ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Το απανωχείλι του τράγου

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Το απανωχείλι του τράγου   Πεμ Μαρ 18, 2010 11:27 am

Με αφορμή ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο κείμενο του Δημήτρη Λιαντίνη:

ΟΙ ΛΥΚΟΠΡΟΒΑΤΟΣΧΗΜΟΙ

"Τι λογής είναι ετούτο το εμμανές γρύλισμα; Ετούτα τα στραβά δόντια που ιδρώνουν, καθώς σηκώνεται το απανωχείλι του τράγου στα βράχια της Κινέττας που ζωγράφισε τον Πάνα του ο Σικελιανός;"

ΠΑΝ


Στα βράχια του έρμου ακρογιαλιού και στης τραχιάς χαλικωσιάς
τη λάβρα,
το μεσημέρι, όμοιο πηγή, δίπλα από κύμα σμάραγδο,
τρέμοντας όλο, ανάβρα…

Γαλάζια τριήρη στο βυθόν, ανάμεσα σ’ εαρινούς αφρούς,
η Σαλαμίνα,
και της Κινέτας, μέσα μου κατάβαθος ανασασμός,
πεύκα και σκίνα.

Το πέλαγο έσκαγ’ όλο αφρούς και, τιναχτό στον άνεμο,
ασπροβόλα
την ώρα που τ’ αρίφνητο κοπάδι των σιδέρικων
γιδιών ροβόλα …

Με δυό σουρίγματα τραχιά που- κάτουθε το δάχτυλο
απ’ τη γλώσσα
βάνοντας –βούιξ’ ο μπιστικός, τα μάζωξ’ όλα στο γιαλό
κι’ ας ήταν πεντακόσα!

Κι όλα σταλιάσανε σφιχτά τριγύρ’ απ’ τα κοντόθαμνα
κι’ απ’ το θυμάρι,
κι ως εσταλιάσανε, γοργά, τα γίδια και τον άνθρωπο
το κάρωμα είχε πάρει.

Και πια, στις πέτρες του γιαλού, κι’ απάνου απ’ των σιδέρικων
γιδιών τη λάβρα,
σιγή . Κι ως από στρίποδα, μεσ’ απ’ τα κέρατα, γοργός
ο ήλιος, καπνός ανάβρα…

Τότε είδαμε – άρχος και ταγός- ο τράγος να σηκώνεται
μονάχος,
βαρύς στο πάτημα κι’ αργός, να ξεχωρίσει κόβοντας, κ’ εκεί
όπου βράχος,

σφήνα στο κύμα μπαίνοντας , στέκει λαμπρό για ξάγναντο
ακρωτήρι,
στην άκρη απάνου να σταθεί, που η άχνη διασκορπά τ’ αφρού
κι’ ασάλευτος να γείρει,

μ’ ανασκωμένο, αφήνοντας να λάμπουνε τα δόντια του,
τ’ απάνω χείλι,
μέγας κι’ ορτός, μυρίζοντας το πέλαγι το αφρόκοπο,
ως το δείλι !

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Και από τη Γκέμμα του Δημήτρη Λιαντίνη, κεφάλαιο Ο ΕΛΛΗΝΟΕΛΛΗΝΑΣ, σελ. 104:

Παράθεση :
Όλα καλά και περίκαλα τά ’χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τούς «αρχαίους ημών πρόγονοι».

Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια.

Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και τουρτουφίζουμε για «τσι γενναίοι πρόγονοι» σαν τι;

Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού, που εσήκωνε το απανωχείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας.

Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κατεμαράνθη.

_____________________________________________

ΟΙ ΛΥΚΟΠΡΟΒΑΤΟΣΧΗΜΟΙ του Δημήτρη Λιαντίνη:

http://www.liantinis.gr/main/index.php?option=com_content&view=article&id=41:oilukoprovatosximoi&catid=8&Itemid=42

Το ποίημα του Σικελιανού είναι από το ιστολόγιο

http://anyfantis.blogspot.com/2009/06/blog-post.html

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
captain Nemos
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος


Αριθμός μηνυμάτων : 367
Location : Χαμένος στο πέλαγος
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Το απανωχείλι του τράγου   Πεμ Μαρ 18, 2010 12:54 pm


"Όπως ακριβώς σ' εκείνη την περιγραφή των δαιμόνων, που κάνει ο Δάντης στην Κόλαση της Κωμωδίας του."

Από τους Λυκοπροβατόσχημους του Δημήτρη Λιαντίνη...


ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΚΕΜΜΑ:

Παράθεση :
Όλα αυτά είναι ό,τι είδε ο ποιητής στα έγκατα πάθη της ανθρώπινης φύσης. Οι νάρκες και τα ναρκωτικά, τα δηλητήρια και τα φαρμάκια που δίνουν και παίρνουν ακατασίγαστα, και γιομίζουν τις μέρες και την αγορά των ανθρώπων.

Είναι τα παραπατήματα, οι πλημμέλειες, οι κακουργίες που μας κυκλώνουν άλλοτε σαν σκοτεινές επιφορές και προθέσεις, και άλλοτε σαν άγριοι επιτελεσμοί. Έτσι βλέπει ο ποιητής το πολυκέφαλο θρέμμα που κρύβει μέσα του ο καθένας μας. Βλέπει και στοχάζεται, και απορεί και τρομάζει. Απελπίζεται, και κλαίει και περιγράφει.

Περιγράφει την κτηνωδία και ξεσυνερίζεται την απανθρωπιά. Τα ψεύδη και την υποκρισία να προσκυνιούνται τις Κυριακές στους ναούς. Τη χαιρεκακία και το φθόνο να δικάζουνε τους αναίτιους. Την πλάνη και τη δεισιδαιμονία καθισμένες στο θρόνο. Ζωγραφίζει την αλαζονεία στα ψηλά και στους εξώστες. Τη φιληδονία να βγαίνει περίπατο με τη μαϊμού και τον κόκκινο πρωκτό της. Τον αισχρό εγωισμό τον κουφόηχο και τη φιλαυτία μπροστάρηδες στο δρόμο. Την αμάθεια γενική οικονόμο στο σπίτι και στο βουλευτήριο. Και την προδοσία του ψωμοπάτη. Την ξετσιπωσιά, τη σιμωνία, τη λαιμαργία, την ασωτεία, τους μισερούς, τους κίβδηλους, τους κόλακες, την ακαλαίσθητη αηδία και ταραχή από νεόπλουτους και «μορφωμένους».

Πάπες, πατριάρχες, καρδινάλιοι, ηγεμόνες, πρίγκιπες, βασιλιάδες, σύμβουλοι κρατικοί, αξιωματούχοι, εμπόροι, καλαμαράδες, διοικητικοί, στρατιώτες, ο απλός κοσμάκης. Όλοι συνωθούνται και κατακρούονται, χορεύουν, τραγουδούν, βιάζουνται, σκούζουν, βρίζουνται, μαχαιρώνουνται, γελούν, συνουσιάζουνται στο αλκοολικό πανηγύρι του κόσμου. Καθώς τους τυλίγει σαν τεράστιο χταπόδι η νύχτα της Κόλασης με τις ρίζες, τους ιστούς, και τους λώρους ενός πόνου που δεν έχει πέρας.

ΓΚΕΜΜΑ, σελ. 190
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://arxipelagos.blogspot.com/
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Το απανωχείλι του τράγου   Πεμ Μαρ 18, 2010 1:15 pm

Έφερε ο Δάσκαλος, κατάφερε να φέρει, με αυτό το καινούριο για μας κείμενό του, μια αγνή ανάσα ανέμου καρσί από τις βουνοκορφές της χώρας.

"Τα παιδιά όμως τι φταίνε; Τα παιδιά μας που γεννιούνται αγνά ωσάν τη δρόσο της αυγής την εποχή που έβρεχε ακόμη στον τόπο μας. Η ψυχούλα τους που είναι λευκή όπως εκείνο το κατάλευκο χιόνι που σκέπασε τον μπαρμπα - Γιαννιό τον Έρωντα στο διήγημα του Παπαδιαμάντη μας" :


Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια


Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις-Βασίλης, Φῶτα.

Καὶ αὐτὸς ἐσηκώνετο τὸ πρωί, ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤμους τὴν παλιὰν πατατούκαν του, τὸ μόνον ροῦχον ὁποῦ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας τοῦ χρόνους, καὶ κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, μορμυρίζων, ἐνῷ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ παλαιὸν μισογκρεμισμένον σπίτι, μὲ τρόπον ὥστε νὰ τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα:

- Σεβτᾶς εἶν᾿ αὐτός, δὲν εἶναι τσορβᾶς...- ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας.

Τὸ ἔλεγε τόσον συχνά, ὥστε ὅλες οἱ γειτονοποῦλες ὁποῦ τὸν ἤκουαν τοῦ τὸ ἐκόλλησαν τέλος ὡς παρατσοῦκλι: «Ὁ μπάρμπα-Γιαννιὸς ὁ Ἔρωντας».

Διότι δὲν ἦτο πλέον νέος, οὔτε εὔμορφος, οὔτε ἄσπρα εἶχεν. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε φθείρει πρὸ χρόνων πολλῶν, μαζὶ μὲ τὸ καράβι, εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Μασσαλίαν.

Εἶχεν ἀρχίσει τὸ στάδιόν του μὲ αὐτὴν τὴν πατατούκαν, ὅταν ἐπρωτομπαρκάρησε ναύτης εἰς τὴν βομβάρδαν τοῦ ἐξαδέλφου του. Εἶχεν ἀποκτήσει, ἀπὸ τὰ μερδικά του ὅσα ἐλάμβανεν ἀπὸ τὰ ταξίδια, μετοχὴν ἐπὶ τοῦ πλοίου, εἶτα εἶχεν ἀποκτήσει πλοῖον ἰδικόν του, καὶ εἶχε κάμει καλὰ ταξίδια. Εἶχε φορέσει ἀγγλικὲς τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλὰ καπέλα, εἶχε κρεμάσει καδένες χρυσὲς μὲ ὡρολόγια, εἶχεν ἀποκτήσει χρήματα· ἀλλὰ τὰ ἔφαγεν ὅλα ἐγκαίρως μὲ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν, καὶ ἄλλο δὲν τοῦ ἔμεινεν εἰμὴ ἡ παλιὰ πατατοῦκα, τὴν ὁποίαν ἐφόρει πεταχτὴν ἐπ᾿ ὤμων, ἐνῷ κατέβαινε τὸ πρωὶ εἰς τὴν παραλίαν, διὰ νὰ μπαρκάρῃ σύντροφός με καμμίαν βρατσέραν εἰς μικρὸν ναῦλον, ἢ διὰ νὰ πάγῃ μὲ ξένην βάρκαν νὰ βγάλη κανένα χταπόδι ἐντὸς τοῦ λιμένος.

Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον, ἦτον ἔρημος. Εἶχε νυμφευθῆ, καὶ εἶχε χηρεύσει, εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον, καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ.

Καὶ ἀργὰ τὸ βράδυ, τὴν νύκτα, τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια διὰ νὰ ξεχάσῃ ἢ διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἐπανήρχετο εἰς τὸ παλιόσπιτο τὸ μισογκρεμισμένον, ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κᾶμε κ᾿ ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Ἄλλοτε παραπονούμενος εὐθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογοῦ καὶ ψεύτρα,
δὲν εἶπες μία φορὰ κ᾿ ἐσύ, Γιαννιό μου ἔλα μέσα.

Χειμὼν βαρύς, ἐπὶ ἡμέρας ὁ οὐρανὸς κλειστός. Ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ χιόνες, κάτω εἰς τὸν κάμπον χιονόνερον. Ἡ πρωία ἐνθύμιζε τὸ δημῶδες:

Βρέχει, βρέχει καὶ χιονίζει,
κι ὁ παπὰς χειρομυλίζει.

Δὲν ἐχειρομύλιζεν ὁ παπάς, ἐχειρομύλιζεν ἡ γειτόνισσα, ἡ πολυλογοῦ καὶ ψεύτρα, τοῦ ᾄσματος τοῦ μπάρμπα-Γιαννιοῦ. Διότι τοιοῦτον πρᾶγμα ἦτο· μυλωνοῦ ἐργαζομένη μὲ τὴν χεῖρα, γυρίζουσα τὸν χειρόμυλον. Σημειώσατε ὅτι, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, τὸ ἀρχοντολόγι τοῦ τόπου τὸ εἶχεν εἰς κακόν του νὰ φάγῃ ψωμὶ ζυμωμένον μὲ ἄλευρον ἀπὸ νερόμυλον ἢ ἀνεμόμυλον, κ᾿ ἐπροτίμα τὸ διὰ χειρομύλου ἀλεσμένον.

Καὶ εἶχεν πελατείαν μεγάλην, ἡ Πολυλογοῦ. Ἐγυάλιζεν, εἶχε μάτια μεγάλα, εἶχε βερνίκι εἰς τὰ μάγουλά της. Εἶχεν ἕνα ἄνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι μικρὸν διὰ νὰ κουβαλᾷ τὰ ἀλέσματα. Ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της, τὸ γαϊδουράκι της. Μόνον τὸν μπάρμπα-Γιαννιὸν δὲν ἀγαποῦσε.

Ποῖος νὰ τὸν ἀγαπήση αὐτόν; Ἦτο ἔρημος εἰς τὸν κόσμον.

* * *

Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, μὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογοῦ, διὰ νὰ ξεχάση τὸ καράβι του, τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, τὴν θάλασσαν καὶ τὰ κύματά της, τὰ βάσανά του, τὰς ἀσωτίας του, τὴν γυναῖκα του, τὸ παιδί του. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸ κρασὶ διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν γειτόνισσαν.

Συχνὰ ὅταν ἐπανήρχετο τὸ βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, καὶ ἡ σκιά του, μακρά, ὑψηλή, λιγνή, μὲ τὴν πατατούκαν φεύγουσαν καὶ γλιστροῦσαν ἀπὸ τοὺς ὤμους του, προέκυπτεν εἰς τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον, καὶ αἱ νιφάδες, μυῖαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, ἐφέροντο στροβιληδὸν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ἔπιπτον εἰς τὴν γῆν, καὶ ἔβλεπε τὸ βουνὸν ν᾿ ἀσπρίζῃ εἰς τὸ σκότος, ἔβλεπε τὸ παράθυρον τῆς γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, καὶ τὸν φεγγίτην νὰ λάμπῃ θαμβά, θολά, καὶ ἤκουε τὸν χειρόμυλον νὰ τρίζῃ ἀκόμη, καὶ ὁ χειρόμυλος ἔπαυε, καὶ ἤκουε τὴν γλῶσσαν τῆς ν᾿ ἀλέθῃ, κ᾿ ἐνθυμεῖτο τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της, τὸ γαϊδουράκι της, ὁποῦ αὐτὴ ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, ἐνῷ αὐτὸν δὲν ἐγύριζε μάτι νὰ τὸν ἰδῇ, ἐκαπνίζετο, ὅπως τὸ μελίσσι, ἐσφλομώνετο, ὅπως τὸ χταπόδι, καὶ παρεδίδετο εἰς σκέψεις φιλοσοφικὰς καὶ εἰς ποιητικὰς εἰκόνας.

- Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!... νὰ εἶχε βρόχια... νὰ εἶχε φωτιές... Νὰ τρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια... νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές... νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια... Ἕνας γέρο-Φερετζέλης πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.

Ἐφαντάζετο τὸν ἔρωτα ὡς ἕνα εἶδος γερο-Φερετζέλη, ὅστις νὰ διημερεύῃ πέραν, εἰς τὸν ὑψηλόν, πευκόσκιον λόφον, καὶ ν᾿ ἀσχολῆται εἰς τὸ νὰ στήνῃ βρόχια ἐπάνω εἰς τὰ χιόνια, διὰ νὰ συλλάβῃ τὶς ἀθῷες καρδιές, ὡς μισοπαγωμένα κοσσύφια, τὰ ὁποῖα ψάχνουν εἰς μάτην, διὰ ν᾿ ἀνακαλύψουν τελευταίαν τινα χαμάδα μείνασαν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἐξέλιπον οἱ μικροὶ μακρυλοὶ καρποὶ ἀπὸ τὰς ἀγριελαίας εἰς τὸ βουνὸν τοῦ Βαραντᾶ, ἐξέλιπον τὰ μύρτα ἀπὸ τὰς εὐώδεις μυρσίνας εἰς τῆς Μαμοῦς τὸ ρέμα, καὶ τώρα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα μὲ τὸ ἀμαυρὸν πτέρωμα, οἱ κηρομύται οἱ γλυκεῖς καὶ αἱ κίχλαι αἱ εὔθυμοι πίπτουσι θύματα τῆς θηλιᾶς τοῦ γερο-Φερετζέλη.

* * *

Τὴν ἄλλην βραδιὰν ἐπανήρχετο, ὄχι πολὺ οἰνοβαρής, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς, ὕψωνε τοὺς ὤμους, κ᾿ ἐμορμύριζεν:

- Ἕνας Θεὸς θὰ μᾶς κρίνῃ... κ᾿ ἕνας θάνατος θὰ μᾶς ξεχωρίσῃ.

Καὶ εἶτα μετὰ στεναγμοῦ προσέθετε:

- K᾿ ἕνα κοιμητήρι θὰ μᾶς σμίξῃ.

Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε, πρὶν ἀπέλθη νὰ κοιμηθῆ, νὰ μὴν ὑποψάλη τὸ σύνηθες ᾆσμα του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κᾶμε κ᾿ ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Τὴν ἄλλην βραδιάν, ἡ χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον.

- Ἄσπρο σινδόνι... νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ... ν᾿ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας... νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας.

Ἐφαντάζετο ἀμυδρῶς μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν᾿ ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ὅλα τὰ περασμένα: Τὸ καράβι, τὴν θάλασσαν, τὰ ψηλὰ καπέλα, τὰ ὡρολόγια, τὰς ἁλύσεις τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἁλύσεις τὰς σιδηρᾶς, τὰς πόρνας τῆς Μασσαλίας, τὴν ἀσωτίαν, τὴν δυστυχίαν, τὰ ναυάγια, νὰ τὰ σκεπάσῃ, νὰ τὰ ἐξαγνίσῃ, νὰ τὰ σαβανώσῃ, διὰ νὰ μὴ παρασταθοῦν ὅλα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα, καὶ ὡς ἐξ ὀργίων καὶ φραγκικῶν χορῶν ἐξερχόμενα, εἰς τὸ ὄμμα τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου. N᾿ ἀσπρίσῃ καὶ νὰ σαβανώσῃ τὸν δρομίσκον τὸν μακρὸν καὶ τὸν στενὸν μὲ τὴν κατεβασιάν του καὶ μὲ τὴν δυσωδίαν του, καὶ τὸν οἰκίσκον τὸν παλαιὸν καὶ καταρρέοντα, καὶ τὴν πατατούκαν τὴν λερὴν καὶ κουρελιασμένην: Νὰ σαβανώσῃ καὶ νὰ σκεπάσῃ τὴν γειτόνισσαν τὴν πολυλογοῦ καὶ ψεύτραν, καὶ τὸν χειρόμυλόν της, καὶ τὴν φιλοφροσύνην της, τὴν ψευτοπολιτικήν της, τὴν φλυαρίαν της, καὶ τὸ γυάλισμά της, τὸ βερνίκι καὶ τὸ κοκκινάδι της, καὶ τὸ χαμόγελόν της, καὶ τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της καὶ τὸ γαϊδουράκι της: Ὅλα, ὅλα νὰ τὰ καλύψη, νὰ τὰ ἀσπρίση, νὰ τὰ ἀγνίση!

* * *

Τὴν ἄλλην βραδιάν, τὴν τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, ἐπανῆλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.

Δὲν ἔστεκε πλέον εἰς τὰ πόδια του, δὲν ἐκινεῖτο οὐδ᾿ ἀνέπνεε πλέον.

Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος. Ὑγεία κατεστραμμένη. Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικὰ λυωμένα. Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ, νὰ αἰσθανθῇ, νὰ χαρῇ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ. Ἔπιε διὰ νὰ σταθῇ, ἔπιε διὰ νὰ πατήσῃ, ἔπιε διὰ νὰ γλιστρήσῃ. Δὲν ἐπάτει πλέον ἀσφαλῶς τὸ ἔδαφος.

Ηὖρε τὸν δρόμον, τὸν ἀνεγνώρισεν. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸ ἀγκωνάρι. Ἐκλονήθη. Ἀκούμβησε τὶς πλάτες, ἐστύλωσε τὰ πόδια. Ἐμορμύρισε:

- Νὰ εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!... Νὰ εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια...

Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ σχηματίσῃ λογικὴν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις καὶ ἐννοίας.

Πάλιν ἐκλονήθη. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν παραστάτην μιᾶς θύρας. Κατὰ λάθος ἤγγισε τὸ ρόπτρον. Τὸ ρόπτρον ἤχησε δυνατά.

- Ποιὸς εἶναι;

Ἦτο ἡ θύρα τῆς Πολυλογοῦς, τῆς γειτόνισσας. Εὐλογοφανῶς θὰ ἠδύνατό τις νὰ τοῦ ἀποδώση πρόθεσιν ὅτι ἐπεχείρει ν᾿ ἀναβῇ, καλῶς ἢ κακῶς, εἰς τὴν οἰκίαν της. Πῶς ὄχι;

Ἐπάνω ἐκινοῦντο φῶτα καὶ ἄνθρωποι. Ἴσως ἐγίνοντο ἐτοιμασίαι. Χριστούγεννα, Ἅις-Βασίλης, Φῶτα, παραμοναί. Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος.

- Ποιὸς εἶναι; εἶπε πάλιν ἡ φωνή.

Τὸ παράθυρον ἔτριξεν. Ὁ μπάρμπα-Γιαννιὸς ἦτο ἀκριβῶς ὑπὸ τὸν ἐξώστην, ἀόρατος ἄνωθεν. Δὲν εἶναι τίποτε. Τὸ παράθυρον ἐκλείσθη σπασμωδικῶς. Μίαν στιγμὴν ἂς ἀργοποροῦσε!

Ὁ μπάρμπα-Γιαννιὸς ἐστηρίζετο ὄρθιος εἰς τὸν παραστάτην. Ἐδοκίμασε νὰ εἴπῃ τὸ τραγούδι του, ἀλλ᾿ εἰς τὸ πνεῦμα του τὸ ὑποβρύχιον, τοῦ ἤρχοντο ὡς ναυάγια αἱ λέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογοῦ, μακρύ-στενὸ σοκάκι!...»

Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοῦ ἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.

- Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε... ζωντανὸ σοκάκι.

Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.

Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.

«Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!... Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»

Καὶ τὸ παράθυρον πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχε κλεισθῆ. Καὶ ἂν μίαν μόνον στιγμὴν ἠργοπόρει, ὁ σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θὰ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς χιόνος.

Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. K᾿ ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δυὸ πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.

Καὶ ὁ μπάρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾿ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.

_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Το απανωχείλι του τράγου   Πεμ Μαρ 18, 2010 2:39 pm

Τα παιδιά όμως τι φταίνε;;;;;;;;;

Καίει και τσουρουφλίζει ετούτη η κουβέντα του Λιαντίνη.

Ειδικά όταν τις τελευταίες μέρες έχεις διαβάσει στο διαδίκτυο και νέες αποδομήσεις του λόγου και της παρουσίας του στα γράμματα και στον κόσμο. Δεν ήταν λέει ποιητής ο Λιαντίνης.

Μπα καθόλου. Μόνο που ο ίδιος ο Λιαντίνης έρχεται να διαψεύσει τους παραχαράκτες και τους σκυλευτές του λόγου του:

ΟΛΑ ΤΑ ΕΙΔΕ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ...

Και τα έγραψε. Και μία και δύο και συνεχώς, ώσπου έφυγε διαμαρτυρόμενος για τα αυτιά των ανθρώπων που πεισματικά έμεναν κλειστά:

http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.com/2010/02/blog-post_7439.html

Παράθεση :
Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.

Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο Γαλάζιο διαμάντι.

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι αυτο το έγκλημα με σκοτώνει.

Να φροντίσεις να κλείσεις με τα χέρια σου τα μάτια της γιαγιάς Πολυτίμης, όταν πεθάνει. Αγάπησα πολλούς ανθρώπους. Αλλά περισσότερο τρεις. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή, τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπουκη, και τον Παναγιώταρο το συγγενή μου, γιο και πατέρα του Ηρακλή.

Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου.

Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου.

Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στην μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη και αυτή την τιμή. Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα. Αν όμως δεν αντέξω να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή, να τον κάψετε σε ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπης

Έζησα έρημος και ισχυρός.

Λιαντίνης


Τη μέρα που θα πέσω έδωσα εντολή να στεφανωθούν οι μορφές
Σολωμού στη Ζάκυνθο κ' Λυκούργου στη Σπάρτη. "

Οι Λυκοπροβατόσχημοι είναι το κείμενο που έλειπε για τη σωστή ανάγνωση του τελευταίου γράμματος του Λιαντίνη. Το κείμενο που φωτίζει την πράξη του ως διαμαρτυρία και όχι ως αυτοκτονία για το παχύ άντερο του κάθε αργόσχολου του διαδικτύου που αυτοαναγορεύεται ως αγαπών το Λιαντίνη.

Ο Λιαντίνης οπαδούς δεν ήθελε. Να μας ξυπνήσει από τον ύπνο μας το βαθύ θέλησε. Να μας κάνει να αγαπήσουμε όχι τον ίδιο μα ό,τι κι εκείνος πολύ αγάπησε. Και να αγωνιστούμε να δικαιώσουμε την πράξη του. Καλύτερο να κάμουμε τον κόσμο που θα παραδώσουμε στα παιδιά. Γράφει χαρακτηριστικά στο κύκνειο άσμα του:

«Η αιτία είναι ότι τα παιδιά μας γεννιούνται λευκά σαν το νωπό χιόνι, και οι ενήλικοι εμείς τα βουτάμε στην κολυμπήθρα της παιδείας γιομάτη κατράμι και πίσσα. Κιόλας με τα έξι του χρόνια το γέννημα κατάντησε έκτρωμα.»

ΓΚΕΜΜΑ, 221

Η αιτία για ποιο; Που πέθανε ο θεός...

"Ρωτάτε πού πήγε ο θεός; Εγώ θα σας πω. Τον σκοτώσαμε! Εσείς κι εγώ τον σκοτώσαμε."

Από το Νίτσε (Η ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, στοχασμός 125) και τη Γκέμμα του Δημήτρη Λιαντίνη, σελ. 219

Το κείμενο του Νίτσε τελειώνει έτσι:

"Λένε ακόμη πως εκείνη την ίδια μέρα ο Τρελός μπήκε σε πολλές εκκλησίες, κλαίγοντας σύνθεσε το δικό του Requiem για τον αιώνιο θάνατο του θεού. Ύστερα βγήκε και είπε τα τελευταία του λόγια: Μα τι είναι αυτές οι εκκλησιές των ανθρώπων, αν δεν είναι οι σπηλιές και τα μνήματα του θεού;"

Έτσι κι εμείς, οι τρελοί όπως μας λένε οι διάφοροι λυκοπροβατόσχημοι του διαδικτύου, μπαίνουμε στη φιλοσοφία του Λιαντίνη και στην τελευταία του πράξη. Δεν αναζητούμε μια χούφτα οστά σε σπηλιές του Ταϋγέτου ούτε και σε μνήματα. Μα τις αιτίες του εγκλήματος που τον σκότωσε.

Σεβόμαστε το αίνιγμα που θέλησε να αφήσει. Δεν παριστάνουμε τα λαγωνικά που θα εξιχνιάσουν αυτό το αίνιγμα. Αν ο Λιαντίνης ήθελε να ξέρουμε τα τι και τα πώς θα φρόντιζε να μας τα αφήσει με το νι και με το σίγμα. Είναι απρέπεια στη μνήμη του η εμμονή στη λύση του αινίγματος.

Το αίνιγμα είναι το δώρο για να ξυπνήσουμε. Και να δούμε πού καταντήσαμε:

"Γιατί οι ηλεκτρονικές μηχανές που διαδέχουνται το νεκρό θεό του Νίτσε δεν έχουνε ψυχή. Και χωρίς ψυχή, να γνωρίζει κάποιος από πόνο και για θάνατο, τι ευγένεια ημπορεί να κατέχει;"

ΓΚΕΜΜΑ, 219

Ποιες είναι οι ηλεκτρονικές μηχανές; Παριστάνουνε ότι δεν καταλαβαίνουμε; Και τι θέλει να πει ο Λιαντίνης με το χωρίς ψυχή; Ακριβώς αυτό που παρακολουθούμε στο διαδίκτυο. Αυτούς τους ανθρώπους τους χωρίς ψυχή. Που δεν έχουν ιερό και όσιο. Μόνο πληκτρολόγιο να καθυβρίζουν και να συκοφαντούν τους συνανθρώπους τους. Είναι η αιτία του προβλήματος, του εγκλήματος που σκότωσε το Λιαντίνη. Τι ημπορούν αυτοί να γνωρίζουν από τον πόνο το δικό του;

"Η αιτία είναι ότι η ελίτ των κοινωνιών, επιστήμονες πολιτικοί καλλιτέχνες δεν έχουν ήθος. Εκείνο το ποικιλόδειρο αηδονάκι, που ο Ηράκλειτος τό 'λεγε δαίμονα και θεό στον άνθρωπο, έπαψε να λαλεί και να πεταρίζει στις αυλές και στα περιβόλια. Και στο αντίπερα, ψοφιμολογούν και τρώνε στην Αγορά αραδαριές οι κουρούνες. Κανένας αρχοντόπουλος και κανένας ντελής δε βγαίνει πια να λαφοκυνηγήσει στα όρη τη γνώση, την τιμή, την ειλικρίνεια στην πηγή και στη βάση της. Στην origo et fons."

ΓΚΕΜΜΑ, 221

Ήθος κύριοι. Και κυρίες.

Και όποιος δεν το έχει, αδυνατεί να με πείσει πως έχει την παραμικρή σχέση με τη φιλοσοφία του Λιαντίνη.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Το απανωχείλι του τράγου
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ-
Μετάβαση σε: