δαντέλες και κουρελούδες και ποδίτσες και χίλια δυο!

Βασιλιάς ο παππούς. Να έλειπε και η γκρίνια της; Μα ποιος είναι τέλειος;

Εκεί που ταίριαζαν πάντως οι δυο τους ήταν στο δόσιμο! Εκείνος ήταν σε θέση να γυρίσει χωρίς πουκάμισο στο σπίτι. Σε τίποτε δεν το είχε να το βγάλει να το δώσει σε όποιον δεν είχε. Κι εκείνη; αχχχχχχ... πώς να ξεχάσω τότε που με κυνήγαγε στη στάση του λεωφορείου για να μου παραχώσει στην τσέπη το χαρτζιλίκι; Όχι, εγώ, δε θέλω. Σιγά μην την εμπόδιζε αυτό...

Όλα τα εγγόνια λαβαίναμε πλούσιο χαρτζιλίκι από τη γιαγιά. Μα στην κρεβατοκάμαρα στην καλή τη θέση είχε κρεμασμένη τη φωτογραφία του εγγονού! Εμμονή η γιαγιά μου με τα αγόρια. Κι ας ήταν φεμινίστρια ως εκεί που δε λέγεται...

Την έχω σε φωτογραφία να καπνίζει. Κατά παράβαση των συνηθειών όλων των γυναικών της εποχής της. Κάποτε λέει, κορίτσι ακόμα, αρρώστησε βαριά. Και της έδωσαν κάτι φάρμακα πικρά που δεν πήγαιναν κάτω. Κι ο γιατρός διάταξε να της δίνουν τσιγάρο για να καταπίνει τα φάρμακα. Από την αρρώστια έγινε καλά. Το τσιγάρο όμως της έμεινε συνήθεια ως τα μεγάλα της χρόνια.

Καπνιστής και ο παππούς στα νιάτα του. Μα ένα βράδυ, σε ένα από τα αμέτρητα γλέντια με τους κολλητούς, πώς ήρθε και έβαλε στοίχημα να το κόψει. Λεβέντης σε όλα του. Σιγά μη τον λύγιζε το τσιγάρο. Μία και έξω. Με το μαχαίρι.

Αργότερα εμείς φύγαμε από την Αθήνα. Ήρθαμε στην Ήπειρο που ήταν η δουλειά των γονιών μας. Τους παππούδες τους βλέπαμε πια στις διακοπές. Χριστούγεννα κυρίως. Παίρναμε το λεωφορείο ολόκληρη η οικογένεια και τσούκου τσούκου ώρες ατέλειωτες φτάναμε κάποτε Αθήνα.

Στο κέντρο και πάλι. Στη Βάθης. Εκεί που ο παππούς είχε πια το δικό του φούρνο. Λιοσίων 14. Παράδεισος για μας! Με τη γιαγιά να μας παραφουσκώνει λιχουδιές και να μας αγοράζει ό,τι βάζει ο νους ενός παιδιού. Κλαουδάτος, Λαμπρόπουλος, Μινιόν... Με τις ώρες να μας διαλέγει τα καλύτερα. Και μετά για λουκουμάδες!

Τον παππού δεν τον πολυβλέπαμε. Δούλευε νύχτα - μέρα ο παππούλης μου. Έτσι δουλεύουν οι φουρναραίοι.

Μόνο σαν μετακομίσαμε στην Αθήνα βρίσκαμε το χρόνο να τα λέμε και με τον παππού. Στις εποχές που ο φούρνος δεν είχε πολλή δουλειά. Και κυρίως τα καλοκαίρια. Που πάντα εύρισκε το χρόνο να κατεβεί για μπανάκι στη θάλασσα. Μαζί κι εμείς. Στον Άγιο Κοσμά πια. Με το κατσαριδάκι του θείου...

Η γιαγιά όχι. Πού να προλάβει; Δούλευε στο φούρνο, κράταγε και το σπίτι. Πάντα σε υποδειγματική τάξη. Κι άσε πια τις πίτες και τα άλλα φαγητά... Καλοφαγάδες οι παππούδες. Με κοινή αδυναμία στο κατσικάκι! Λέγαμε εμείς, ξαναλέγαμε, πως το κρέας δεν κάνει καλό, αγρόν αγόραζαν. Ή μάλλον ερίφιον αγόραζαν! Και φυσικά κρασάκι. Ποτέ δεν έλειπε από το τραπέζι.

Οι παππούδες μου έζησαν έτσι ως τα βαθιά τους γεράματα. Ως και τη στιγμή που το εγκεφαλικό χτύπησε τον παππού. Σχεδόν στα ενενήντα του. Μόνη της κράταγε η γιαγιά το νοικοκυριό κι εκείνος εξακολουθούσε να βγαίνει τις βολτίτσες του στο καφενεδάκι της γειτονιάς. Και τα καλοκαίρια μόνοι τους ανεβοκατέβαιναν στο χωριό.

Το τέλος ήρθε απότομα. Πρώτα έφυγε ο παππούς. Κι αμέσως η γιαγιά κατέρρευσε. Δεν ήθελε όσο ζούσε να το παραδεχθεί πόσο πολύ τον αγαπούσε. Μα όταν τον έχασε, έχασε τον κόσμο όλο. Ξαφνικά δεν είχε τίποτε νόημα για εκείνη.

Δυο χρόνια μετά έφυγε να τον συναντήσει. Στο κοιμητήρι του χωριού μας. Τη μέρα που εκείνος είχε γενέθλια...

Έτσι κοιμήθηκαν συντροφιά τα τελευταία πέντε σχεδόν χρόνια. Με τη μικρή παρέα των άλλων αγαπημένων. Των φίλων και συγγενών.

Χτες ήρθε η μέρα της εκταφής. Δεν ήμουν εκεί. Αν και το ήθελα. Ειδικά για τη γιαγιά. Που δεν μπόρεσα ούτε στην κηδεία της να παρευρεθώ. Αλλά και για τον παππού. Που του είχα αδυναμία...

Το μεσημέρι που κατάφερα να φτάσω στο χωριό, βρήκα τους άλλους στο σπίτι. Να ετοιμάζονται για φαγητό.

- Πού είναι οι παππούδες ρώτησα; τι έγινε;

Μου εξήγησαν. Πως έπρεπε όλη μέρα να μείνουν τα οστά στον ήλιο.

Μόνοι τους;

Βρήκα αφορμή τη θεία που είχε έρθει από το χωριό της γιαγιάς. Εγώ θα σε πάω, της είπα. Επέμενε να πάρει ταξί. Ανένδοτη εγώ. Ήθελα έτσι να γίνει. Αφού δεν ήμουν στην εκταφή, έτσι έπρεπε να γίνει. Έτσι να τους συναντήσω τους παππούδες μου. Σαν μια καλεσμένη στο γάμο τους εβδομήντα τόσα χρόνια μετά...

Δεν περιμένω να καταλάβει κανείς αυτό που έζησα. Στα εικοσιπέντε χιλιόμετρα ανάμεσα από βουνά, λόφους, δάση... Δεν πήγαινα να δω μια αρμάθα κόκαλα. Και οστά γεγυμνωμένα. Ναι, σε γάμο πήγαινα. Τέτοιο γάμο που κανείς δεν ξανάδε.

Έφτασα απομεσήμερο στο κοιμητήρι. Γαλήνια και ήρεμη. Άνοιξα την πόρτα. Καμία αγωνία.

Κι επιτέλους. Ήμασταν ξανά μαζί. Οι παππούδες μου κι εγώ. Η μεγάλη τους εγγόνα. Μόνοι μας.

Και για μένα μόνο θα κρατήσω όσα έζησα εκεί. Έτσι κι αλλιώς πώς να μοιραστώ αυτό το βαθύ συναίσθημα του εξαγνισμού και της λύτρωσης;

Αργά το απόγευμα ήρθαν και οι άλλοι. Πήρα ένα ένα τα οστά και τα έβαλα όπως τα έθιμα ορίζουν. Στο σακουλάκι πρώτα. Στο ειδικό κουτί μετά. Ένα τόσο δα κουτί ολόκληρος ο άνθρωπος.

Ο πατέρας έπειτα τους ανέβασε στο οστεοφυλάκιο.

- Δε θα έρθεις; μου είπε. Να δεις πώς είναι...

Ανέβηκα. Βαθιά κατάνυξη. Όλοι εκεί. Οι συγχωριανοί. Και οι συγγενείς.

Ο άλλος παππούς. Ο θείος Τάσος. Η θεία Ελένη και ο Ποστόλης της. Ο θείος Κώστας. Και εκείνη που φέρω το όνομά της. Με το δικό μου όνομα επάνω στο κουτί.

Εξαγνισμός και λύτρωση. Ναι. Αυτό ήταν το συναίσθημα. Και ικανοποίηση. Που με την τάξη του κόσμου έγινα ένα. Φυσικά. Και αβίαστα. Όπως ακριβώς μου δίδασκε όσο ζούσε ο παππούς μου.

Κι ας μην πιστεύω εγώ σε άλλη ζωή. Ή και ακριβώς γι’ αυτό.

Σοφά, πολύ σοφά τα έθιμά μας. Με εκείνη τη σοφία των απλών ανθρώπων. Που ξέρουν χωρίς κανείς να τους διδάξει και το Είναι και το Μηδέν. Κι έτσι διοδεύουν τη ζωή τους. Ανάμεσα στη γέννηση και στο θάνατο.

Να ζήσουμε λοιπόν, να τους θυμόμαστε. Για να ζήσουμε κι εμείς σοφά τη ζωή μας.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
ΧΩΜΑΤΕΝΙΑ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: HOMA EDUCANDUS :: ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΥΜΗΣ-
Μετάβαση σε: