ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ   Παρ Αυγ 27, 2010 3:09 am

Ενός ταξιδιού μύρια έπονται! έτσι σκέφτηκα όταν ξεχώρισα τα βιβλία που θα διαβάσω φέτος. Κι έτσι πήρε και ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ του Ψυχάρη θέση στον κατάλογο. Ένα μικρό βιβλιαράκι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ. Σήμερα, επιτέλους, με τον πρωινό καφέ, διάβασα τον πρόλογο.

Τον πρόλογο που καταλήγει στη γνωστή από το Λιαντίνη ονομασία του Παρθενώνα, τον Παρθενό:


Παράθεση :
- Για πες μου, Διοτίμα, πού είναι ο Παρθενώνας; Με κοιτάζει ανυποψίαστα και αποκρίνεται:

- Στο Λυκαβηττό, πατερούλη.

Ανοίγω τα μάτια μου βόιδι, και την ξαναρωτώ.

- Για τον Παρθενώνα, Διοτίμα μου, σε ρώτησα. Να μου ειπείς πού είναι;

Το παιδί στρέφει του βλέμμα του κάπως αμήχανο, και

- Μα, ναι. Ο Παρθενώνας με τους δωρικούς κίονες και τη ζωφόρο. Με τις γεωμετρικές καμπύλες των ευθειών που μελέτησε ο Καραθεοδωρής. Που μού 'λεγες τις προάλλες πως ο Ψυχάρης γράφει στο Ταξίδι του ότι πρέπει να λέμε ο Παρθενός. Όπως λέμε δρυμός από το παλιό δρυμών έτσι να λέμε Παρθενός από το παλιό Παρθενών. [...] (Δ. Λιαντίνη, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, σελ. 20)

Τώρα, που υπάρχει γενικευμένος οίστρος μετάφρασης του Λιαντίνη σε ξένες γλώσσες, η μικρή αυτή παρατήρηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Την ίδια που έχω τονίσει κατ' επανάληψη σε όσους μελετούν Λιαντίνη. Η γλώσσα του! Δεν είναι μια απλή ελληνική. Είναι μια γλώσσα πρωτότυπη που χρειάζεται ερμηνεία ακόμη και σε καλούς αποφοίτους Λυκείου.

Μα πες μου, έχω άδικο; Ακόμη κι αυτό το μικρό απόσπασμα που παίζει λεκτικά με την ονομασία του Παρθενώνα, πώς θα μεταφραστεί σε ξένη γλώσσα;

Κι αφήνω τους συμβολισμούς και τις ποιητικές προεκτάσεις. Να, για παράδειγμα, ο διάλογος και πάλι του πατέρα Λιαντίνη με την μοναχοκόρη του, τη Διοτίμα. Η ίδια, μιλώντας δημόσια το Νοέμβριο του 2006, στάθηκε ιδιαίτερα στο διάλογο αυτό:

Παράθεση :
[...]Το βιβλίο δεν με τιμά ιδιαίτερα. Εύκολη διαπίστωση για όσους το έχουν διαβάσει. Είμαι η κόρη που δεν κατάλαβε τον πατέρα. Μάλιστα. Που κοιτούσα έξω από το παράθυρό μου γιατί πίστευα ότι κάπου εκεί βρίσκεται ο πατέρας μου. Μάλιστα. Που κοιτούσα το Λυκαβηττό και έβλεπα την Ακρόπολη. Αυτό πια έγινε θρυλικό. Ο κύριος Αλικάκος όταν έγραφε αυτές τις γραμμές δεν μπήκε στον κόπο να φανταστεί ότι πέρα από τη Διοτίμα που δεν ξέρει πού βρίσκεται η Ακρόπολη υπάρχει και κάτι άλλο. Δεν αποδείχτηκε καλός ψυχολόγος και βιάστηκε, αν μου επιτρέπεται, να βγάλει τα συμπεράσματά του. Εδώ ο δημοσιογράφος που περιορίζεται στα ωμά γεγονότα έκλεψε από το βιογράφο, που ξέρει να διεισδύει στην σιωπή των ανθρώπων, το στιλό και το έκανε μικρόφωνο.

Δεν φταίει όμως απόλυτα αυτός. Όταν θέλησε να με προσεγγίσει εγώ του αρνήθηκα. Ο συγγραφέας είχε πολύ λίγες πηγές. Και από αυτές προσπαθεί να στυλώσει ένα οικοδόμημα 26 χρόνων. Αυτό συμβαίνει γιατί στην προσπάθειά του αυτή ο κύριος Αλικάκος δεν βρήκε σύμμαχο την οικογένεια Λιαντίνη. Δεν μιλάω φυσικά για τα αδέρφια αλλά για τη μητέρα μου και εμένα. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε με παντελή απουσία του «σπιτιού» του Δημήτρη Λιαντίνη. Και όταν λέω σπίτι μιλάω όπως το εννοεί ο πατέρας μου στο τελευταίο του γράμμα (εμένα, τη μανούλα και τον τότε γαμπρό του).
[...]

Όταν άκουγα αυτά, από τη Διοτίμα Λιαντίνη, μια νύχτα του Νοέμβρη του 2006, στο αμφιθέατρο του πολυαγαπημένου Μαρασλείου, δεν μπορούσα ακόμη να δω το βάθος που έκρυβαν. Ίσως και γιατί εκείνη τη νύχτα συνάντησα πρώτη φορά την κόρη του Δασκάλου μου και ήμουν εκστασιασμένη από το πόσο μου θύμιζε τον πατέρα της. Ένας θηλυκός Λιαντίνης.

Χρειάστηκε να συναντήσω και τη μητέρα της ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, για να συλλάβω το νόημα. Και σημειώστε παρακαλώ την τελευταία λέξη: το νόημα...

Ένα γλυκό χειμωνιάτικο βράδυ. Κάπου στην Κηφισιά. Και με βλέμμα βοϊδιού κι εγώ την άκουσα, την κ. Νικολίτσα Λιαντίνη, να μου αποκαλύπτει την αλήθεια για τον Χάιζενμπεργκ και τη γνωστή σκηνή που περιγράφεται στη Γκέμμα. (σελ. 141 - 142 )

Το απόσπερο στη Σάλα Μπετόβεν στη Βόννη. Τον Ιούλιο του 1972...

Παράθεση :
- Oh! video hominem, είπα.

- Ορώ τον άνδρα. Ja, ich vestehe das Lateinische und antworte griechisch, αποκρίθηκε.

Κι έφυγε λέει ο Λιαντίνης από εκείνη τη συνάντηση κυματίζοντας όπως ο Κάραγιαν με τα κλειστά μάτια, όταν κυβερνούσε την Pastorale του Μπετόβεν!!! Ανάμεσα στην καταιγίδα του καιρού από δω, κι από κει στο ποιμενικό τραγούδι της απλότητας. Στο Gewitter - Sturm, και στο Hirtengesang. Μάλιστα...

Ε, όχι, πουλάκι μου. Δεν έγιναν καθόλου έτσι τα πράγματα. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας - Λιαντίνης, ο ποιητής, πάλι μας την έφερε. Ουδέποτε μίλησε με τον βαρύγδουπο Χάιζενμπεργκ. Κι ουδέποτε εκείνος του απηύθυνε το λόγο και το περιλάλητο "Ορώ τον άνδρα."

Άσχετα που ένας από τους αναγνώστες του Λιαντίνη αποφάσισε ολάκερο ταξίδι στην κορφούλα του Ταΰγέτου κουβαλώντας μια τεράστια μεταξωτή σημαία, και με ειδική παραγγελιά το μετάξι της, με τη φράση ακριβώς αυτή:


Το νόημα... Κι αυτός από το νόημα εμπνεύστηκε και είπε να τιμήσει το Δάσκαλο σκαρφαλώνοντας στον Ταΰγετο και κουβαλώντας του εκεί τιμή και δώρο το ΟΡΩ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ... Μια φράση που τελείως ποιητικά προσέθεσε ο Λιαντίνης σε ένα τελείως φανταστικό διάλογο...

Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει, πόσες ακόμη ποιητικές παρεμβολές υπάρχουν στο έργο του; Ήδη έχουμε και για τον άλλο διάλογο, στα Ελληνικά, τη δημόσια διαμαρτυρία της κόρης του πως δεν έγιναν έτσι τα πράγματα. Και πως υπάρχει και κάτι άλλο! Αυτό το άλλο, το εντελώς απαραίτητο, για όσους θέλουν να αποκωδικοποιήσουν τη γραφή του Λιαντίνη. Και να ταξιδέψουν αληθινά στις σελίδες του.

Και από τον πρόλογο του Ψυχάρη διαλέγω το ακόλουθο απόσπασμα:

Παράθεση :
"Οι αρχαίοι Έλληνες σταθήκανε τόντις μεγάλοι αθρώποι. Κατωρθώσανε νάχουνε μάτια, όσο κι αν τους τύφλωνε ο ήλιος. Μα μήπως κι αφτοί δεν τη γνωρίζανε τη δύναμη την ολέθρια του Ήλιου τους; Μήπως δεν τον ωνομάσανε Απόλλωνα, και ποιος θα ταρνηθή πως ο Απόλλων μοιάζει τρομαχτικά με το απολλύων, σα να είτανε είδος μετοχή του ενεστώτα, για να χαρακτηρίση το θεό που ολοένα σκοτώνει;

Αχ! μας απώλεσε και μας, χωρίς να τον ξαπολύσουμε ποτές μας. Η δόξα του μας θάμπωσε και δεν το νιώσαμε μήτε το νιώθουμε ακόμη πως τέτοιο θάμπωμα θα πη χαμός. Και χάσαμε τόντις πολλά, ώσπου και οι ίδιοι μας να χαθούμε.

Περίεργο πράμα! Το πιο πολύτιμο απ' όσα χάσαμε, είτανε ίσια ίσια η γλώσσα η αρχαία, που για να την κρατήσουμε κάμαμε τις περσότερες θυσίες. Αφτή ζούσε στα χείλια του λαού. Εννοείται, αφού ο λαός τη μιλούσε και τη μιλά. Ελάτε να την υποθέσουμε όσο πρόστυχη, όσο βάρβαρη, όσο χαλασμένη κι αν τη λένε μερικοί, έπρεπε ιερή να μας είναι, μια κ' είτανε κόρη της αρχαίας. Τίποτα! Την καταστρέψαμε για να φανούμε αρχαιότεροι. Βυθιστήκαμε στα βιβλία. Πήραμε μια λέξη, πήραμε δυο, πήραμε χιλιάδες. Κάθε λέξη που τραβούσαμε από ταπόβαθα της ιστορίας, γαργάλιζε το φιλότιμό μας, την καμαρώναμε πια σα να καμαρώναμε στην καθεμιά την αρχαιότητα όλη.

Δεν παρατηρούσαμε όμως πως οι λέξεις αφτές, οι ξεψαρεμένες, μοιάζανε αλήθεια με κάτι ψάρια ωγύγια, θεόχοντρα και σεβάσμια, που συνηθίσανε χρόνια και χρόνια ναργοκινιούνται κάτω στης θάλασσας τους άβυσσους, και που όταν τα φέρεις στην απανωσιά του νερού, σκάνουνε αμέσως, γιατί χρειάζουνται να τα πατή το βάρος της κατάβαθης ατμοσφαίρας, κι ο αέρας μας τους είναι πάρα πολί αλαφρός."
(Γ. Ψυχάρη, ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ, σελ. 15 - 16 )

Έτσι κι εμείς με το Λιαντίνη. Τον ταξιδεύουμε σαν αφρόψαρα. Και ρίχνουμε πετονιές και ανασύρουμε από το βαθυδίνη ωκεανό του σπασμένα νοήματα. Τα φέρνουμε άτσαλα στο φως. Δίχως να μας περνά από το νου εκείνη η πονηρή του φράση από το ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ:(Γκέμμα, σελ. 151 )

αφάνισέ μας μες στο φως!


Θαρούμε πως διαβάζοντας Λιαντίνη αυτονόητα και αντιλαμβανόμαστε το νόημά του. Και ό,τι δηλώνει πραγματικά η λέξη νόημα. Ξεχνώντας και την προφητεία του Μπρεχτ: Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε...

Μα ο καθένας, αγαπητοί μου, το δικό του ταξίδι κάνει. Και κάθε ταξίδι γίνεται μόνο μία φορά. Σαν και το νεράκι το ποταμίσιο που αργοκυλούσε στα πόδια του Εφέσιου φιλοσόφου ψιθυρίζοντάς του τους βαθύτερους νόμους του σύμπαντος... Είναι αδύνατον το ίδιο ποτάμι να διαβείς για δεύτερη φορά. Και τα νοήματα του Λιαντίνη μόνο ο ίδιος ο Λιαντίνης άπαξ και διαπαντός τα εννόησε.

Τι ζητάς; Να διαβείς τον τοίχο που δεν έχει πόρτα; Θα ματώσεις τα ακρόχερά σου μάταια χτυπώντας για να βρεις πόρο στην απορία... Δέξου την αδυναμία σου και το δικό σου ταξίδι κάμε. Άλλο τίποτε δε σου μένει.

Όρώ τον άνδρα; Από τον Ψυχάρη διαλέγω την απάντηση και επίλογο:

Παράθεση :
"Από τα σπλάχνα ενός τάφου άξαφνα περιχύνεται ολόγυρα ζωή πλημμύρα. Πόσοι ζούνε που είναι κι από τώρα πεθαμμένοι! Μα ύστερις από το θάνατό σου πάντα να ενεργάς, πάντα να βασιλέβης, αφτό θα πη ζωή.

Διαβατάρικα στον κόσμο ανάβουνε και σβήνουνε πολλές γυναίκες, κόρες πολλές. Αθανασία στην Κόρη που η Ποίηση τη συνεπήρε και έμαθε στον Ποιητή ν' αγαπά την Ιδέα! Μια Ιδέα είναι το μόνο που δεν περνά, το μόνο που μνήσκει από μας. Τάλλα τίποτα δεν είναι. Φτάνει να λάμπη μέσα στην Ιδέα ένας αψηλός λογισμός και συνάμα να γλυκοτρέμη μέσα της ένα δάκρι. Τότες είναι αμάραντη, όπως έλεγε κ' η Κόρη.

Παντού και πάντα η Καρδιά θα νικήση. Θα διούμε μαζί της και τη νίκη της Ιδέας. Την Ιδέα όπου πας κι ό,τι κάμης, πλάι σου, μέσα σου, θα τη βρης. Θα την ακούσης στη μουσική που τραγουδά το θλιβερό της το τραγούδι, θαντιλαλήση στον πόνο που σε παραδέρνει, στη φαντασία που θανοίξη στο νου σου τα φτερά της.

Όταν ο ήλιος βασιλέβει, στη θάλασσα ή στη στεριά, όταν γύρης το κεφάλι σου λυπημένος, να τον αποχαιρετήσης, την Ιδέα θα σου χαράξη ως και η αχτίδα η στερνή που ροδίζει. Όταν ο ήλιος ανατέλνει, πάλε στο φως της Ιδέας θα λουστής.

Η ποίηση του κόσμου είναι αφτή.

Με δύναμη και καλοσύνη αφτή θα σε θρέψη. Αφτή θα σε κάμη και άνθρωπο και άντρα.

Θα καταλάβης, άμα την καταλάβης, και τη θυσία. Θυσία γράφει, γράφει μεγαλείο κι αφέλεια η καρδιά της Ιδέας.

Μη λυπάσαι τον καημό, μη λυπάσαι τα δάκρια που σου κόστισε της Ιδέας η λατρεία. Η θυσία που η Αγάπη της σου έμαθε, θα σε σώση. Άγια μέρα είναι κείνη όπου σμίγει ο Ποιητής με την Ιδέα.

Κάτι σημαντικό, κάτι πρωτόφαντο, κάτι μεγάλο ακολούθησε στιον κόσμο. Η Αγάπη της Ιδέας, της Οδηγήτρας σου και της Εμπνέφτρας, την αρχαία την Ελλάδα θα σου αναστήση, αφτή και μόνο αφτή, πίστεψέ με ώσπου τα μάτια σου να το διούνε, θα μας ζωντανέψη τον Παρθενό."
(Γιάννη Ψυχάρη, ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ, σελ. 39 - 40 )

Και τώρα, αγαπητέ μου αναγνώστη, ξαναδιάβασε από τα Ελληνικά του Λιαντίνη το διάλογο με τη μοναχοκόρη του. Που τι περίεργο... λέγεται Διοτίμα! Σαν την αρχαία εκείνη μάντισσα. Που δίδαξε έναν Σωκράτη έρωτας τι σημαίνει...

Όμοια εδώ ένα παιδί που τελειώνει το Λύκειο και ζει τη μικρή τραγωδία των Πανελληνίων, διδάσκει σε ένα δάσκαλο την εντολή της αγωγής. ΙΔΕ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ, επιγράφεται το κεφάλαιο. Το πρώτο και σημαντικότερο του βιβλίου. Κατ' αναλογία του πασίγνωστου έργου του Νίτσε: ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, που ελλήνισε ο Δημήτρης Λιαντίνης. Και έτσι στο απόσπασμα του διαλόγου με τη Διοτίμα διακρίνουμε τον υπότιτλο: Ορώ το μαθητή!

Και το ρόλο του αληθινού δασκάλου ορώ:

"Λέω: Να γίνει αληθινή σα δέντρο η ωραία Μυρτώ!"


Σε παλιότερες σελίδες του ο Λιαντίνης, στο HOMA EDUCANDUS, θα προλογίσει το στίχο του Ελύτη με την αναφορά στους Προσωκρατικούς:

Παράθεση :
ΦΥΣΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Τρία είναι τα σημεία στα οποία μπορεί να συνοψιστεί το πνευματικό περίγραμμα και η μοναδικότητα του ύφους των ελλήνων της προσωκρατικής εποχής.

Το πρώτο είναι η έλξη και η προσήλωσή τους στη μελέτη της φύσης. Η σύλληψη των γενικών ιδεών που διατυπώθηκαν σε γνώμες, και μας περισώθηκαν σαν αποσπάσματα από τη μία, και ο τρόπος με τον οποίο έζησαν από την άλλη, ορμήθηκαν και μορφώθηκαν από ένα μονάχα υπόδειγμα: από τη φύση. Η φύση υπήρξε ο πνευματικός αυτουργός και ο σύμβουλος για τους Προσωκρατικούς. Έξω από τη φύση οι στοχαστές αυτοί δεν γνωρίζουν άλλο καθηγητή.

Ουδείς δε αυτού καθηγάσατο
,

αναφέρει για το Θαλή ο Διογένης ο Λαέρτιος.
(Δ. Λιαντίνη, Homo Educandus, σελ. 65 )

Και στα Ελληνικά, κλείνοντας το διάλογο με τη Διοτίμα, επισφραγίζει:

"Η πρώτη λοιπόν εντολή είναι να χτίζουμε την ψυχή του παιδιού στην πέτρα της ζωής. Η δεύτερη να καθαρίζουμε από μέσα του τη σκουριά των προλήψεων."

Ένα ταξίδι και η αγωγή. Για το μαθητή μα και για το δάσκαλο. Ένα ταξίδι όπως και ολάκερη η ζωή μας. Κι αλίμονο σε εκείνον που ταξιδεύει δίχως να ξέρει πού πηγαίνει. Και δίχως να έχει χαράξει ρότα.

Ταξίδι μεγάλο και η μετάφραση του Λιαντίνη. Ταξίδι και η μελέτη του.

Κι αλίμονο και πάλι σε εκείνους που δεν αντιλαμβάνονται σε τι ωκεανό ξανοίγονται σαν πιάνουν στα χέρια τους Λιαντίνη. Αρκεί θαρείς να βολευτείς σε ένα βραχάκι στο ακροθαλάσσι και να πετάς τις πετονιές σου;

Αχ, καημένε μου. Ποια θάλασσα ταξιδεύτηκε από τη στεριά;

Αν έχεις κότσια πέσε και κολύμπα. Ακόμη κι αν δε φτάσεις σε Ιθάκη, θα έχεις τουλάχιστον ταξιδέψει. Αυτό δε μετράει; Το ταξίδι;

Εν αρχή ην η πράξις.


Κι έπειτα, πολύ έπειτα, οι ταξιδιωτικές περιγραφές...

Αυτό, εγώ τουλάχιστον αυτό εννόησα σε κείνο το αθώο λογοπαίγνιο ανάμεσα στον Παρθενώνα και τον Παρθενό. Την απαίτηση για ταξίδι. Να αρματώσεις το δικό σου καράβι και να ανοιχτείς στα πέλαγα. Ο ίδιος να ταξιδέψεις τον ήλιο. Όπως τον ταξιδεύουν και τα δέντρα. Να τον ρουφήξεις, να τον διυλίσεις. Με συνεργό το φως του να ανθίσεις. Κι όχι απλά να ανασύρεις τις έτοιμες αλήθειες των άλλων...

Για τα αποδέλοιπα διάβασε ξανά την Ιθάκη του Αλεξανδρινού...


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ-
Μετάβαση σε: