ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Σαλιγκάρια και Αράχνες

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Σαλιγκάρια και Αράχνες   Τετ Ιουν 03, 2009 8:53 am


Έσκυψε και τα κοίταξε ξαφνιασμένη... όταν πέρασε η πρώτη έκπληξη για όλα τα άλλα. Τότε και μόνο τα πρόσεξε κι αυτά. Να σκαρφαλώνουν, να προσπαθούν να σκαρφαλώσουν, όλο και πιο πάνω.

Αγώνας κι αυτός, ε; Να ξεκινάς από το χώμα και έρποντας και σαλιώνοντας να δίνεις μάχη για να φτάσεις στα ψηλά. Ψηλά πού; Και πατώντας πάνω σε τι;

Τα σαλιγκάρια δεν έχουν αυτιά. Δεν έχουν και γλώσσα να απαντήσουν τις απορίες. Μόνο φύλλο πορείας ελευθέρας ανόδου. Γατζώνονται λοιπόν όπου βρουν και τραβάνε για πάνω!

Οι άνθρωποι πάλι, όσοι τουλάχιστον θέλουν όχι μόνο να λέγονται, κρατάνε αντίθετη διαδρομή. Και τακτική.

Ξανακοίταξε τα σαλιγκάρια και ένα θυμωμένο αγκάθι φώλιασε στη σκέψη της.

- Με πέρασαν κι εμένα για σαλιγκάρι... Ένα ακόμη σαλιγκάρι; μονολόγησε φωναχτά. Τόσο λάθος λοιπόν;

Κι έπειτα πρόσεξε πως ήταν και άλλα. Ούτε ένα ούτε δύο. Μερικά είχαν κιόλας χωθεί στα κορφώματα, γιατάκια ακριβοπληρωμένα με τόνους από σάλιο...



"Σαλίγκαρε, σαλίγκαρε, βγάλε τα κέρατά σου..."

Θυμήθηκε το τραγουδάκι που έλεγαν παιδιά. Θυμάσαι και τι άλλο μολογούν για τα σαλιγκάρια; Φτάνουν, λέει, κι αυτά ψηλά. Τα σαλιγκάρια και οι αετοί. Ίδιο χάρισμα... Οι αετοί πετώντας. Τα σαλιγκάρια; Ρώτησαν κάποτε ένα σαλιγκάρι:

- Πώς τα κατάφερες και έφτασες τόσο ψηλά;

- Έρποντας, γλείφοντας και με τα κέρατά μου! η περήφανη και αποστομωτική απάντηση.

Κάθου τώρα και σκέψου και συλλογίσου. Ανθρώπους και γεγονότα και στιγμές.

Πήγε λέει τις προάλλες κάποιος... Και άφησε εκεί δα ένα όστρακο. Ένα κοχύλι. Ποιος; Γιατί; Ποιος πάει σε ένα τάφο και αφήνει κοχύλια;

Την απάντηση την έλαβε προχτές διαβάζοντας ένα βιβλίο για μουσεία και τέχνες. Τα κοχύλια, έγραφε η συγγραφέας, ήταν από παλιά σύμβολο των προσκυνητών. Από το 12ο αιώνα και για λόγους ανεξήγητους...

Τα κοχύλια. Όχι τα σαλιγκάρια. Τα σαλιγκάρια, και δε χρειάζεται να ανοίξεις το Liddel - Scott, συγγενεύουν με τα σάλια. Δεν της περίσσευαν ποτέ. Τα σάλια... Ούτε και τότε που την έστειλε αδιάβαστη να μάθει στο λεξικό τι σημαίνει λέπας.

Έτρεχαν οι άλλοι από κοντά του. Να τον θαυμάσουν επάνω στην Ακρόπολη, να πιουν καφέδες και κρασάκια μαζί του. Πού είναι τώρα όλοι αυτοί; Και πού είναι κι εκείνος;

Να πεις πως δεν τον αγάπαγε; Πολύ. Και βαθιά. Και μετρημένα. Με την ίδια αγάπη που το λουλούδι γέρνει το κεφάλι του στον ήλιο. Ρουφάει ακτίνες αχόρταγα και δοξάζει τον ήλιο τον ηλιάτορα. Ύμνος στο φως και στην παντοδυναμία της ζωής. Ως εκεί όμως. Και καθόλου πιο πέρα.

Γύρισε και κάθισε σε ένα μαρμαράκι. Κι έπιασε να κλαίει βουβά. Πίσω τα κυπαρίσσια. Και στο βάθος η μικρή ταμπελίτσα ανάμεσα στις ελιές. "Γαλήνη"... Οδός Γαλήνης. Κι ένα μικρό όρος των ελαιών. Γαλήνη; Ποια γαλήνη; κάγχασε με πίκρα.

Άργησε να έρθει. Νωρίτερα έπρεπε. Μα και πάλι κάθε πράγμα που συμβαίνει εδώ κάτω είναι που φτάνει ο καιρός του. Μην τα κάνεις όλα δύσκολα. "Γιατί βασανίζεσαι τόσο;" που αναρωτιόταν και ο Λεονάρντο...

Άσπρα βότσαλα. Ποταμίσια. Και βράχια. Στο χρώμα της στάχτης. Και πετρούλες και τρυπούλες. Αμέτρητες. Χωρούν ακόμη σαλιγκάρια και σαλιγκάρια. Και ζούδια κάθε λογής. Τι είπε εκείνος ο άγνωστος άνθρωπος; Πως δεν είδε άλλη φορά τέτοιο τάφο; Ε, ναι. Κι εκείνος δεν ήταν ένας ακόμη.

Προσπάθησε να θυμηθεί τη φωνή του. Εκείνο το μέταλλο, καμπάνα ορειχάλκινη. Δυο μέτρα γης. Όλοι δυο μέτρα γης. Βασιλιάδες και ζητιάνοι. Κάτω, λίγο πιο πέρα, τα μερμήγκια πάλευαν τον αγώνα της κάθε μέρας. Και μια χαμομηλιά 'πο πάνω. Δάσος τροπικό... Θυμάσαι εκείνη την ιστορία με το λαγό; Δε λέω για το λαγουδάκι και το τσακάλι. Αυτά ήρθαν αργότερα. Jostein Gaarder. Αγαπημένος κι αυτός. Με το δικό του κόσμο της σοφίας. Κι ένα λαγουδάκι πιο τρομακτικό κι από τάφο. Χωμένοι εκεί, μέσα στη γούνα του, συμπαλεύουμε. Δε φτουράν εκεί τα σαλιγκάρια. Χωμένοι στην πυκνή του γούνα ιδέα δεν έχουμε πως υπάρχει κι άλλος κόσμος πιο πέρα. Κλεισμένοι και εγκλωβισμένοι στο δικό του μικρόκοσμο ο καθένας.

"Και πάντως, δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, έγραψε τελικά. Το Σύμπαν μοιάζει μ' ένα τεράστιο λαγουδάκι, που προβάλλει από το μαύρο ημίψηλο ενός άγνωστου ταχυδακτυλουργού. Οι φιλόσοφοι προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμα να σκαρφαλώσουν στις λεπτές τριχούλες του και να διακρίνουν το πρόσωπο του μεγάλου μάγου, να τον κοιτάξουν κατάματα. Κανείς δεν ξέρει αν τα κατάφεραν ή αν θα τα καταφέρουν ποτέ τους. Όταν, όμως, ο ένας κουράζεται και σταματάει, έρχεται ο άλλος και σκαρφαλώνει πάνω στη ράχη του, και συνεχίζει το ανέβασμα προς τα πάνω. Κατά την προσωπική μου γνώμη λοιπόν, υπάρχει μια πιθανότητα να τα καταφέρουν στο τέλος.

ΥΓ. Στη Βίβλο, υπάρχει μια ιστορία που μας θυμίζει το λαγουδάκι μας και την προσπάθεια των ανθρώπων ν' ανέβουν πάνω στο τρίχωμά του και να διακρίνουν τον κόσμο γύρω του. Είναι η ιστορία του πύργου της Βαβέλ, που καταστράφηκε επειδή ο μεγάλος μάγος δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τους ανθρώπους, που ακροβατούσαν στο λαγουδάκι το οποίο μόλις είχε βγάλει από το καπέλο του." ( 1 )

Αργότερα ήρθε η ιστορία με το λαγό και το τσακάλι:

"Όταν λέμε θάνατος, στη Φιλοσοφία εννοούμε το μηδέν. Όπως το λέει η Οντολογία.

Όταν λέμε έρωτας, στη φιλοσοφία εννοούμε το είναι.

Αυτοί είναι οι δύο πόλοι μέσα στους οποίους διαδραματίζεται το δράμα της ζωής. Αυτό που λέμε φύσις. Φύεσθαι. Γέννηση, δημιουργία. Είναι ακριβώς η διαλεκτική συνάντηση του έρωτα και του θανάτου. Του μηδενός και του είναι. Πεθαίνει ο παππούς, γεννιέται το εγγόνι. Έτσι; Μια τέτοια διαδοχή.

Και κάποτε που είχαμε κάνει ένα ωραίο μάθημα εδώ και μιλήσαμε για στρατό και δημοκρατία, φέραμε το παράδειγμα του λαγού με το τσακάλι, και είπαμε κυνηγάει το τσακάλι το λαγό, και του ξέφυγε ο λαγός. Και λέμε αχ, το καημένο σώθηκε. Αμ, δε σώθηκε. Σώθηκε ο λαγός αλλά θα πεθάνει το τσακάλι από την πείνα. Σ’ αυτό το φοβερό στιγμιότυπο δηλαδή, τη δραματική στιγμή της φύσης, θα ζήσει το ένα για να πεθάνει το άλλο. Σώθηκε ο λαγός, θα πεθάνει το τσακάλι από την πείνα. Άρπαξε το λαγό και τον ξέσκισε, πέθανε ο λαγός για να ζήσει το τσακάλι.

Αυτό δείχνει πόσο κοντά είναι ο έρωτας και ο θάνατος και ότι ο θεμέλιος λίθος, λίθος εις κεφαλήν γωνίας της ζωής μας, είναι ο θάνατος. Αλίμονό μας αν φύγει ο θάνατος από μέσα μας.

Λέτε απλά ένα πτώμα που το βλέπετε στο νεκροτομείο, δεν πεθαίνει. Γιατί;

Γιατί έχει φύγει ο θάνατος από μέσα του. Εγώ θα πεθάνω, που είμαι ζωντανός. Θα γίνω πτώμα. Το πτώμα δεν πεθαίνει. Έχει φύγει ο θάνατος απάνω στον οποίο οικοδομείται η ζωή."
( 2 )

Πώς τώρα από λαγούς και τσακάλια καταλήξαμε να παρακολουθούμε τον αγώνα των σαλιγκαριών;

Όπως καταλήξαμε να περνοδιαβαίνουμε στο θάλαμο του νεκροτομείου, φωτογραφίζοντας κόκαλα και αναλύοντας γενετικούς κώδικες.

- Ποιο αίνιγμα και ποιο δώρο; ακριβέ μου δάσκαλε...

Πλησίασε στερνή φορά τον τάφο. Μια μεγάλη αράχνη στεκόταν βασίλισσα στην κορφή:


Τα σαλιγκάρια τη δουλειά τους κι εκείνη τη δική της. Ξέρετε δα ποια είναι...

Η Αράχνη πάντως ήταν κάποτε μια όμορφη υφάντρα και παινεμένη που ζούσε στη Λυδία. Μόνο που έπεσε σε ύβρη και στη μάνητα των θεών. Ίδια κατά που λέει η σοφή παροιμία: "Ψηλά τη χτίζεις τη φωλιά και θα σου σπάσει ο κλώνος"...

- Λυδία. Θυμάσαι τι μας έλεγε για τη Λυδία;


Μηδένα προ του τέλους...

Ακούμπησε απαλά το χέρι πάνω στο σήμα. Έμαθε. Αυτό που ήθελε να μάθει, το γνώριζε πια.

Κάτω τα σαλιγκάρια και η αράχνη και τα άλλα ζούδια συνέχιζαν το έργο τους. Ε, και; Αυτός είναι ο κόσμος και δεν αλλάζει. Γύρισε την πλάτη και πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Το γεφυράκι... ο μικρός δρόμος του χωριού... η παραλία... Η παραλία του. Μια τελευταία στάση εδώ. Εδώ που η θάλασσα φιλάει τη στεριά. Και το τραγούδι μένει το ίδιο και αψεγάδιαστο. Σ' έναν κόσμο που συνέχεια αλλάζει... Πεθαίνει, γεννιέται. Σκαρφαλώνει σε κολοφώνες κι έπειτα βουλιάζει και χάνεται...


____________

1. Jostein Gaarder, Ο κόσμος της σοφίας, Εκδόσεις Λιβάνη, σελ. 156

2. Δημήτρης Λιαντίνης, Διάλεξη "Η φιλοσοφική θεώρηση του θανάτου", δες εδώ περισσότερα.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Σαλιγκάρια και Αράχνες
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ-
Μετάβαση σε: