ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Κυρά σε θέλω...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Κυρά σε θέλω...   Πεμ Ιουλ 30, 2009 7:46 am

Για να μη βαρεθείτε όσοι μείνετε εντός και ενταύθα θα σας αφήσω χρήσιμο υλικό προς μελέτη...

ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΜΙΚΡΟΣ ΑΠΟΠΛΟΥΣ

http://www.mikrosapoplous.gr/extracts/mathisis/44b.html
__________________________

Η Όλγα
Γαρυφαλλιάς Κατσαμπάνη-Τσαγκάρη

Από το βιβλίο "Οι λεύκες ξαναγέμισαν πουλιά"


Εκεί που δεν είχαν τι να κάνουν, τι να πουν οι άνθρωποι σ' εκείνο το μικρό χωριό και στ' άλλα χωριά εναγύρω και πέθαιναν από ανία και πλήξη, το θέμα τους ήρθε ουρανοκατέβατο εκεί που δεν το περίμεναν. Κι έγινε η απασχόληση τους, τι Λέω, η απόλαυση τους. Το συζητούσαν παντού, στις ρούγες, στις αυλές και στις ξώπορτες οι γυναίκες, στους καφενέδες και τα κρασοπουλιά οι άνδρες, στα σοκάκια και στις αλάνες τα παιδιά.

—Τα μάθατε, τα μάθατε; Η Όλγα έφυγε, έλεγε ο ένας.

—Έφυγε; πού πήγε, στην πατρίδα της τη Ρωσία; ρωτούσε ο άλλος.

—Όχι! Όχι! Παράτησε τον άνδρα της το Σωτήρη, κι έφυγε, έσπευδαν να τους ενημερώσουν όσοι ήξεραν καλύτερα.

—Αμ τι καρτέραγε ο Σωτήρης; Κοριτσάκι η Όλγα κι εκείνος εξηντάρης, σιτεμένος, με 'κείνον θα καθόταν, είπε άλλος.

—Και φαινόταν καλό κορίτσι, αλλά σαν χόρτασε φαΐ δώθε πάν’ οι άλλοι, δεν τίμησε το ψωμί που έφαγε, είπε μια φαρμακόγλωσσα.

—Έτσι είναι οι ξένες, τι περιμένεις; «Παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είν' και μπαλωμένο». Ξένη ήθελε ο Σωτήρης και πήρε την Όλγα. Κανείς δεν ξέρει πούθε κρατάει η σκούφια της και τώρα που 'φυγε θα ντρέπεται να βγει στην στράτα και στον καφενέ, είπε μια άλλη.

Οι γλώσσες δούλευαν ασταμάτητα, έκοβαν κι έραβαν, απορώ πως δεν πάθαιναν υπερκόπωση.

Την Όλγα την είχα συναντήσει καμιά δεκαριά φορές στο γραφείο που δούλευα. Είχε έρθει για δουλειές και μου έκανε άριστη εντύπωση. Ευγενική, με τα σπαστά ελληνικά της, με το γλυκό χαμόγελο που φώτιζε το κουκλίστικο πρόσωπο της, μελαχρινή, κοντούλα, γεμάτη κι αφράτη με τη δροσιά των εικοσιπέντε χρόνων της ήταν χάρμα οφθαλμών. Σ' ενάμισο χρόνο μαθεύτηκε πως παντρεύτηκε σε στενό οικογενειακό κύκλο σ' ένα ξωκλήσι με το Σωτήρη το ανύπαντρο γεροντοπαλίκαρο του σπιτιού που δούλευε.

Στα χωριά όλα μαθαίνονται. Ακούστηκε παντού για το πόσο καλή κοπέλα ήταν η Όλγα, και τι καλή νοικοκυρά, φιλόξενη και γλυκομίλητη, πρόσεχε τον πεθερό της και καλοδεχόταν τους συγγενείς. Όλοι όσοι ήξεραν καλοτύχιζαν το Σωτήρη που από το διάλεξε-διάλεξε, η μια του βρώμαγε η άλλη του μύριζε, από τον εγωισμό του, ήταν Βλέπεις μοναχογιός και νοικοκυρόπαιδο, κόντευε να μείνει μαγκούφης. Μα να που ο θεός τον καλοκάρδισε και του έτυχε ο πρώτος αριθμός του λαχείου. Η μοίρα του είχε τάξει την Όλγα και του την έφερε από την άλλη άκρη του κόσμου από τη Ρωσία, έλεγαν κάποιοι. ¶λλοι, έλεγαν, πως ήταν καλό σπίτι ανοιχτό και φιλόξενο και ο θεός τους αντάμοιψε.

Η Όλγα σαν άκουγε να τη λένε Ρωσοπόντια, κοκκίνιζε, πειραζόταν και διόρθωνε: «δεν είμαι Ρωσοπόντια, Πόντια είμαι, Ελληνίδα, Όλγα Αποστολίδου με λένε». Ήταν, έλεγαν, δασκάλα στον τόπο της, μορφωμένη κοπέλα. Ας όψεται η φτώχεια, έλεγαν κάποιοι. «Όλα τα θάματα κρατούν τρεις μέρες και το μεγάλο - της Ανάστασης του Κυρίου - έξι» λένε στο χωριό μου. Έτσι, σιγά-σιγά, ξεχάστηκε και το φευγιό της Όλγας κι ο Σωτήρης ξαναβγήκε στους καφενέδες και στις δουλειές του. Όποτε κάποιος τον ρώταγε για την Όλγα δεν έλεγε για κείνη κακιά κουβέντα, μόνο έλεγε πως δεν μπορούσε να την κρατήσει με το Ζόρι, ας πήγαινε στο καλό. Στο τέλος τον άφησαν ήσυχο και δεν τον ξαναρώτησαν για την Όλγα. Το θέμα ξεχάστηκε και οι χωριανοί έψαχναν να βρουν άλλο θέμα να ξομπλιάσουν, να περάσουν την ώρα τους και να λησμονήσουν τα δικά τους προβλήματα που σαν έβγαιναν από τη θύρα του σπιτιού τους τα σφάλιζαν μαζί της στο σπίτι και τ' άφηναν εκεί.

Είχαν περάσει δυο χρόνια πάνω-κάτω από το φευγιό της Όλγας. Είχα πάει στην Αθήνα και πέρασα από το γραφείο της φίλης μου της Βέτας, που είναι δικηγόρος, να τη δω.

—Κάτσε, μου είπε η φίλη μου, μη φεύγεις τώρα τελειώνω. Είναι μεσημέρι, θα πάμε να φάμε εδώ πιο κάτω σ' ένα εστιατόριο, είναι ευκαιρία να τα πούμε καλύτερα και να θυμηθούμε τα παλιά. Μάζεψε η Βέτα τα χαρτιά της και πήρε την τσάντα της να φύγουμε όταν στην πόρτα του γραφείου φάνηκε η Όλγα και μας χαιρέτησε.

— Κυρία Φυλλιώ, τι κάνετε, πώς από δω; είπε με έκπληξη όταν με είδε. Πλησίασε με αγκάλιασε και φιληθήκαμε.

—Η Βέτα είναι φίλη μου, συμμαθήτρια μου από το Γυμνάσιο. Εσύ πώς βρέθηκες εδώ, Όλγα, τι κάνεις; ρώτησα και η έκπληξη μου έγινε χαρά.

—Α! Η Όλγα είναι ένα εξαιρετικό κορίτσι, πελάτισσα μου και καλή υπάλληλος, είπε η Βέτα.

—Ναι η κυρία Βέτα με βοήθησε πολύ. Μου έδωσε δουλειά, φιλία, στοργή, είπε η Όλγα.

—Την αξίζεις με το παραπάνω, Όλγα μου, είπε η Βέτα.

—Πότε φεύγετε, κυρία Φυλλιώ; θέλω να σας μιλήσω, θα μου κάνατε χάρη αν γινόταν να έρθετε στο σπίτι μου.

—Θα μείνω τρεις-τέσσερις μέρες, Όλγα. Αν θέλεις αύριο το πρωί μπορώ να έρθω ή μήπως έχεις άλλη δουλειά; Αλλά θέλω να μου μιλάς στον ενικό, σε θεωρώ φίλη μου.

Συνφωνήσαμε και την επόμενη στις 10 το πρωί χτυπούσα το κουδούνι στην πόρτα της Όλγας σ' ένα διαμέρισμα κάπου στο Περιστέρι. Μου άνοιξε η Όλγα χαμογελώντας καλόκαρδα. Με πέρασε στο σαλονάκι της.

—Κάθισε μέχρι να ετοιμάσω καφέ, μου είπε.

Όσο να έρθει η Όλγα παρατηρούσα το σπίτι της που άστραφτε από καθαριότητα και μου έκανε εντύπωση το καλό της γούστο στην επίπλωση του, που ήταν απλή χωρίς να κοστίζει πολύ, μα με αρχοντιά. Σε λίγο ήρθε η Όλγα κρατώντας ένα δίσκο με τους καφέδες και μια πιατέλα γεμάτη κομμάτια κέικ.

— Ξέρεις, Φυλλιώ, όταν σε είδα ένιωσα πως συνάντησα ένα δικό μου άνθρωπο, την αδελφή μου, τη μάνα μου, πες, που είναι μακριά. Σ' ευχα-ριστώ που ήρθες σπίτι μου.

—Εκείνες τις λίγες φορές που είχαμε συναντηθεί κάτω στο χωριό, στο γραφείο μου, σε συμπάθησα και σ' εκτιμώ, Όλγα, είπα.

—Έχω τόση ανάγκη ν' ανοίξω την καρδιά μου σε μια φίλη, έτσι σε θεωρούσα και σε θεωρώ κι ας μην είχαμε έρθει πιο κοντά, Φυλλιώ, αλλά πιες τον καφέ σου, θα κρυώσει· το κέικ το έφτιαξα εγώ.

—Ευχαριστώ, όλα είναι υπέροχα,είπα.

—Τι λένε, Φυλλιώ, στο χωριό για μένα; Ο Σωτήρης τι κάνει;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κυρά σε θέλω...   Πεμ Ιουλ 30, 2009 7:47 am

—Ο Σωτήρης είναι καλά. Όσο για το τι λένε, τι να σου πω; Ό,τι και να κάνεις, ό,τι και να πεις λένε πάντα κάτι έτσι για να περνάει η ώρα τους, μικρή βλέπεις η κοινωνία, χωρίς πολλά ενδιαφέροντα οι άνθρωποι. Εσένα τι σε νοιάζει; Είσαι βλέπω μια χαρά και χαίρομαι γι αυτό, Όλγα.

—Δεν ήθελα να γίνουν έτσι τα πράγματα, δεν ήθελα να φτάσω εκεί, μα δεν άντεχα άλλο.

—Δεν είμαι 'γω που θα σε κρίνω, Όλγα, αν έχεις ανάγκη να μιλήσεις, μίλα, είμαι έτοιμη να σ' ακούσω.

¶ρχισε η Όλγα να μιλάει κι ήταν χείμμαρος ο λόγος της.

«Ξεκίνησα, Φυλλιώ, από τον τόπο μου με την ευχή των γονιών μου που υπέκυψαν στην επιμονή μου, όταν άνοιξε ο δρόμος κι ερχόταν κόσμος στη Ελλάδα. Ελλάδα ακούγαμε κι Ελλάδα δεν ξέραμε, όμως μες στην ψυχή μας, γενεές-γενεών, ήταν βαθιά ριζωμένη η γνώση πως στην Ελλάδα ήταν οι ρίζες μας. Εμείς είμαστε, λέγαμε, κλωνιά και φύλλα στο μεγάλο δέντρο του Ελληνισμού. Ο Ελληνισμός του Πόντου, κυνηγημένος από πολλούς που ήθελαν τον αφανισμό του, σκόρπισε σ' όλα τα σημεία της απέραντης χώρας που την έλεγαν Σοβιετική Ένωση. Αντέξαμε, μείναμε Έλληνες. Μιλούσαμε μεταξύ μας τα ποντιακά κρυφά, μείναμε Χριστιανοί Ορθόδοξοι και είχαμε στην καρδιά μας την Ελλάδα. Μόλις άλλαξε η πολιτική κατάσταση τα πράγματα στένεψαν, δυσκόλεψαν οικονομικά. Κάποτε θα φτιάξουν, θα γίνουν καλύτερα , μα θ' αργήσουν. Γεννήθηκα στο Ουζμπεκιστάν σ' ένα χωριό κοντά στην Τασκένδη, εκεί που έφεραν τους δικούς μου οι διαταγές του Στάλιν. Τα πράγματα δύσκολα, εγώ σαν δασκάλα δεν είχα δουλειά. Η αδελφή μου κι ο άνδρας της, γιατροί κι οι δυο, ίσα που ζούσαν. Οι γονείς μου, αγρότες, ψευτοζούσαν. Αποφάσισα κι ήρθα στην Ελλάδα να ζήσω καλύτερα και να παντρευτώ εδώ, να κάνω οικογένεια. Δύσκολα κι εδώ, δεν ήξερα τη γλώσσα που μιλάει ο κόσμος. «Αρχή είναι», είπα, «θα φτιάξουν όλα με τον καιρό, θα παλέψω». Πήγαινα και δούλευα στις λαϊκές αγορές και στα πανηγύρια με άλλους συντοπίτες μου. Μετά γνωρίστικα με κυρίες και δούλευα τ' απογεύματα και τα πρωινά, όταν δεν είχα λαϊκή, στα σπίτια τους· καθάρισμα, πλύσιμο χαλιών, τέτοιες δουλειές. ¶ρχισα να μαζεύω λίγα χρήματα. Μια μέρα εκεί στη λαϊκή ήρθε ένας κύριος καλοντυμένος, πλησίασε προς το μέρος μου κι έτρεξα να τον εξυπηρετήσω.

— Δε θέλω να ψωνίσω, κοπέλα μου, να σου μιλήσω θέλω.

— Σας ακούω, κύριε, είπα.

Μου είπε πως με ήθελε για δουλειά. Είχε την πεθερά μου, μια ηλικιωμένη γυναίκα, άρρωστη, κατάκοιτη από εγκεφαλικό στο χωριό. Ήθελαν μια γυναίκα να τη φροντίζει. Με έβλεπε ταχτικά στη λαϊκή, του είχα κάνει καλή εντύπωση και γι’ αυτό πρότεινε σε μένα να πάω. Αν δεχόμουν θα είχα καλό μισθό, φαγητό, στέγη και τα δώρα μου από τα παιδιά της. Αποφάσισα να πάω, δεν είχα να χάσω τίποτα αν δε μου άρεσε θα έφευγα. Έτσι βρέθηκα στο χωριό, στο σπίτι του Σωτήρη του άνδρα μου που έμενε με την άρρωστη μάνα του και τον πατέρα του που είχε περάσει τα ογδόντα του. Έμεινα, κόλλησα, καθώς έλεγε ο Σωτήρης. Καλοί άνθρωποι, ευγενική και καλόκαρδη η άρρωστη πέρναγα καλά. Νοικοκυρόσπιτο, γεμάτο το σπίτι, το κατώι γεμάτο λάδια, κρασιά, ελιές, καρπούς, φρούτα, πλούσια τα πάντα. Μετά από τόση στέρηση είπα πως ήρθα στον παράδεισο.

Ο Σωτήρης ήταν τότε πενήντα πέντε χρονών καλοστεκούμενος, καλοζωισμένος, ομορφάντρας κι εγώ εικοσιπέντε. Ήταν μαζί μου όλο περιποιήσεις κι ευγένεια. Είχα ανάγκη από ένα δικό μου άνθρωπο και τον βρήκα στο Σωτήρη. Σ' ένα χρόνο από τον πηγαιμό μου στο χωριό έφυγε η μάνα του Σωτήρη. Εγώ της έκλεισα τα μάτια, ας είναι άγιο το χώμα της. Μετά την κηδεία και το σαρανταήμερο μνημόσυνο μίλησα στο Σωτήρη.

—Τώρα πρέπει να φύγω, του είπα, τι να κάνω πια εδώ.

— Γιατί να φύγεις; Σε έδιωξε κανείς; Πού θα πας; ρώτησε κείνος. Σε χρειαζόμαστε και σ' αγαπάμε, συνέχισε, μόλις περάσει το πένθος σ' έξι μήνες, αν θέλεις θα παντρευτούμε. Δε σε θέλω για δούλα, σύντροφο μου και κυρά στο σπίτι μου σε θέλω.

Έμεινα και παντρευτήκαμε με το Σωτήρη. Στην αρχή ήμουν ευτυχισμένη. Έκανα όνειρα, είχα ένα σπίτι δικό μου, τον άνδρα μου που μ' αγαπούσε, θα κάναμε παιδιά και θα γέμιζε με παιδικές χαρούμενες φωνές το σπίτι κι η αυλή. Τα χρόνια πέρασαν, δυο-τρία, και το παιδί δεν ερχόταν. Ήθελα πολύ ένα παιδί, ήθελα να πάρω τη σκυτάλη της Ζωής μου και να την πάω πιο πέρα, γιατί εκτός των άλλων πιστεύω ότι τα παιδιά είναι εκείνα που μας διαδέχονται στη σκυταλοδρομία της Ζωής και του χρόνου. Δεν έβλεπα και στο Σωτήρη την ίδια λαχτάρα, την ίδια επιθυμία. Του είπα να πάμε σε γιατρούς κι αν υπήρχε πρόβλημα να μας βοηθήσουν. Ο Σωτήρης δεν ήθελε να πάμε σε γιατρούς, δεν ήθελε εξετάσεις. «Αν ήθελε ο θεός θα μας έδινε παιδί». Δεν ήθελε ν' ακούσει γιαυτό το θέμα πια κουβέντα, είπε.

Ο καιρός πέρναγε, εγώ έφτασα τα τριάντα κι ο Σωτήρης τα εξήντα και παιδί πουθενά. Δεν έφτανε αυτό, αγόρασε κατσίκες κι εγώ έπρεπε να τις ταΐζω, να τις αρμέγω, να πίζω το τυρί, να φροντίζω τις κότες και τα κουνέλια, να φτιάγνω κήπους, δουλειές που ποτέ δεν ήξερα να κάνω. Επιπλέον πήγαινα μαζί του στο λιομάζεμα και σ' όλες τις αγροτικές δουλειές· είχαν μεγάλη κτηματική περιουσία. Τα βράδια που πήγαινα για ύπνο πονούσαν τα πόδια μου και το κορμί μου από την κούραση. Έκανα υπομονή, μα πόσο; Ο Σωτήρης μου είχε πει πως με ήθελε σύντροφο και κυρά κι εγώ σιγά-σιγά κατάντησα να είμαι δούλα δίχως μισθό. Δούλευα για ένα πιάτο φαΐ. Από την άλλη ο πεθερός μου έκανε σ' όλα κουμάντο. Μια μέρα άλλαξα θέση σε κάποια έπιπλα στο σαλόνι για να κάνω πιο πολύ χώρο. Σαν τα είδε ο πεθερός μου πρασίνισε από το κακό του.

—¶κου να σου πω, Όλγα, αυτά να τα κάνεις στο σπίτι σου, στα έπιπλα σου και στο σαλόνι σου, είπε. Εδώ είναι το σπίτι μου, κατάλαβες;

Και η αλήθεια ήταν αυτή, Φυλλιώ, το σπίτι ήταν δικό του κι όχι του Σωτήρη, δεν του το είχε κάνει συμβόλαιο. Το σπίτι θα το άφηνε έτσι για να έρχονται όλα του τα παιδιά και τα εγγόνια του. Στο Σωτήρη είχε γράψει τη μισή περιουσία αλλά από τα εισοδήματα έπαιρνε ο πεθερός μου τα περισσότερα χρήματα. Νόμιζε,βλέπεις,πως αν είχε χρήματα θα ήταν εξασφαλισμένος, θα τον κοιτάγαμε. Δεν είχε καταλάβει πως η αγάπη των ανθρώπων σου σ' εξασφαλίσει στα γηρατειά κι όχι τα λεφτά. ¶ρχισα να στεναχωριέμαι, έγινα νευρική, έχασα το κέφι μου. Ένιωθα ανασφάλεια, τα χρόνια περνούσαν κι εγώ δεν είχα παιδιά, μήτε σπίτι, μήτε περιουσία, τίποτα δικό μου. Ο Σωτήρης ήταν αδύνατος χαρακτήρας, είχε αδυναμία στον πατέρα του κι έτσι γινόταν ό,τι ήθελε κείνος. Η αδελφή του Σωτήρη δεν ανακατευόταν, έκανε πως δεν καταλάβαινε τι γινόταν.

Μια μέρα είπα στο Σωτήρη να συζητήσουμε. Του πρότεινα να πάρουμε, να υιοθετήσουμε ένα παιδί. Στην αρχή είπε «να δούμε» και στη συνέχεια αρνήθηκε. Του είπα τότε πως δεν άντεχα πια να δουλεύω για ένα πιάτο φαΐ κι έτσι που πήγαιναν τα πράγματα μπορεί και να έφευγα.

—Εγώ δεν κρατώ κανέναν με το Ζόρι, μου είπε, αν θες να φύγεις άιντε στο καλό. Πάντως δε σε διώχνει κανείς. Όσο για παιδί ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι θα είμαστε χωρίς παιδιά.

Ένιωσα να μη μ' αγαπάει ο άνδρας μου, ν' αδιαφορεί να μη με φροντίζει, να μη με προστατεύει. Δεν είχα από πού να πιαστώ, πού να στηριχτώ, ένιωσα μόνη και ξένη.

Ήταν, θυμάμαι, Κυριακή πρωί που ο πεθερός μου αναίτια μου μίλησε προσβλητικά, άπρεπα. Ο Σωτήρης δεν πήρε θέση. Πικράθηκα πολύ. Δεν αναγνώριζαν την προσφορά μου. Αισθάνθηκα αδικημένη, προδομένη, ένα τίποτα, ένα μηδενικό. Κατάλαβα, για μια ακόμη φορά, πως ποτέ δε με είδαν σαν οικοδέσποινα, έμεινα για αυτούς η υπηρέτρια, η ξένη. Ο Σωτήρης με τον πεθερό μου έφυγαν μετά απ' αυτό για το καφενείο. Έμεινα στο σπίτι μόνη, όπως έμενα συχνά, μαγείρεψα και τους περίμενα. Μπήκα σε μια στιγμή στη σάλα, κοίταξα εναγύρω, όλα τα πράγματα ήταν του σπιτιού, ήσαν της πεθεράς μου, τίποτα δικό μου, το ίδιο στην κρεβατοκάμαρα, στην κουζίνα, παντού. Ένα απέραντο κενό, απελπισία και μοναξιά γέμισαν την ψυχή μου.

—Τι με κρατάει εδώ μέσα; αναρωτήθηκα. Όλα είναι ξένα, εγώ τους είμαι ξένη.

Πήρα αμέσως μια βαλίτσα κι έβαλα μέσα όπως-όπως όσα ρούχα μου χώραγε, πήρα κάποια χρήματα, οικονομίες, 50-60 χιλιάδες δραχμές, τα δικαιούμουν, τόσα χρόνια δούλεψα κει μέσα και βγήκα στο δρόμο. Πιο κάτω είναι το ξωκλήσι της Παναγιάς, μπήκα μέσα άναψα κερί και την παρακάλεσα να σταθεί κοντά μου, στήριγμα μου. Πέρναγε στη δημοσιά ένα ταξί μπήκα μέσα και πήγα στο σταθμό του τρένου στο κοντινό κεφαλοχώρι. Σε λίγο ήρθε το τρένο ανέβηκα κι ήρθα στην Αθήνα.

Με φιλοξένησε μια-δυο βδομάδες μέχρι να ταχτοποιηθώ μια φίλη μου, από τα μέρη μου. Εκείνη μου σύστησε τη φίλη σου την κυρία-Βέτα. όταν τη ρώτησα για δικηγόρο. Τη δεύτερη κιόλας μέρα από το φευγιό μου πήγα και τη βρήκα . Έβαλα εμπρός τις διαδικασίες για το διαζύγιο. Της είπα την ιστορία μου και ότι δεν είχα χρήματα μα θα δούλευα και θα την πλήρωνα.

—Μην ανησυχείς για χρήματα, μου είπε. Έχεις δουλειά ή θέλεις βοήθεια;

—Δεν έχω μα θα ψάξω και κάτι θα βρω. Κάνω ό,τι δουλειά τύχει αρκεί να είναι τίμια.

Εκείνες τις μέρες έφευγε με σύνταξη η καθαρίστρια που καθάριε το μέγαρο κι έψαχναν να βρουν αντικαταστάτρια και με ρώτησε αν ήθελα ν' αναλάβω εγώ. Πήρα τη δουλειά με καλό μισθό και ασφάλεια. Μου έδωσαν κι ένα καλό ποσό προκαταβολή. Νοίκιασα τούτο το δυάρι σιγα-σιγά το γέμισα με δικά μου πράγματα. Έφτιαξα το νοικοκυριό μου. Ηρέμησα, Φυλλιώ, έχω την κούραση μου και τη μοναξιά μου μα η δουλειά μου, η ασφάλεια μου, το σπίτι μου, μου δίνουν αυτοπεποίθηση. Ζω αξιοπρεπώς. Έχω και βιβλιάριο στην τράπεζα. Μαζεύω χρήματα για ν' αγοράσω σπίτι, ας είναι μικρό αρκεί να είναι δικό μου, να μην πληρώνω νοίκι.

Το διαζύγιο προχωράει και σ' ένα μήνα τελειώνει. Δε Ζήτησα τίποτα από το Σωτήρη ούτε αποζημίωση, όπως θα μπορούσα για τα πέντε χρόνια που δούλευα κοντά του, ούτε διατροφή. Την ελευθερία μου του Ζήτησα μόνο και δέχτηκε. Του εύχομαι κάθε καλό, υγεία και να βρει την ευτυχία. Πολλοί μου λένε να παντρευτώ μα δε βιάζομαι, να ηρεμήσω ακόμη, ν' αγοράσω σπίτι και βλέπουμε. Είμαι τριανταδύο χρόνων, μέχρι τα τριάντα πέντε μπορώ να περιμένω».

Σταμάτησε, πήρε ανάσα και με κοίταξε ίσια στα μάτια να δει την αντίδραση μου.

—Εσύ τι λες Φυλλιώ; ρώτησε ανυπόμονα.

—Τι να σου πω εγώ; Εσύ ξέρεις και μπορείς να κουμαντάρεις τη Ζωή σου, απάντησα.

—Με κατακρίνεις που έφυγα, που άφησα το Σωτήρη;

—Ποια είμ’ εγώ που θα σε κατακρίνω, κορίτσι μου; είπα.

—Βρήκα τον αυτοσεβασμό μου, την αξιοπρέπεια μου σαν άνθρωπος και δε μετάνιωσα, Φυλλιώ. Ο θεός με βοήθησε και στάθηκα όρθια. Η ώρα είχε περάσει, τη χαιρέτησα, της ευχήθηκα από καρδιάς κάθε καλό και έφυγα.

Πέρασαν δυο χρόνια από τότε και μια μέρα πήρα ένα προσκλητήριο γάμου. Παντρευόταν η Όλγα και με καλούσε στο γάμο της. Η φίλη μου η δικηγορίνα με πληροφόρησε πως ο γαμπρός ήταν ένας έμπορος, καλός άνθρωπος, γύρω στα σαράντα, με καλή πελατεία. Είχε το μαγαζί του στη γειτονιά που έμενε η Όλγα. Κουμπάρα στο γάμο ήταν η Βέτα. Δε μπορούσα να πάω στο γάμο. Της έστειλα ένα δώρο και μύριες ευχές για μια ζωή ευτυχισμένη.

Δύο χρόνια μετά το γάμο της, η Όλγα με κάλεσε να γίνω νονά στο ένα από τα δίδυμα παιδιά της, στο κοριτσάκι. Το αγόρι θα το βάφτιζε η Βέτα. Πήγα με πολλή χαρά κι έβγαλα την κόρη της Όλγας, όπως η ίδια μου το ζήτησε, Φυλλιώ. Το αγοράκι η Βέτα το είπε Βασίλη, το όνομα του πατέρα της. Ο Τάσος, ο άνδρας της Όλγας, χαμογελούσε ευτυχισμένος, το ίδιο ευτυχισμένη έλαμπε δίπλα του η Όλγα. Τους λίγους καλεσμένους τους, μετά τη Βάφτιση, περιποιήθηκαν στο άνετο τεσσάρι διαμέρισμα τους που είχαν αγοράσει μαζί με τις οικονομίες τους.

Φεύγοντας, την άλλη μέρα, είχα στο νου την ευτυχισμένη τους οικογένεια. Επιτέλους η νεαρή Ελληνοπόντια από το Ουζμπεκιστάν είχε βρει την ευτυχία. Εύχομαι από αυτό το όμορφο όνειρο της να μην ξυπνήσει ποτέ.

~~~~~~~~~ ΤΕΛΟΣ ~~~~~~~~~

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κυρά σε θέλω...   Πεμ Ιουλ 30, 2009 8:29 am

Μιλήσαμε πολλές φορές ως τώρα για γυναίκες.

Και λόγω της ιδιαιτερότητας του φόρουμ οι πιο πολλές ήταν για τις γυναίκες της θάλασσας.

Ώρα να δούμε όμως και άλλες πτυχές...

Γιατί και οι γυναίκες της θάλασσας γυναίκες είναι. Και θέλουν δε θέλουν κάποια στιγμή βρίσκουν μπροστά τους όλα όσα αντιμετωπίζουν και οι υπόλοιπες γυναίκες, μόνο και μόνο γιατί είναι γυναίκες.

Η Όλγα της ιστορίας είναι βέβαια αλλοδαπή. Όμως πόσες άλλες γυναίκες και ας μην είναι αλλοδαπές συναντούν την ίδια κατάσταση;

Κυρά σε θέλω! Κυρά θα σε έχω... και μετά;

Μετά ανακαλύπτεις πως είσαι το σκλαβάκι. Και η μηχανή της αναπαραγωγής.

Δε πα να είσαι και καπετάνισσα; Δύσκολα θα αποφύγεις αυτό το ρόλο. Γιατί αυτός ο ρόλος είναι το στερεότυπο που η κοινωνία έχει χαλκεύσει για τα θηλυκά της μέλη...

Τουλάχιστον παλιότερα οι σχέσεις ήταν πιο καθαρές και τίμιες:

Παράθεση :
Τα κορίτσια της οικογένειας, με το γάμο τους έβγαιναν από το σπίτι του πατέρα τους και έμπαιναν στην οικογένεια του άντρα τους, σε χωριστή ή στην οικογένεια του πεθερού τους, ζώντας έτσι για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί του, πριν η νέα οικογένεια αποχωρήσει τμηματικά, υλικά (άλλη καλύβα) και οικονομικά (διανομή του κοπαδιού και δημιουργία εξ ολοκλήρου χωριστού και αυτόνομου νοικοκυριού) και γίνει έτσι ανεξάρτητη.

Το κορίτσι που παντρευόταν, έπαιρνε το προικιό του που συνίστατο στα ατομικά ρούχα (φορεσιές, ποδιές, πουκαμίσες με κεντητά φρούσα, καλτσούνες και άλλα χρηστικά υφαντά-η πλήρης γιορτινή στολή της αποτελείτο από 26 κομμάτια) και σκεπάσματα που τα είχε το ίδιο υφάνει, κεντήσει και πλέξει και λίγα ζώα, ενδεχομένως. Δεν είχε κληρονομικά δικαιώματα στα κοπάδια του πατέρα της.

Η νιόπαντρη γινόταν μέλος της οικογένειας του άντρα της, στα μέλη της οποίας όφειλε τυφλή υπακοή και σεβασμό (πεθερός= πατέρας, πεθερά= μητέρα και κουνιάδοι= αδέρφια). Η νύφη γινόταν «αποδεκτή», αποκτούσε αναγνώριση και γινόταν σεβαστή στα πλαίσια της νέας οικογένειας από τη στιγμή που γινόταν μητέρα του γιου του άντρα της.

Οι εθιμικοί κανόνες που αφορούσαν στο γάμο της και στις οικονομικές και συγγενειακές σχέσεις με τις οικογένειες του πατέρα της και του άντρα της θυμίζουν το σχετικό δίκαιο της αρχαίας Αθήνας για τις κόρες όταν παντρευόντουσαν.

ΠΗΓΗ:

http://www.proinoslogos.gr/pn/index.php?module=pagesetter&func=viewpub&tid=11&pid=2823

Η θέση της γυναίκας στην Σαρακατσάνικη οικογένεια
Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗ,
πρ. Πρύτανη Δημοκρίτειου Πανεπ. Θράκης


Σε άλλες πάλι κοινωνικές ομάδες η σχέση ήταν πιο αυστηρή:

http://www.vlahoi.gr/index.asp?RFRM=http://www.vlahoi.gr/2004/imer-2004.htm

Παράθεση :
Στη βλάχικη διευρυμένη οικογένεια, με τις συλλογικές προτεραιότητες να εξισορροπούν τις συγκρούσεις των ρόλων, υφίσταται μια αυστηρή εθιμική ιεραρχία που η γυναίκα πρέπει να σεβαστεί απόλυτα. Προσφωνεί όλα τα αρσενικά μέλη με τον όρο αφέντη, υπακούει στην πεθερά και σέβεται την ιεραρχία μεταξύ των συννυφάδων της.

Αλλά και στα δικά μου μέρη, στην Ήπειρο, η γυναίκα μπαίνοντας στην καινούρια οικογένεια με το γάμο, υποχρεωνόταν να φέρεται με σεβασμό ακόμη και στα μωρά που συναντούσε στο αντροσόι της. Η καημένη η γιαγιά μου που χωρίς να ξέρει γράμματα ήταν από φυσικού της πλασμένη επαναστάτρια σε τέτοιες καταπιέσεις, είχε να λέει μέχρι τα γεράματα σχετικές ιστορίες. Πχ για τη μικρή αδερφή του άντρα της, μωρό στην κούνια τη βρήκε σαν μπήκε νύφη στο σπίτι, που έπρεπε ακόμη κι αυτήν να την αποκαλεί "κυρά". Και τι σκηνή απείρου κάλλους όταν το μωρό έκανε τα κακάκια του κι εκείνη έπρεπε να ενημερώσει την πεθερά - αφέντρα:

- Μάνα, η κυρά χέσκε!

Μάνα... Και ας μην ήταν μάνα της. Απαράβατος όρος όμως να την αποκαλεί μάνα. Εκείνη όμως μόνο για κόρη της δεν την έβλεπε. Τις δικές της κόρες τις φύλαγε από τις δουλειές, τις νυφάδες; Τις ξεπάτωνε!

Έφτασε όμως κάποια στιγμή περνώντας τα χρόνια και η γιαγιά μου σήκωσε μπαϊράκι και όχι μάνα δεν την έλεγε πια μια ένα σύνθετο χρησιμοποιούσε με κατάληξη γριά και πρώτο συνθετικό που ίσως συνειρμικά της θύμιζε εκείνο το τρισάθλιο:

Η κυρά χέσκε...

Στην εποχή μας το πρόβλημα όσο και αν νομίζουμε ότι έχει περιοριστεί, υποβόσκει και δημιουργεί τεράστια προβλήματα σε πολλές γυναίκες.

Δίνω σχετικά αυτό το λινκ:

http://www.teleiosgamos.gr/forum/viewtopic.php?t=650

Από κει και παραθέτω την εισαγωγή στο θέμα:

Παράθεση :
Κορίτσια μια ερώτηση προς όλες : πώς απευθύνεστε στα πεθερικά σας;Τους αποκαλείτε με τα ονόματά τους;Βάζετε και το κυρία/κύριε μπροστά;Ή πολύ απλά τους φωνάζετε μαμά-μπαμπά;Με έχει αγχώσει αυτό το θέμα!Μέχρι τώρα τους μιλούσα στον Πληθυντικό,μέτα τον πρόσφατο αρραβώνα μας και μπρος στον επικείμενο γάμο μας κατάλαβα ότι είναι καιρός να το κόψω γιατί με κάνει να φαίνομαι απόμακρη.Στην πεθερά μου το είπα και τώρα προσπαθώ να της μιλάω στον Ενικό(μου φαίνεται παράξενο!),αλλά νομίζω ότι είναι αδύνατο να την πω μαμά...Για τον πεθερό μου δε, ούτε λόγος.Ακόμη στον Πληθυντικό,δε μπορώ να το κόψω αν και ξέρω ότι μάλλον τους κακοφαίνεται...Να σημειώσω ότι έχουμε άριστη σχέση,με αγαπάνε πολύ και από την αρχή έκαναν τα πάντα για να με κάνουν να αισθανθώ άνετα.Λέτε μετά το γάμο να μου βγει από μόνο του το μαμά-μπαμπά;Και μέχρι τότε τι κάνω;;;Help me!!!!!!!!!!!!!!

Αξίζει να επισκεφθείτε αυτό το φόρουμ και να διαβάσετε τις τοποθετήσεις των σημερινών γυναικών γύρω από το επίμαχο ζήτημα. Πώς αποκαλούν τα πεθερικά τους;

Και μέσα από τις προσφωνήσεις θα εντοπίσετε και πώς τα βλέπουν, ποια είναι η σχέση μαζί τους...

Κι ακόμη να προσέξετε και την ψηφοφορία που έχουν κάνει εκεί. Πόσες σημερινές γυναίκες φωνάζουν μαμά και μπαμπά τα πεθερικά τους. Πόσες τους μιλάν απόμακρα στον πληθυντικό και πόσες με τα μικρά ονόματα και στον ενικό.

Θα μου πείτε στην προσφώνηση είναι το πρόβλημα; Διαβάστε και θα δείτε ότι ναι, είναι και εκεί. Και όχι μόνο λεκτικά. Η ουσία είναι που μετράει. Πως ακόμη και όταν η νύφη υποχωρεί και φωνάζει τα πεθερικά της μαμά - μπαμπά, μόνο σαν γονείς της δεν τους βλέπει.

Θα μπορούσε να είναι και αλλιώς;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 7896
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Κυρά σε θέλω...   Πεμ Ιουλ 30, 2009 8:35 am

Ως επίλογο στην προηγούμενη ανάρτηση παραθέτω και τη χριστιανική άποψη:

http://www.jesuslovesyou.gr/Woman/Relationships/R_2.htm

Υπάρχουν και τα πεθερικά...

[της Σταματίας Κωστούλη-Βασιλειάδου, παιδαγωγού-εκπαιδευτικού]


Το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσε μια γυναίκα, είναι να συγκατοικούσε μόνιμα με τα πεθερικά της. Ωστόσο, η χριστιανή γυναίκα επιθυμεί να δοξάζει τον Κύριο και σ’ αυτή την ευαίσθητη, και μερικές φορές εκρηκτική, περιοχή της ζωής. Παρακάτω σημειώνονται οδηγίες, που μπορεί να φανούν χρήσιμες και σ’ εσάς.

Ας τους τιμήσουμε

Η Ιερή Βίβλος παρέχει σοφή διδασκαλία γύρω από τις σχέσεις μας με τα πεθερικά μας, με την εντολή: "Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, διά να γίνεις μακροχρόνιος επί της γης". Αλλά και του Παύλου η προτροπή "Γίνεσθε δε εις αλλήλους χρηστοί, εύσπλαγχοι, συγχωρούντες αλλήλους…", βρίσκει μεγάλη εφαρμογή στην περίπτωσή μας. Επίσης και το "Γίνεσθε προς αλλήλους φιλόστοργοι διά της φιλαδελφείας, προλαμβάνοντες να τιμάτε αλλήλους". Βέβαια, για να επιτευχθούν όλα αυτά, χρειάζεται ν’ αφήσουμε το Θεό να δουλέψει στο χαρακτήρα μας, με το να παραδοθούμε ολοκληρωτικά σ’ Αυτόν. Πρέπει να πεθάνει το εγώ μας και να ζει μέσα μας ο Χριστός.


Προβλήματα από ανάμειξη στενών ή μακρινών συγγενών

Ξόδεψε χρόνο με τα πεθερικά σου και ψάξε για τρόπους που θα μπορέσεις να φανείς ευγενική και χρήσιμη σ’ αυτούς. Μπορεί να σε κουράζουν οι επαναλαμβανόμενες συμβουλές τους ή να μη τις βρίσκεις σύμφωνες με τη γνώμη τη δική σου και του συζύγου σου, όμως άκουσέ τις με υπομονή και προσοχή. Να είσαι διακριτική στα αισθήματά τους. Μην παραλείπεις να τους ευχαριστείς για ό,τι κάνουν. Το "ευχαριστώ" δεν είναι αυτονόητο και δεν κουράζει όταν επαναλαμβάνεται. Αν πάλι σε πληγώνουν μ’ αυτά που λένε ή κάνουν, να είσαι έτοιμη να τους συγχωρείς. Πόσες φορές υποχρεούμαστε να συγχωρούμε; Απ’ ό,τι λέει ο ίδιος ο Κύριός μας, "έως εβδομηκοντάκις επτά".

Προσοχή στην οικονομική εξάρτηση

Ο πειρασμός να στηρίζονται στη βοήθεια των πεθερικών, προκαλεί σε πολλά ζευγάρια σοβαρές δυσκολίες. Συνεπάγεται υπερβολικές υποχρεώσεις προς αυτούς και δημιουργεί μια αφύσικη εξάρτηση. Θα έλεγε κανείς πως είναι φαινόμενο του καιρού μας, πολλά νέα ζευγάρια, ενώ έφτιαξαν δική τους οικογένεια και μάλιστα εργάζονται ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι, να εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται από τους γονείς του ενός ή του άλλου. Αυτό έχει πολλά δυσάρεστα επακόλουθα.

Πρώτα φέρνει σε δύσκολη θέση τους γονείς, ιδιαίτερα όταν έχουν και άλλα παιδιά, που κι εκείνα έχουν δικαιώματα.

Δεύτερο, και χειρότερο, δεν αφήνει τους νέους ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους, να ωριμάσουν επιτέλους και να μάθουν "να περισσεύονται και να υστερούνται". Πολλοί γονείς, επειδή πέρασαν μεγάλη φτώχεια στα παιδικά ή νεανικά τους χρόνια, θέλουν να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά τους. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούν ανθρώπους χωρίς στοιχειώδη αίσθηση της οικονομίας ενώ, παράλληλα, θεωρούν τους γονείς υποχρεωμένους συνεχώς να δίνουν.

Θα έφτανα στο ακραίο σημείο να πω: Αν βρεθείτε στην ανάγκη να δανειστείτε, καλύτερα να στραφείτε σε κάποιο άλλο πρόσωπο παρά να διακινδυνεύσετε τους οικογενειακούς δεσμούς. Οπωσδήποτε, αν αναγκαστείτε να δανειστείτε από τους γονείς σας, φροντίστε να επιστρέψετε το δάνειο σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα, το οποίο θα τηρήσετε πιστά.

Αν είναι δυνατό, μη μένετε στο ίδιο σπίτι

Δίνοντας οδηγίες για τις υποχρεώσεις του γάμου, ο Κύριος Ιησούς Χριστός ξεκαθάρισε πως κάθε φορά που ένα νέο σπιτικό ιδρύεται, οι νεόνυμφοι πρέπει να ξεχωρίζουν από τις οικογένειες των γονέων τους και να προχωρούν στη ζωή εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλο. Καθώς πολλά προβλήματα προκύπτουν όταν δύο ζευγάρια ζουν κάτω από την ίδια στέγη, είναι καλύτερο να σχηματίζονται ξεχωριστά σπιτικά. Αν πάλι αυτό δεν είναι εύκολο για κάποια περίοδο - ίσως στην αρχή -, μοιραστείτε τις υποχρεώσεις και, οπωσδήποτε, εξασφαλίζετε χρόνο για να βρίσκετε μόνοι με το σύζυγό σας.

Οικοδομήστε αμοιβαίες σχέσεις εκτίμησης

Από προσωπική μου πείρα, καθώς και άλλων ζευγαριών, διαπίστωσα πως οι γονείς του συζύγου είχαν πολλά να προσφέρουν στο νέο ζευγάρι. Είναι σπουδαίο, από την αρχή ακόμη του γάμου, γιατί όχι και του αρραβώνα, να δείτε τους γονείς του συζύγου σας - το ίδιο ισχύει φυσικά και από τη δική του πλευρά - όχι σαν πεθερό και πεθερά αλλά σαν "πατέρα" και "μητέρα". Δεν είναι σωστό το φαινόμενο που παρατηρείται συχνά τον τελευταίο καιρό, να χρησιμοποιούνται προσφωνήσεις που δε δείχνουν σεβασμό και τρυφερότητα αλλά μάλλον καλλιεργούν ψυχρότητα και απόσταση.

Μη ξεχνάτε, μέσα στα προγράμματα ψυχαγωγίας σας, να συμπεριλαμβάνετε πότε-πότε και τους γονείς σας (του συντρόφου σας εννοούμε…). Αν μένουν μακριά, προγραμματίστε κάποιες γιορτινές ημέρες να τις περνάτε μαζί. Αυτό συσφίγγει το δεσμό σας.

Μοιραστείτε μαζί τους τις χαρές και τα προβλήματά σας. Αυτοί μάς νιώθουν πάντοτε σαν κομμάτι από τον εαυτό τους και είναι πρόθυμοι, εκτός εξαιρέσεων, να συμπάσχουν και να συγχαίρουν μαζί μας. Ακόμη, όταν μπορούν να σας φανούν χρήσιμοι σε κάποια εξυπηρέτηση, μη διστάσετε να το ζητήσετε. Αυτό τους κάνει να αισθάνονται χρήσιμοι και όχι άχρηστοι και "ξοφλημένοι".

Αν από την αρχή του γάμου τηρηθεί μια σωστή στάση, θα καλλιεργηθεί ανάμεσά σας σχέση αγάπης και αμοιβαίας εκτίμησης. Αυτό φέρνει δόξα στο Θεό και, οπωσδήποτε, συντελεί στη δική σας και δική τους ευτυχία.

(το παραπάνω άρθρο είναι απόσπασμα από το βιβλίο "Γυναίκα τέλεια")

______________

Εσείς αγαπητές μου συμφορουμίτισσες, μελετήστε καλά τα κείμενα και αποφασίστε: Θα είστε μια τέλεια γυναίκα;;;;

Και πώς είναι το δικό σας πρότυπο της τέλειας γυναίκας;

Σε τι συμφωνείτε και σε τι διαφωνείτε με όσα διαβάσατε;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Κυρά σε θέλω...
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ :: ΓΥΝΑΙΚΕΣ-
Μετάβαση σε: