ΠΟΡΤΑΛ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣΦόρουμΠόρταλΔΙΟΠΤΕΥΣΕΙΣΠΟΛΥΦΩΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟΕικονοθήκηΕγγραφήΣυχνές ΕρωτήσειςΣύνδεση
HOMA EDUCANDUS
ΠΟΡΤΑΛ


ΟΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΑΣ. ΜΑΣ ΤΙΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ.
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΙΣ ΒΛΕΠΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΝΤΟΥΚΑΝΤΟΥΣ...

Μοιραστείτε | 
 

 Νυκτερινά Φέγγη

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Νυκτερινά Φέγγη   Δευ Απρ 20, 2009 5:16 am


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Δευ Απρ 20, 2009 5:17 am


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Δευ Απρ 20, 2009 5:24 am

Και γαρ πολύ με εσκοτίσατε με το φέγγος και τα φέγγη...

Τουλάχιστον ας ρίξουμε ένα βλέφαρο στο Άγιο Πρωτότυπο. Πώς αλλιώς;

Πλάτων. Πολιτεία. Βιβλίο 6ο.

Εκεί και τα νυκτερινά φέγγη τα ακτινοβολούντα φως αμέτρητο. Ας μελετήσουμε το απόσπασμα. Αξίζει περισσότερο από κάθε απόπειρα προσέγγισης και ερμηνείας.

Κι έπειτα ας δούμε το εύστοχο σχόλιο του Λιαντίνη, όπως το δημοσίευσε η Διώνη:

ΔΙΩΝΗ έγραψε:
Παράθεση :

Ο συμβολικός τόπος της αρετής του ποιητή δεν είναι ούτε το σκότος ούτε το φως, αλλά η κοσμική νησίδα μιας απροσδιόριστης φωτοσκοτίας, στην οποία δεν κρατεί η τακτή διαδοχή, αλλά η έγκαιρη συνεργία της αντίθεσης. Η σκοτοποιός λειτουργεί χάρη στη φωτοτόκο δύναμη και αντίστροφα. Η χαρακτηριστική φράση του Πλάτωνα

νυκτερινά φέγγη

συνιστά ένα οδηγητικό προηγούμενο γι' αυτή τη μονοειδή σύλληψη με τη δημιουργική - γενετική ουσία της. Η ιδέα αυτή στην ποίηση του Σολωμού δεν ανιχνεύεται μόνο στη μυστική δυσκολία ορισμένων συμβόλων, αλλά ανευρίσκεται και στην ασυγκάλυπτη σύσταση μερικών απλών προτάσεων. Ο πρώιμος στίχος (2π, 9 )

βλέπω την ύστερη νυχτιά καταμεσήμερα

προετοιμάζει τη διατύπωση μιας εκφραστικής κορυφής του Κρητικού (1, 200 ) :

Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει.

Αυτό το φως της νύχτας που δίχως να πάψει νάναι φως δεν φτάνει να κατελύσει το σκότος, συμβολίζει τη μεσοδιάσταση της αρετής, σαν τόπο αγωνίας χαλεπό στην όραση και χαλεπότερο στην αφή. Μετά το Σολωμό, που ρίχνει τόξα γέφυρας ως τις αποκομμένες όχθες του Πλάτωνα, αυτή την αχειροποίητη εικόνα θα την ξανασυλλάβουν δύο ευνοημένες στιγμές της ελληνικής ποίησης με το Σεφέρη και τον Ελύτη:

Η μέρα φόρεσε τη νύχτα

θα γράψει ο πρώτος θημωνιάζοντας σ' ένα μουσικό σκεύος όλη την οδύνη της καθημερινότητας, που μοιάζει γύρω μας τόσο ανυποψίαστη.

"Μεσημέρι από νύχτα"

θα κράξει ενδιάθετα και ο δεύτερος αντικρύζοντας το κοσμολογικό αρχέτυπο της αρετής μέσα από ένα ηθικό βίωμα οριακό, που τελειώνει στην αρχή Θανάτου και Αναστάσεως.

Αναφορικά με τη χρήση των συμβόλων η νυχτολαμπρή της αρετής εμφανίζεται σε περισσότερες από μια περιπτώσεις και με διαφορετικώτερους από έναν τρόπους. Η ελευθερία σα σύμβολο της αρετής ή η αρετή σα σύμβολο της Ελλάδας προβάλλει στον Ύμνο με τα χρονοφόρα πατήματα της εθνικής Παντάνασσας, που λούζει τον κόσμο στο φως (1,87 ) :

Φως το χέρι, φως το πόδι,
Κι όλα γύρω σου είναι φως.

Εν τούτοις η ίδια ιδέα ξαναφαίνεται μετέωρη απάνου σε τόπο σκοτεινό και βροντερό, που τον κατασκεπάζει μαυρίλα και πίσσα (1, 211 ) :

και ιδού ... μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του
λαγού το αίμα, όπου η σπίθα έγγιζε κι εσβενότουνε.

Αυτή η μορφή σε τέτοιο σκοτάδι αρχίζει να τραγουδεί με τη δίκαιη λύρα. Όπως και ο Λάμπρος αντίστροφα, σ' ένα πέλαγο φως λαμπρό σαν του Χριστού την Ανάσταση, θ' αρχίσει να θεομαχεί και να καταριέται. Ο Λάμπρος η σάρκωση της αμαρτίας και του κακού, ο αχθοφόρος και ο εκθέτης του ερέβους. Ταυτόχρονα όμως είναι και ηρωική υποτύπωση, ιλαστήριο θήραμα και ξώβεργα αρετής. Η ηθική ευαισθησία του, προβάλλοντας για λίγο σα λουλούδι στα χάσματα, γεννά πίσωθέ του ένα σμάρι Ερινύες, που τον κυνηγούν με ιοβόλα συρίγματα ως τους ιερούς βωμούς των ικετών. Ο Λάμπρος σχεδιάστηκε από το Σολωμό (1, 157 )

κακοήθης αλλά μεγαλόψυχος άνδρας,

σύμφωνα με το συνοπτικό υπόμνημα του Πολυλά. Ολόκληρη την αγιωσύνη του εγκληματία ο ποιητής θα την δώκει με το όνομα του ήρωα. Ο Λάμπρος, που γιορτάζει τη Λαμπρή, ονοματικά συμβολίζει το φως που σκεπάζει το ηθικό σκότος. Έτσι η περίπτωση περιέχει τους συστατικούς όρους της ηθικής, που δεν θα υψωθεί στην κατάφαση και τη νίκη. Ο ποιητής όμως εσχεδίασε σωστά το αλώνι της πάλης.


Το απόσπασμα είναι από ΧΑΣΜΑ ΣΕΙΣΜΟΥ του Δημήτρη Λιαντίνη - κεφάλαιο ΛΑΜΠΡΗ ΝΥΧΤΑ - σελ. 108 - 110 . Ένα κεφάλαιο που ανιχνεύει στο βάθος των ιδεών του Σολωμού την αϊδιότητα της πλατωνικής σκέψης. Δικλείδα η φράση του Πλάτωνα "νυκτερινά φέγγη".

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Δευ Απρ 20, 2009 9:06 am

Τι είναι λοιπόν αυτά τα νυκτερινά φέγγη;

Τι άλλο από τη χειρουργική ματιά του Πλάτωνα (δηλαδή του Σωκράτη) στο πώς βλέπουμε τον κόσμο. Και πώς θηρεύουμε εμείς, τα θνητά όντα την αλήθεια. Τι λέγει πολύ απλά ο Πλάτων; Πως αντικειμενική γνώση της αλήθειας δεν μπορούμε να έχουμε απλά και μόνο γιατί βρισκόμαστε αντίκρυ της.

Ξέρεις πώς λένε τα μάτια στην Κρήτη; Φεγγιά...

Φαίνεται πως οι Κρητικοί κρατούν την παλιά γνώση του Πλάτωνα και έτσι αποτυπώνουν τη δική του ιδέα πως τα μάτια μας άλλο δεν είναι παρά η είσοδος του φωτός. Όπως ο φεγγίτης αφήνει το φως να περάσει σε σκοτεινό δωμάτιο. Μα αν έξω έχει πέσει η νύχτα, τι θα αφήσει να περάσει ο φεγγίτης ή τα φεγγιά μας; Σκοτάδι και μόνο... ή και ημίφως. Και βλέπουμε οι δύστυχοι σκιές και τις περνάμε για αλήθεια. Γιατί το φως δεν το γνωρίζουμε. Δεν το είδαμε ποτέ.

Λέγει και άλλα ο Πλάτων. Για κείνους που κατάφεραν και βγήκαν από το σκοτεινό δωμάτιο - το σπήλαιο - και είδαν και γνώρισαν το φως. Αναρωτιέμαι όμως ποιοι από τους σημερινούς κάθονται να διαβάσουν Πλάτωνα; Και που τα έγραψε και που δεν τα έγραψε, τι αλλάζει; Εμείς προτιμούμε να παίζουμε άντε να μην πω τι...

Μα ξέρετε ποιο είναι το γελοίο του πράγματος; Να δημοσιεύεις κατεβατά ολάκερα για την επιμονή του Λιαντίνη να διαβάσουν οι σπουδαστές του την Πολιτεία του Πλάτωνα. Και ο ίδιος να μην μπαίνεις στον κόπο να τη διαβάσεις αυτή τη ρημάδα την Πολιτεία. Να επιμένεις όμως οι άλλοι που άκουσαν έστω και λίγο στη ζωή τους Λιαντίνη να στέκονται κλαρίνο και να ακούν μετά προσοχής όσα λες και να σε δοξάζουν! Ναι, καταλαβαίνω την επιθυμία. Την αρχική εντύπωση με τα κομφετί στον αέρα και τις τυμπανοκρουσίες να την κρατήσουμε ολοζωής και να προσκυνάμε το μεγάλο έργο. Κι επίσης καταλαβαίνω γιατί δεν μπορεί να καταλάβει τι του λέμε.

Ξέρετε όμως πού έχω αρχίσει να έχω αντιρρήσεις; Με την τακτική εκείνων που ευλογήθηκαν να δουν το φως και επιμένουν να λοιδορούν τους κλεισμένους στο σκοτάδι.

Τι λέγει ο Πλάτων; Ή μάλλον τι γράφει ο Πλάτων και λέγει ο Σωκράτης... Πως θέλουμε όχι μόνο το φιλοσόφο αλλά και τον πολεμιστή ταυτόχρονα. Όχι εκείνον δηλαδή που θα ανεβεί στο φως και θα παραδοθεί στην παμβασιλεία του - λες και βρίσκεται κιόλας στα νησιά των μακάρων - μα που θα βρει τα κότσια να ξανακατεβεί στο σκοτεινό σπήλαιο. Εκεί που σέρνεται το αρίφνητο κοπάδι, το τυφλωμένο από γνώση και που ακτίνα φωτός δεν κληρώθηκε.

Θα πας εκεί και τα μάτια σου θαμπωμένα από το φως θα σε καταβουλιάξουν σε ακόμη χειρότερη μοίρα και από εκείνων που δε βγήκαν ποτέ από τη σπηλιά. Αυτοί τουλάχιστον, οι δεσμώτες του σκότους, έχουν συνηθίσει να διακρίνουν τις σκιές. Εσύ ούτε αυτές δε θα βλέπεις. Και θα σε περιγελούν για την άγρια τυφλωμάρα σου. Δεν είσαι εσύ αυτού του κόσμου πια. Είσαι ξένο σώμα. Σαν τον ποιητή που έλεγε πως μιλά και οι άλλοι νομίζουν ότι κορακίζει. Εκεί όμως να σε δω και να σε καμαρώσω. Να αντέχεις του πλήθους τις άναρθρες κραυγές και να μην ταράζεσαι. Γιατί εσύ έχεις τη γνώση.

Πότε έζησε ο Πλάτων βρε παιδιά; Πότε; Είναι πέρα για πέρα γελοίο το ίδιο να επαναλαμβάνεται και σήμερα για πολλοστή φορά και να μην ξέρουμε τουλάχιστον την ερμηνεία και την εξήγηση του φαινομένου. Βόδια. Τελείως βόδια και άξιοι της μοίρας μας. Εμ, δε φταίει το ζαβό το ριζικό μας. Ο κωλαράκος μας φταίει που δεν τον στρώνουμε κάτω να διαβάσει και να γίνει άνθρωπος. Παρά στρωνόμαστε στας οθόνας με το απογευματινό καρπούζι παραδίπλα και δώστου τα φληναφήματα περί Λιαντίνη. Γιατί ο Λιαντίνης έγραψε σε γλώσσα εποχής. Κι εμείς τον παπαγαλίζουμε και λέμε τον διαβάσαμε και τον κατέχουμε πια όλον. Ξεχάσαμε όμως να διαβάσουμε όσα εκείνος διάβασε... Κι έτσι ποτέ δε θα καταλάβουμε τι εννοεί με τις λέξεις που μας φαίνονται οικείες και καθημερινές.

Έτσι και με το φέγγος και τα φεγγιά. Που δεν είναι μόνο Πλάτωνας...


_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Δευ Απρ 20, 2009 9:25 am

Υπαινίχθηκα πριν ότι το φέγγος δεν είναι μόνο γέννημα του Πλάτωνα στο έργο του Λιαντίνη. Κατ' αρχάς διαβάστε τον Αλιβάνιστο του Παπαδιαμάντη και όσα εκεί έγραψε η Διώνη για το φέγγος. Κι έπειτα τραγουδήστε λιγάκι τον Επιτάφιο του Ρίτσου κι ας πέρασε η Μεγάλη Παρασκευή:



Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη γιε που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά
τα ωραία θα είν' δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε
το φέγγος κι η φωτιά μας


Άγνωστη λέξη το φέγγος;

Εμ, δε χρειάζεσαι Πλάτωνα. Μόνο την απλή καθημερινή γλώσσα αυτού του τόπου. Για τη σημασία της λέξης ομιλώ. Γιατί για το φέγγος του Λιαντίνη δεν αρκεί μόνο η λέξη και αυτό το εξηγήσαμε παραπάνω και μένει να το φωτίσουμε και άλλο...

____________

Επέλεξα επίτηδες ένα βίντεο με νέα παιδιά στην ορχήστρα έστω και μείνετε μουσικά παραπονεμένοι. Στόχος μας εδώ δεν είναι η μουσική σας διασκέδαση αλλά η σκέδαση της άγνοιας.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Δευ Απρ 20, 2009 11:39 am

φέγγος και φωτιά...

Έτσι τα ταιριάζει ο ποιητής. Και βρίσκω εδώ αφορμή να θίξω και κάτι άλλο πέρα από το φέγγος. Θα βοηθήσει όμως και αυτό στη βαθύτερη κατανόηση του όρου φέγγος στο Λιαντίνη.

Λέω λοιπόν εγώ τη λέξη

Πυρφόρος

Και πέστε μου εσείς τώρα τι σημαίνει; Εκείνο το "Που" το κεφαλαίο το βλέπετε; Είναι Πυρφόρος και όχι πυρφόρος. Ποιος είναι λοιπόν ο Πυρφόρος;

Θα δεχόσασταν για εξήγηση πως:

Πυρφόρος σημαίνει απλά και μόνο εκείνος που έχει και μεταφέρει φωτιά;

Στο βαθμό που στερείστε βασικών γνώσεων αποφοίτου Λυκείου, ναι.

Δεν ξεχνώ βέβαια όσα λέγει ο Λιαντίνης στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ του για το χάλι των σχολείων μας που κάνουν τα νέα βλαστάρια να αγνοούν ακόμη και τον Παρθενώνα. Και πονάει η ψυχή μου. Τον πόνο που κάποτε έκανε το Σεφέρη να ξεσπάσει σε κλάματα:

Παράθεση :
"Σε συνάρτηση με την κλασική Ελλάδα, έτσι εννοημένη στην ουσία της, ο Σεφέρης μας εμπιστεύτηκε μια ιδιωτική στιγμή του, που δεν πρέπει να φτάνει σε ώτα βέβηλα. Μια άγρια νύχτα στην Αφρική, καθώς διάβαζε την επίκληση που έκανε ο Προμηθέας στον αιθέρα στις πηγές και στον ήλιο, εξαιτίας τα βάσανα που τραβούσε, ξέσπασε σε λυγμούς.


Από πού ανέβηκαν εκείνα τα κλάματα του Σεφέρη τό 'νιωσα, και φαντάζομαι πως θα τό 'χει νιώσει κι ο καθένας με το δικό του τρόπο, αν ημπορεί να αισθάνεται τον "ελληνικό ελληνισμό", όταν ένα καλοκαίρι διάβασα λίγες γραμμές του Ντοστογιέβσκι για την Ελλάδα.

Στη νουβέλα του Το όνειρο ενός γελοίου, [...]

Έτσι φαντάστηκε τον ουρανό και την Ελλάδα ο Ντοστογιέβσκι. Είναι τάχα η αγνόηση της ανάγκης, αυτό που το είπαν "αφέλεια" στους έλληνες, που άφηκε να λάμψει αυτή η αβασίλευτη γιορτή στα καμπύλα τανύσματα του σώματος της Ελλάδας; Όχι, θα ειπεί ο τραγικός Αισχύλος.

Καθώς ο Προμηθέας αποθέτει στην ανάγκη των ανθρώπων το βάρος της αντοχής των θεών, θα τρίψει τα απολιθώματα των στεναγμών του στη χρυσόσκονη των εντόμων, στο γαργαρητό των πηγών και στην ηλιοσύνη του αιθέρα. Τραβώντας έτσι τα πάθη της η ζωή στην Ελλάδα κωδωνοκρούει την Ανάληψη του τόπου στο φέγγος των ανέμων, και στο ασταμάτητο γέλιο των κυμάτων της θάλασσας. "


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ ( 85 - 87 )

Να και πάλι το φέγγος... Φέγγος των ανέμων εδώ!!! Που συνοδεύει ποιον; Τον Προμηθέα. Ποιον Προμηθέα; Από τη Γκέμμα ( 58 )θα παραθέσω το ακόλουθο:

Παράθεση :

"Το τρίτο κεφάλαιο της Γένεσης ιστορεί πώς ο προάνθρωπος έγινε άνθρωπος. Πώς ο άλογος εγκέφαλος έγινε νους. Και ακόμη ιστορεί πώς ο άνθρωπος εξορίστηκε από τον ευδαίμονα κήπο της άγνοιας του φυτού και του ζώου, και πέρασε στην επίπονη χώρα της γνώσης. Στη γη της ιστορίας του.



Την ίδια περιπέτεια στον ελληνικό κόσμο μας την έχει περιγράψει ο περίφημος μύθος του Πρωταγόρα στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα. Καθώς και η αττική τραγωδία με τους τρεις Προμηθείς του Αισχύλου. Εδώ μάλιστα η διήγηση είναι πολύ πιο υψηλής τέχνης. Γιατί είναι ελληνική."


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΓΚΕΜΜΑ (σελ. 58 )

Και να που αναγκαζόμαστε να θυμηθούμε εδώ όλα εκείνα τα πικρά που έκαναν κάποτε και το Λιαντίνη να ξεσπάσει σε κλάματα. Έτσι τουλάχιστον λέγει η μαρτυρία ενός μαθητή του που τον άκουσε να διαβάζει τον Ελληνοέλληνα της Γκέμμας. Εκεί που ρωτάει με αγωνία τον αναγνώστη τι ξέρουν σήμερα οι νεοέλληνες από Ελληνικό και τι από Εβραϊκό. (σελίδα 110 )

Άδικα φαίνεται πως κύλησαν όμως τα δάκρυα και του Σεφέρη και του Λιαντίνη. Πρώτον γιατί η μαρτυρία έμεινε επί ξύλου κρεμάμενη και χωρίς να συνδεθεί το κλάμα των δύο ποιητών που το γεννά η ίδια ακριβώς αιτία. Ο καημός για τον ελληνικό ελληνισμό.

Κι έρχονται μετά τα παιδιά μας, η αθώα νέα γενιά, και προσπαθούν να βρουν τη σχέση Σεφέρη και Λιαντίνη. Ιδού η σχέση. Το κλάμα τους. Τα καυτά τους δάκρυα. Αυτός είναι ο δωρικός κίονας της σχέσης τους. Ένας κίονας που πάνω του είναι δεμένος ο Προμηθέας. Κλαίων και σπαράζων και εκείνος. Τόσο κλάμα, κλάμα αντρικό, και χαμένο χύνεται στις θάλασσες της λήθης και της άγνοιας. Αυτής της άγνοιας που δε γνωρίζει ούτε τους τίτλους των τραγωδιών του Αισχύλου. Εκείνου που ο Λιαντίνης τον ξεχώριζε ως και στη βιβλιοθήκη του από όλους τους άλλους συγγραφείς. Για τους άλλους έλεγε "AMO". Για τον Αισχύλο φύλαγε το "TIMEO". ( Γκέμμα, σελ. 240 )

Και θέλουμε μετά για Λακεδαιμονίους να μιλάμε. Αχ και να μπορούσα να γελάσω. Τα βλέπω και δάκρυα μου έρχονται για τούτα τα ανεκδιήγητα: Να αγνοούμε τον Προμηθέα Πυρφόρο. Και να μεταφράζουμε τον Πυρφόρο - με κεφαλαίο το "Που" κατά που λένε και οι αγράμματοι - με το λεξικό ανά χείρας. Ως αλλοδαποί που προσπαθούν να καταλάβουν τα ελληνικά. Εκεί καταντήσαμε. Γιατί λησμονήσαμε όχι μόνο τον Αισχύλο αλλά και τον Προμηθέα. Και θυμόμαστε μόνο τους μύθους των Εβραίων. Θέλουμε όμως και επιμένουμε να μιλάμε για Λιαντίνη. Και θέλουμε και επιμένουμε να το βουλώσουν οι άλλοι που κάτι ξέρουν παραπάνω.

Και ξέρουν και αυτά που οι καλοί φίλοι συμβουλεύουν. Πως δεν πρέπει κανείς να "σπαταλιέται" στο διαδίκτυο ούτε να παραγνωρίζει όλους τους κίνδυνους που ελλοχεύουν. Λογοκλοπή ο ένας από αυτούς. Και απαντώ: Ο βρεγμένος τη βροχη δεν την φοβάται. Ένα αυτό. Και δεύτερο, σημαντικότερο: Εγώ δε γράφω για να βγάλω φράγκα. Ούτε για να αποκτήσω δόξα. Κι ακόμη ξέρω να μετράω τις δυνάμεις μου. Δεν πήραν ακόμη τα μυαλά μου αέρα. Προς τι λοιπόν η ανησυχία; Όταν τόσα άλλα υπάρχουν για να μας πικραίνουν;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Δευ Απρ 20, 2009 11:53 pm

η φωτιά και το φως

Παράθεση :

"Ωρίωνος α, Αισχύλος. Το σύφλογο συνεπήρε τη γης, καθώς άναψαν τα καρφιά του Προμηθέα στον Καύκασο. Η φωτιά και το φως θα τινάζουνται από κοινή πηγή. Πάντα."

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ

Ο ΝΗΦΟΜΑΝΗΣ - σελ. 146

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τρι Απρ 21, 2009 12:33 am

fengo

των Γκρεκάνων της Γκρέτσια Σαλεντίνα



Από τις σημειώσεις του βίντεο στο you tube:



_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΙΩΝΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 881
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τρι Απρ 21, 2009 10:23 am

χεχε... βλέπω φέγγισε για τα καλά εδώ μέσα! Το αυθεντικό όμως φέγγος του Λιαντίνη δεν το ανακαλύψατε;

από τις ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ - Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ σελ. 52

"σκορπίζεται σα φέγγος σπασμένου φεγγαριού"

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τρι Απρ 21, 2009 10:54 am

Σκορπίζεται η Παρθένος σα φέγγος σπασμένου φεγγαριού;

Λοιπόν άκου πως και ο ... παρθένος και ο αγνός μαζεύει σπασμένα αστέρια και οραματίζεται ΑΣΤΕΡΑΚΙΑ:





Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Το αστεράκι»



Εντρυφώ να κυττάζω αντικρύ μου το μικρόν μέλαθρον – οπού αι δοκοί της στέγης του, γυμναί φατνώματος, φαίνονται όλαι καπνισμέναι και μελανωμέναι από την λαμπήν της μικράς εστίας εις την γωνίαν, της καιούσης τον χειμώνα – ταπεινόν ανώγειον, με τον εξώστην τον σκεπαστόν, όπου ο μαστρο-Κυριάκος κρημνίζεται τακτικά πάσαν Κυριακήν το βράδυ, όταν επιστρέφη αργά εις την κατοικίαν. Καθημερινή μέθη δι’ εμέ είναι να κάθωμαι το δειλινόν, επί ώρας, έως την δύσιν του ηλίου και την πρώτην αμφιλύκην, έξω από το μικρόν καπηλείον, εις την εσχατιάν του χωρίου, εις την σκιάν και την δρόσον των δύο πελωρίων βαθυφύλλων μορεών, οπόθεν βλέπω όλους τους διαβάτας χωρίς να κυττάζω κανένα, ή να προμνηστεύω την καλησπέραν κανενός, και θεωρώ μόνον το μικρόν ανώγειον καλύβι, όπου βλέπω ως δύο σμαραγδίνας φλόγας να λάμπουν, και δύο σειράς μαργαριτών να μειδιούν, και δύο χρυσαυγείς πλοκάμους να κυμαίνωνται, ως μετάφρενα περιστεράς κατά τον Ψαλμωδόν…

Έβλεπα τέως όλους αυτούς τους ονειρώδεις θησαυρούς εις τον πενιχρόν εξώστην, και εις το χάσμα των σαθρών παραθυροφύλλων, και στην πόρταν του κατωγιού, εξαρθρωμένην, και εις το στενόν το διπλανόν, το χωρίζον την οικίαν από της τού Δήμου Μποροδήμου, ίσης και ομοίας κατά την όψιν. Έμβαινε, έβγαινε, ανέβαινε, κατέβαινε, η μικρή Πούλια με τους πλοκάμους τού απέφθου χρυσού· εισέδυεν εις το κατώγι, δια να ταΐση τας όρνιθας, εισεχώρει εις το στενόν, όπου είχεν αναμμένην φωτιάν, προς την δείλην θερινής ημέρας δια να μαγειρεύση το λιτόν δείπνον δια τον πατέρα της, όστις ήρχετο κατακουρασμένος το βράδυ από το μεροκάματον. Εμάλωνε την μικράν αδελφήν της, παιδίσκην ομοίαν με σεισουρίδα, την Γαρουφαλιώ, ήτις έτρεχε κι’ έκαμνε χιλίας τρέλλας εις το πρόθυρον κι’ εις όλην την γειτονιάν, φορούσα κοκκίνην φανέλλαν αμερικάνικην, την οποίαν της είχε στείλει από την Αμερικήν ο μονάκριβος αδελφός των, και ήτο όλη μορφασμός και μειδίαμα. Τα δύο χείλη της δεν έσμιγαν ποτέ, τόσον διαρκώς εγελά. Τρία ήσαν όλα τ’ αδέρφια· ο Στράτος εις τον Νέον Κόσμον, εικοσαετής ήδη, είχε παρασυρθή από το ακράτητον ρεύμα της μεταναστεύσεως, και η Πούλια, δεκαέξ ετών, εφύλαγε το νοικοκυριό στο σπίτι, και η Γαρουφαλιώ δέκα ετών έκαμνε τρέλλας και αταξίας εις την γειτονιάν. Ο μαστρο-Κυριάκος είχε χηρεύσει προ οκταετίας ήδη, και κατώρθωνε να μη ξαναϋπανδρευθή – ίσως διότι δεν τον ήθελαν.

Είχεν εμβή το φθινόπωρον· ήτο ισημερία ήδη, κι’ εγώ ενύχτωνα ακόμη να κάθωμαι κάθε βράδυ υποκάτω εις την μορέαν. Η Πούλια, κάθε δειλινόν, εμαγείρευε το φαγί εντός του στενού, υπό τα σμίγοντα γείσα των δύο γειτονικών πενιχρών οικίσκων. Έσκυφτεν εις το πυρ, εφύσα με το στόμα της, εκοκκίνιζον ως υπό πυρετού τα μάγουλά της, κι’ οι δύο πλόκαμοί της οι χρυσοί εκρέμαντο κυμαινόμενοι εις τα νώτα της, έως την οσφύν της την λιγνήν. Όταν είχα αναχωρήσει προ τεσσάρων ετών από τον τόπον – τότε ήτο μικρή ακόμη κι’ εφόρει ωσάν φούστες, ήτοι ξενικά φορέματα. Τότε ήτο μία εντρύφησις, αδάπανος και ατίμητος, να την συναντά τις και εις τον δρόμον, και εις την βρύσην, και παντού, και ο άπεφθος χρυσός ήτον ακάλυπτος εις την κοινήν θέαν, και αυτή δεν υπώπτευε την αξίαν του και δεν τον έκρυπτε. Τώρα που είχε μεγαλώσει, ή αυτή το ηθέλησεν, ή μία θεία της, η Κρυσταλλιώ, την είχε συμβουλεύσει, κι’ εφόρεσεν η κόρη ντόπια. Η θεία της αυτή, αδελφή του πατρός της, χήρα κι’ άκληρη τώρα, είχε πηδήσει, ως έλεγαν, πολλά εις τα νειάτα της, και δια τούτο ήτο πολύ αυστηρά ως προς την ανεψιάν της. Όθεν οι πλόκαμοι του χρυσού δεν εφαίνοντο τώρα, όσον το πάλαι, μισοκρυμμένοι υπό την μανδήλαν.

Μίαν εσπέραν, παρ’ ελπίδα δεν εφάνη η ξανθή Πούλια. Εκάθισα ώρας υπό το φύλλωμα της μοριάς· τίποτε. Η πόρτα του σπιτιού ήτο ανοικτή, ομοίως και το παράθυρον. Η φωτιά δεν εκάπνιζε – ίσως ήτο σβεστή – κάτω εις το στενόν. Ίσως η κόρη έπλεκεν ή εμβάλωνε, καθήμενη κάτω εις το πάτωμα – επειδή ήτο τελεία οικοκυρά, οδηγουμένη και από την θείαν της, την Κρυστάλλω. Εκρύβη ο ήλιος εις την Πευκόρραχην αντικρύ, στο βουνόν, εμούχρωσεν, εσουρούπωσεν, ήρχισε να σκοτεινιάζη. Τότε, δια του ανοικτού παραθύρου είδα έν άστρον να λάμπη εις το εσωτερικόν της μικράς οικίας. Ήτο άστρον πραγματικόν, δεν διέφερεν από τ’ άλλα άστρα, τα οποία αρτίως είχον αρχίσει να διασπείρωνται ανά το στερέωμα. Έλαμπεν υψηλά προς την οροφήν, υπό τας καπνισμένας δοκούς του μελάθρου. Τι ήτον; Ίσως το κανδήλι το καίον εμπρός εις τα εικονίσματα της οικίας. Αλλά δεν ήτο κανδήλι, διότι το άστρον εφαίνετο πολύ ψηλά εις τον όροφον, κι’ εκτός τούτου ήτο προς το δυτικόν μέρος, ενώ τα εικονοστάσια, ως γνωστόν, τίθενται προς το ανατολικόν μέρος, ή μικρόν παρεκκλίνουν είτε προς βορράν είτε προς νότον, πάσης Ελληνικής ορθοδόξου οικίας.

Έπειτα, δια να είναι κανδήλι, κάποιος θα το είχεν ανάψει προ μικρού, και βεβαίως θα έβλεπα εις την σκιάν το εύκαμπτον, ως βλαστόν μυρσίνης, ανάστημα της Πούλιας, ίσως θα ήκουα και τον λυγμόν της τροχαλίας, τον μικρόν λείον κρότον, τον οποίον κάμνει προστριβόμενον το σχοινίον, δι’ ου αναβιβάζεται το κανδήλι προς τας ιεράς εικόνας. Θα υπέθετε πας πραγματιστής και θετικός άνθρωπος, ότι δια τινάς οπής εις την στέγην του μικρού μελάθρου έφεγγε μικρά τις γωνία ουρανού, την ώραν της δύσεως προ της αμφιλύκης, κι’ εσχηματίζετο το αστεράκι εκείνο, το οποίον εφαίνετο κρεμάμενον εις τον όροφον της οικίας. Διότι ο μαστρο-Κυριάκος έφτιανε ή εξανάσυρνε τα σπίτια των άλλων, και ίσως δεν ηυκαίρει να επισκευάση το ιδικόν του. Πλην δε μου ήρεσκεν εμέ να εκφράσω τοιαύτην υποψίαν ή να διατυπώσω τοιούτον συμπέρασμα.

Τέλος, μίαν εσπέραν Κυριακής, επειδή ήτο ψύχος κι’ ενύκτωσεν ήδη, εισήλθα εις το μικρόν καπηλείον. Εκεί ήτον ο μαστρο-Κυριάκος, κι’ ο Γιάννης της Μιχάλαινας, κι’ ο Δήμος Μποροδήμος. Ο Κυριάκος εγίνετο ελευθέριος πάσαν Κυριακήν εσπέρας, ύστερον εξεχνούσε τον λογαριασμόν κι’ εμάλωνε με τον οινοπώλην. Ο Δήμος ο Μποροδήμος έλεγε πλείστα άκαιρα, άωρα αστεία. Ο Γιάννης της Μιχάλαινας, σοβαρός, εκάθητο, έπινε κι’ εσιώπα. Και οι τρεις ήσαν μέλη της ιδίας συντεχνίας.

― Αραδιάζεις έναν τροχό, εξάδελφε; μου λέγει ο Κυριάκος, άμα με είδεν εισελθόντα.

Μ’ εκάλει εξάδελφον, επειδή ο μακαρίτης ο πατήρ του ήτο πότε ψυχογυιός ενός αειμνήστου θείου μου, έχοντος πολλά κτήματα, συγγράμβρου του πατρός μου.

― Ας είναι, αραδιάζω, είπα. Έχετε πολύ αραδιασμένο, εσείς;
― Όχι, λιγοστά, είπεν ο Κυριάκος.

Η φράσις είναι της ιδιαιτέρας συνθηματικής γλώσσης των οικοδόμων, σημαίνει δε το να πίνη τις κρασί. Συνέκρουσα τα ποτήρια μαζύ τους κι’ έπια.

― Τα ’μαθες τα νέα, κυρ-Αλέξη; μου λέγει ο Δήμος ο Μποροδήμος, εγερθείς σοβαρός και φουσκώνων το στήθος του με κωμικόν τρόπον.
― Τι τρέχει, Δήμο; είπα.
― Θα γίνω διάκος.
― Διάκος; Αλήθεια;
― Ναι, τώρα περιμένω τον Δεσπότη να έλθη. Μαζεύω αναφοράς. Δε μου λες, κυρ-Αλέξη, εσύ θα ξέρης… Ως πόσα ψιλά χρειάζεται να δώσω του Δεσπότη;
― Δεν ηξεύρω, Δήμο.

Είχεν έλθει τότε, προ ολίγου καιρού, δια πρώτην φοράν εις τον τόπον, περιοδεύων ο νεοχειροτόνητος Δεσπότης, όστις, καθώς εκακογλωσσούσαν πολλοί, είχε καταρτίσει τιμολόγιον πρι φιξ, δια τας χειροτονίας των κληρικών. Είχε δε εκφρασθή ο ίδιος, ως έλεγαν, ότι είχεν ανάγκην να πληρώσει «τα κουφέτα», όσα είχε εξοδεύσει δια τα συγχαρητήρια της αρχιερωσύνης του.

Δεν είχα καθίσει και ήμην έτοιμος να φύγω. Ο Κυριάκος, όστις εσυνήθιζεν εις τας ώρας αυτάς να φλυαρή πολλά εμπιστευτικά, εσηκώθη και με προέπεμπε, λέγων αν ήθελα να μείνω ακόμα «ν’ αραδιάσω τροχό». Είτα, καθώς με ηκολούθησεν έξω του μαγαζίου, άρχισε να μου λέγη, αν ήθελα να του κάμω αύριον ένα γράμμα προς τον υιόν του τον Στράτον, εις την Αμερικήν, να τον συμβουλεύσω να έχη τον νου του, κ.τ.λ. Είτα μου είπε δια τας δύο κόρας του, μακαρίζων τον εαυτόν του, ότι είχε ένα κορίτσι τζουβαΐρι, τεφαρίκι, την Πούλιαν, και μίαν λαίμαργον ψευδολόγον, μικράν, την Γαρουφαλιώ.

― Ξέρεις τίποτα; μου λέγει. Την Πούλια μου την γυρεύουν από τώρα, χωρίς προικιά.
― Χαρά σ’ εσένα, του είπα. Και δεν την δίνεις; Τι κάθεσαι;
― Μα… για να σ’ πω… ν’ αξίζη και το μέρος!

Και μου ωνόμασεν έν πρόσωπον. Εγώ έσεισα τους ώμους.

― Λοιπόν, θα ’ρθης; μου λέγει. Θ’ αραδιάσουμε ένα ακόμα;
― Δεν πίνω, του λέγω, και συ μη πιης άλλο. Δευτέρα αύριο έχεις δουλειά. Σύρε να μαζωχθής στο σπιτάκι σου.
― Θα πάω, μου λέγει. Δε θυμούμαι, είπα καληνύχτα στην παρέα;
― Και να μην είπες, δεν πειράζει. Τράβα καλλίτερα να μη ξαναμπλέξης.

Μου έλαβε τον βραχίονα, μισοζαλισμένος, καθώς τον εκτύπησε τ’ αέρι του υπαίθρου, και μ’ έσυρε κατά τον δρόμον, ψιθυρίζων διάφορα ασυνάρτητα οικογενειακά. Επλησιάσαμεν προς το γωνιαίον σπίτι, το οποίον αντίκρυζε με τον οικίσκον του ιδικού του. Ο Κυριάκος μ’ έσυρε κατά τον δρόμον, εγώ τον έσυρα κατά το σπίτι. Μ’ εσταμάτησε πλησίον εις την γωνίαν του οικίσκου του προς τον δρόμον, όχι μακράν από την θύραν του κατωγείου και υπό την σκιάν του εξώστου, κι’ άρχισε να μου λέγη ατελείωτα.

Ήκουσα τριγμόν του παραθύρου. Δεν επρόλαβα να κυττάξω, και το παραθυρόφυλλον υπανοιχθέν πάλι έκλεισεν. Άλλον κρότον ήκουσα, ν’ ανοίγη η θύρα του ανωγείου, και αμυδρόν φως λυχναρίου έφεξε τον δρόμον.

Ήτον η Πούλια. Εγνώρισε την φωνήν του πατρός της, τον οποίον επερίμενεν εναγωνίως πότε να έλθη την νύκτα πάσης Κυριακής. Εσηκώθη, επήρε τον λύχνον δια να φέξη – ίσως προνοούσα, δια να μην πέση και πάλιν ο μαστρο-Κυριάκος εις την σκάλαν, και μωλωπίση το πρόσωπόν του ως άλλοτε –, ήνοιξε την θύραν, και μας έφεγγε.

Είπα μέσα μου «Κισμέτι, δια να ιδώ τ’ αστεράκι».

Ηκολούθησα τον Κυριάκον – χωρίς ούτος να μου είπη να τον συνοδεύσω. Αλλά και πάλιν ούτε την χείραν μου άφηνεν, ούτε καληνύκτα μου έλεγεν. Ίσως θα επροτίμα να διανυκτερεύσωμεν εκεί εις το ύπαιθρον, παρά την γωνίαν. Εγώ, επειδή δεν με άφηνε, τον ώθησα προς την οικίαν και τον υπεστήριξα δια να αναβή. Η Πούλια μου εμειδίασε πολύ γλυκά και είπε:

― Καλησπέρα, μπάρμπα… Κόπιασε στο φτωχικό μας.

Εκράτει τον λύχνον κι’ έλαμπεν όλη, αυτή, και τα μάτια της τα βαθυγάλανα, και τα δόντια της τα μαργαριταρένια, και τα πλούσια μαλλιά της τα χρυσόξανθα. Κι’ η ελιά που είχεν εις το αριστερόν μάγουλον, οπού την ενθυμούμην από τότε που ήτον μικρή ακόμη, κι’ αυτή έλαμπεν πλησίον εις τον μικρόν λακκίσκον του μειδιάματός της.

Η μικρά Γαρουφαλιά, οπού είχε χορτάσει τα παιγνίδια ολημέρα την Κυριακήν, επειδή δεν είχε σχολείον, και είχε φάγει πολλά κυδώνια, τα οποία την εφίλευσαν οι γειτόνισσες, ερρογχάλιζεν εις μίαν γωνίαν. Εις την εστίαν είχεν ανάψει η Πούλια μικρόν πυρ, αν και δεν ήτο χειμών ακόμη, δια να ζεστάνη το φαγί του πατρός της, ό,τι είχε μείνει από το μεσημβρινόν γεύμα. Ο Κυριάκος εκάθισεν ή έπεσεν εις το πάτωμα και δεν μου έλεγε να μείνω ή να φύγω.

Εγώ δεν ενθυμήθην πλέον να κυττάξω δια να ιδώ το αστεράκι, το οποίον είχα ιδεί προ ημερών να φέγγη υπό την στέγην εντός της οικίας, αν και είχα αισθανθή μεγάλην περιέργειαν και επιθυμίαν προς λύσιν της απορίας μου. Ιστάμην ορθός, ακίνητος, και δεν εχόρταινα να βλέπω την μικρήν Πούλιαν, κι’ έλεγα μέσα μου: «Α!... χωρίς προικιά, και με προικιά… ω! μην την πωλής, είναι κρίμα…».

― Δεν κάθεσαι, μπάρμπα; Κόπιασε να καθίσης σιμά στον πατέρα μου! μ’ εξύπνησεν η φωνή της Πούλιας από τ’ όνειρον που με είχε βυθίσει η μορφή της.

― Δεν κάθομαι, κορίτσι μου. Έτσι έτυχε ν’ ανεβώ.

Είπα καληνύχτα, κι’ έφυγα.



_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΗΡΑΚΛΗΣ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 421
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τρι Απρ 21, 2009 12:15 pm

Από το έξοχο διήγημα του κυρ Αλέξανδρου, είναι νομίζω από τα πλέον ποιητικά και τρυφερά του, θα κρατήσω αφενός το ΑΣΤΕΡΑΚΙ και αφετέρου μια λέξη.

αμφιλύκη

αρχ. αμφιλύκη (νύξ) πρόθ. αμφί *λύκη (= φως)
(η) ουσ. το αμυδρό φως μεταξύ νύκτας και ημέρας, λυκαυγές, γλυκοχάραμα - λυκόφως, σούρουπο

Αυτά τα αναφέρει το λεξικό. Μερικές φορές είναι και αυτό χρειαζούμενο. Την υπόλοιπη ανάλυση μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ:

http://parashmeiwseis.blogspot.com/2009/01/blog-post_08.html

Αφού τα διαβάσετε ξαναπροβληματισθείτε και για το ΦΕΓΓΟΣ ΤΟΥ ΛΙΑΝΤΙΝΗ.

Πώς, με ποιες συνθήκες το αναζητούμε; Γενικά και ειδικά ερωτώ. Μήπως πολύ λησμονήσαμε την ομορφιά του; Και κλειστήκαμε στο σχήμα εαυτός και εαυτούλης;

Αν ο Παπαδιαμάντης κατάφερε να δει εκείνο το ΑΣΤΕΡΑΚΙ ολίγον προ της αμφιλύκης ήταν γιατί ανήκε σε εκείνο το σπάνιο είδος των ανθρώπων που μπορούν να βλέπουν τέτοια αστεράκια. Είναι αυτοί που τολμούν και μπορούν την υπέρβαση. Το ίδιο και το φέγγος του Λιαντίνη. Ένα φέγγος από σπασμένο φεγγάρι. Θραύσματα και σπαράγματα. Και από το Νηφομανή (σελ. 112 ) σημειώνω έναν καταπληκτικό στίχο του Σεφέρη:

Συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα.

Ποια είναι αυτά τα νοήματα; Και στο Σεφέρη και στο Λιαντίνη; Από το ίδιο σημείο του Νηφομανή παραθέτω αποσπασματικά τα ακόλουθα:

Παράθεση :

"Ο πεσσιμισμός του Σεφέρη, μ' ένα λόγο, δε φτάνει στο τέλειο Μαύρο. Καθώς παρακολουθούμε την ανέλιξή του, τον βλέπουμε στην αρχή να συντονίζεται με την εσπερινή μελαγχολία του Χαίλντερλιν, και στη συνέχεια να παρασύρεται από τη σχεδία της νύχτας που λάμνει όλο και στα πιο σκοτεινά. Όταν όμως είναι να φτάσει στα άγρια μεσάνυχτα, κείνο το "η κόλαση είναι οι άλλοι" του Σαρτρ, πέρα δηλαδή από το "θάνατο του θεού" στο Νίτσε και από "τη δύση της Δύσης" στο Σπέγκλερ, αγάλι γάλι αντρειεύεται πάλι. Σα να ανασταίνεται από τα κόκαλα των ελλήνων τα αντρειωμένα.

Με τέτοιο νόημα αρνιέται το Σαρτρ. Λογχίζει το παραπέτασμα της τελευταίας φρίκης, και βρίσκεται νά 'χει περάσει στο άλλο μισό του δρόμου. Εκεί που τελειώνει το σκοτάδι και αρχίζει να ορθρίζει το φως:

Ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου.

Αυτή η "αυγινή γαλήνη" δεν εξορύσσεται από κανένα ευρωπαϊκό ορυχείο. Είναι μετάλλευμα καθαρά ελληνικό. Το ίδιο ελληνικός είναι και ο "θόλος του γαλάζιου". Μια σήμανση, δηλαδή, του κράτους της κατάφασης στο στερέωμα της αβύσσου και ένα τρόπαιο εν μέσω της σφαγής:

Μαύρη φτερούγα σέρνει ένα βαθύ χαράκι
ψηλά στο θόλο του γαλάζιου.

Αυτός ο δρόμος δεν είναι ούτε ονειροφαντασιά, ούτε υπνοβασία. Γιατί ο Σεφέρης γεύεται τα δηλητήρια της ευρωπαϊκής πείρας. Εκείνοι που δεν τους κλονίζει ο ακόλουθος στίχος του, δε νιώθουν την προφητική του αντάρα:

Συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα."



Μπορείτε στο Νηφομανή να διαβάσετε τη συνέχεια. Ποια είναι τα σπασμωδικά νοήματα. Ο Λιαντίνης τα τοποθετεί στην ελληνική αμφιλύκη, στο ζευγάρωμα του σκοτεινού σημείου και της αυγινής γαλήνης, της μαύρης φτερούγας και του θόλου του γαλάζιου. Και στη Φιλότητα και το Νείκος. Κάτι που δεν το συναντά κανείς στους ευρωπαίους.

Εδώ βρίσκει ο Λιαντίνης την ευκαιρία να μιλήσει και για την Ελένη του Σεφέρη. Το κατ' εξοχήν φιλοσοφικό του ποίημα. Η Ελένη του Σεφέρη, γράφει ο Λιαντίνης, δεν έχει πηγή τον Όμηρο αλλά το Στησίχορο, μέσω της ομώνυμης τραγωδίας του Ευριπίδη. Η Ελένη του Σεφέρη κινείται σε οντολογικό επίπεδο. Και στο ερώτημα των ερωτημάτων. Δεν έχουμε εδώ να κυνηγήσουμε Αστεράκια σαν εκείνα που οραματιζόταν λίγο πριν την αμφιλύκη ο αγνός Παπαδιαμάντης. Και δεν τα κανοναρχεί τα βήματά μας μια κάποια ωραία παρθένος:

Παράθεση :

Να κυνηγήσεις τα ηθικά προβλήματα είναι σα να κυνηγάς ωραίες παρθένες. Να κυνηγήσεις όμως την οντολογική διάσταση της Ελένης είναι σα να κυνηγάς εκείνη τη μία Παρθένο με τον Στάχυ της (Spica), που βγαίνει και σεργιανίζει κάθε Σεπτέμβριο στον ουρανό. Και τέτοιο κορίτσι είναι έσχατα δύσκολο να μπορέσεις να το κοιμηθείς.

Δ. Λιαντίνης, Νηφομανής, σελ. 117

Σε τέτοια Παρθένο σκορπίστηκε και το φέγγος του σπασμένου φεγγαριού του Λιαντίνη, στο ομώνυμο ποίημά του. Εκεί και ξαμολύθηκε σαν "Ζαρκάδι ριγηλό στο ζαλισμένο δάσος γυρεύοντας πόρο." Πόρο στην απορία τη μεγαλύτερη που βασανίζει τον άνθρωπο. Και στο ερώτημα των ερωτημάτων. Το κλεισμένο:

"Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού
(που το) ασπαίρει η παντοδυναμία του αμίλητου χρόνου."

Η αμφιλύκη που φέρνει τα οράματα στο Λιαντίνη είναι άλλου ποιού. Και δε θα τη συναντήσει κανείς λίγο μετά τη δύση ή και λίγο πριν την ανατολή. Μα αν δεν καταφέρει να βρεθεί σ' αυτή την αμφιλύκη ούτε το φέγγος του Λιαντίνη θα αντικρίσει ποτέ. Όχι λεξικά να ανοίξει. Όχι κιλά βιβλία ασήκωτα να διαβάσει... Μόνο αν σε συγκλονίζουν τα "σπασμωδικά νοήματα", μόνο τότε μπορείς να ελπίζεις πως θα συλλέξεις έστω και ψήγματα από το φέγγος του "σπασμένου φεγγαριού" του.

_________________
"Σκαιός και άγροικός ειμι την σκάφην σκάφην λέγων."
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τετ Απρ 22, 2009 7:08 am



Στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού...


Έχουμε σκεφτεί τι μπορεί εκεί να κρύπτεται;

Και τι μπορεί να "έκρυψε" εκεί ο Λιαντίνης; Γιατί δικός του είναι ο στίχος. Και το δικό του ευήκοον ους συνέλαβε τον απόηχο του χρόνου του αμίλητου να ασπαίρει - να σπαρταρά - σε τέτοια φέγγη...

Ο λαός μας τη φράση "κλειστός σαν μύδι" την έχει καταγράψει εδώ και καιρό. Ξέρετε λοιπόν όλοι τι σημαίνει. Και μύδια οι περισσότεροι θα έχετε δει να ανοίγουν:



Τέτοια μύδια είναι για τα ταβερνάκια όμως και τις χαλαρές ώρες στις παραλίες...

Και άδικα ίσως δεν έπλασαν την ομόηχη λέξη. Τα μήδεα τα λαχνήεντα, που αρχίδια βαρβάτα και βάρβαρα τα εξηγάνε, όπως μας λέγει ο Λιαντίνης στη Γκέμμα. Ας αφήσουμε λοιπόν τα μήδεα τα λαχνήεντα και άλλο λαχνί να τραβήξουμε. (Γκέμμα, 143, 145 )

Να γυρίσουμε λέω στο φεγγερό κέλυφος του μυδιού... Τι άλλο μπορεί εκεί να περιμένει υπομονετικά το χρόνο να σημάνει;



Ίσως και τίποτα. Ή το ΤΙΠΟΤΑ...

Αν δεν το ανοίξουμε το μύδι και εξακολουθούμε να ασχολούμαστε ως Μήδοι με τα μήδεα... πού να ξέρουμε;

Ξέρετε πώς έλεγαν στο χωριό μου κάποτε τα μύδια; Κοράτσες. Ναι, κοράτσες. Αυτό το κέρδος μου προχτές στο τραπέζι της Λαμπρής. Κάπου ανάμεσα στη σαλάτα και στο κατσικάκι και στους προβληματισμούς για το μέγιστο κακό από το αλάτι μας προέκυψε και ο προβληματισμός για το άλας της γης. Και τότε έλαβε το λόγο ο πατέρας - μανιώδης συλλέκτης λέξεων και εθίμων του τόπου μας - για να εξηγήσει σε μας τους νεότερους και απληροφόρητους τον αγώνα της παλιότερης γενιάς να εξασφαλίσουν έστω και λίγο αλάτι.

Ταξίδευαν λέει ως τη Σαγιάδα. Την παραθαλάσσια θεσπρωτική πολίχνη. Εκεί εύρισκαν το πολύτιμο αλάτι και το φόρτωναν στα ζα ως θησαυρό μεγάλο. Αλάτι φυσικό. Όχι πλυμένο και βιομηχανικό σαν το σημερινό στα δικά μας ντουλάπια της κουζίνας.

Σαν έφταναν τα σακιά στο χωριό, οι γυναίκες αναλάμβαναν τα υπόλοιπα. Και έτσι που ήταν το αλάτι αυτό, εύρισκαν συχνά ανάμεσα στους κόκκους και μικρά όστρακα, κυρίως μύδια. Άνθρωποι του βουνού, που δεν είχαν δει ποτέ τους θάλασσα, τα θεωρούσαν τούτα τα μύδια το ίδιο πολύτιμα με το αλάτι κι ας μην έκρυβαν άλλους θησαυρούς. Τα έπαιρναν λοιπόν και τα τρύπαγαν και τα έφτιαχναν στολίδια για τις κοτσίδες των κοριτσιών. Ίσως έτσι και προέκυψε το όνομά τους: κοράτσες. Αφού τα μύδια τούς ήταν άγνωστα ακόμη και ως όνομα.

Νομίζετε ξεστρατίσαμε από την κουβέντα μας για τα νυκτερινά φέγγη και το φέγγος του Λιαντίνη; Καθόλου. Στο ίδιο περιδέραιο δένουμε μικρές μικρές πληροφορίες που φτάνουν μπροστά μας ανέλπιδα και τυχαία μερικές φορές.

Ελάτε λοιπόν να δούμε τώρα και άλλα μύδια:



Αυτά που τα λένε και μαργαριτοφόρα.

Όλη τη μέρα χτες αναζητούσα ένα στίχο που μου είχε καρφωθεί στο μυαλό. Κι όταν τον βρήκα και έγραψα τα καθέκαστα, φςςςςςς εξαφανίστηκε το κείμενο από ένα λάθος πλήκτρο. Προς γνώση και συμμόρφωση ή και γιατί έτσι η μοίρα θέλησε. Να διαβάσω πριν για το φεγγερό κέλυφος του μυδιού. Κάθε πράγμα για να συμβεί θέλει τον καιρό του..

Ο στίχος είναι ο εξής:

"Αντίκρια μου και αντίκρια σου, κι αντίκρια στο φεγγάρι
Εκεί έχουν κρύψει το ψηφί και το μαργαριτάρι."

Θα τον βρείτε στο Νηφομανή του Δ. Λιαντίνη. Σελίδα 139. Μοιάζει τελείως ξεκρέμαστος εκεί που βρίσκεται, αρχή και πρόλογος στο κεφάλαιο με τον τίτλο ΕΔΩ - ΩΔΕ. Ένα από τα Χορικά του Λιαντίνη, το δεύτερο στη σειρά. Το περιεχόμενο μιλά για τους αμαθείς και τους ημιμαθείς. Για την απλή σοφία του λαού και το Θεόφιλο και την άλλη σοφία, την κατακτημένη, που πλούτισε ολοζωής ο Σεφέρης και όσοι ακολουθούν την ίδια στράτα.

Και άλλες φορές ακουρμάστηκε ο Λιαντίνης τον ίδιο στίχο. Και όση ώρα οι άλλοι έψαχναν σε λεξικά να δούνε την άγνωστη λέξη, εμείς για άλλα ακροάματα στήναμε τα ακουστικά μας. (από το ακροάζομαι είναι η ρημάδα η λέξη... λεξικό χρειάζεται να το καταλάβουμε; ) Τον ακουρμάστηκε λέει το στίχο να του τον κελαηδούν αηδόνια... Για το φεγγάρι και το μαργαριτάρι.

Ήρθε όμως η ώρα να μπούμε πιο βαθιά στο θέμα. Να μελετήσετε πριν παρακαλώ το υλικό που θα βρείτε ΕΔΩ. Και μη σκάτε που στήνω πάλι "δοκίμια". Είναι πολλοί εκείνοι που τέτοια δοκίμια τα αφήνουν στο διαδίκτυο για να τα βρίσκουμε και οι άλλοι και να φωτιζόμαστε. Κάποτε το έκρυβαν στο φεγγάρι. Τώρα είναι το διαδίκτυο ο χώρος της δικής μας γενιάς. Κι αυτός ο τύπος που έφτιαξε το αφιέρωμα που σας έστειλα να μελετήσετε, έχει κάνει εξαιρετικότατη εργασία. Να τη διαβάσετε παρακαλώ ολόκληρη. Μέχρι κάτω. Και για την Ηρώ και για το Λέανδρο. Διαβάστε μετά και πάλι το ΑΣΤΕΡΑΚΙ του Παπαδιαμάντη. Να δείτε τι ωραίο κολιέ φτιάχνεις έτσι από αστεράκια και αστέρια...

Θα βρείτε όμως εκεί και το Θησέα. Ίσα ίσα για να ξαναγυρίσουμε στα καθ' ημάς. Αλήθεια, ξέρετε με ποιο άλλο όνομα είναι γνωστή η Γκέμμα; Μιλώ για το αστέρι το φωτεινότερο στο στέμμα της βασιλοπούλας που ερωτεύτηκε το Θησέα και μετά έπεσε στον έρωτα του Διονύσου. Έτσι και βρέθηκε στ' αστέρια. Με το Βόρειο Στέφανο ή Coronae Borealis. Επισκεφθείτε τη Βικιπαίδεια. Στο λήμμα Αλφέκκα. Και διαβάστε και αυτό πολύ προσεκτικά.

Τι σημαίνει Αλφέκκα; Είναι λέει φράση από τα αραβικά και σημαίνει ο φωτεινός του πιάτου! Μήπως σαν και ετούτο το φωτεινό:



Το στεφάνι του Βόρειου Στεφάνου οι Άραβες είχαν παρατηρήσει πως ήταν σπασμένο. Ανοιχτό δηλαδή και όχι ολόκληρο. Να θυμίσω και το στίχο του Λιαντίνη:

"σκορπίζεται σα φέγγος σπασμένου φεγγαριού";

Και ακουρμαστείτε και πάλι τους στίχους του δημοτικού τραγουδιού. Αντίκρια στο φεγγάρι εκεί έχουν κρύψει το ψηφί και το μαργαριτάρι.

Ελπίζω στο μεταξύ βρήκατε πώς αλλιώς ονομάζεται η Γκέμμα: Μαργαρίτα. Δηλαδή το μαργαριτάρι του στέμματος, της κορώνας της Αριάδνης. Και πώς ονομάζεται και το πρώτο κεφάλαιο της Γκέμμας του Δημήτρη Λιαντίνη;

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ


Ένα μαργαριτάρι λοιπόν. Σε φεγγερό κέλυφος μυδιού που καρτερεί να το ανοίξουμε και να βρούμε όλα τα δώρα που κρύβει. Αντίκρια μου και αντίκρια σου και αντίκρια στο φεγγάρι...

Στο μεταξύ οι απλοί άνθρωποι με την απλή τους σοφία θα στολίζουν κοράτσες τα μύδια στα μαλλιά τους. Κι άλλοι πάλι, ημιμαθείς, θα ασχολούνται με μήδεα. Όσο για μένα σκασίλα καμία δε θα έχω αν στο μεταξύ αντιγράψουν τις ... σοφίες μου. Θα 'χω δουλειά στο μεταξύ να στολίσω της Μικρής μου Αλεπούς την ουρίτσα με τις κοράτσες που βρήκα θαμμένες στο ... αλάτι σαν τις γιαγιάδες μου. Όπως ο Δάσκαλος έβρισκε κάποτε το ίδιο το αλάτι ακούγοντας τα αηδόνια.

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τετ Απρ 22, 2009 9:31 am

για τις κοράτσες...

Οι πληροφορίες για τις κοράτσες, είναι από την ανέκδοτη μελέτη του Θεόφιλου Λαμπρίδη και την καταγραφή του γλωσσικού ιδιώματος του Πολυδρόσου Θεσπρωτίας.

Ο Θεόφιλος Λαμπρίδης υπήρξε δάσκαλος για πάνω από τριάντα χρόνια. Έφτασε στο βαθμό του Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης και όταν καταργήθηκε ο θεσμός έγινε Σχολικός Σύμβουλος, Ηγουμενίτσας στην αρχή και Περιστερίου αργότερα. Από τη θέση αυτή και αφυπηρέτησε.

Εκτός από το καθαρά παιδαγωγικό του έργο ασχολήθηκε ιδιαίτερα και με τη λαογραφία. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία του Φιλοπροόδου Συλλόγου του τόπου καταγωγής του και μέσω αυτού στην ίδρυση του Λαογραφικού Μουσείου Πολυδρόσου Θεσπρωτίας. Ευτύχησε ως φοιτητής στην πανεπιστημιακή μετεκπαίδευση Δασκάλων στις αρχές της δεκαετίας του 60 να παρακολουθήσει μαθήματα από το γνωστό λαογράφο Γεώργιο Μέγα και πήρε τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να ασχοληθεί με το μεράκι που είχε από μικρός με τη λαϊκή παράδοση. Περισσότερες πληροφορίες για το μουσείο αυτό μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.

Την "τρέλα" για την παιδεία και την παράδοση του λαού μας την κληρονόμησαν σε σημαντικό βαθμό και τα παιδιά του. Η υποφαινόμενη και ο γιος του, ο Αλέξης, που επαγγελματικά διάλεξε να ασχοληθεί με τον τομέα αυτό - της λαϊκής παράδοσης και ιδιαίτερα της μουσικής. Ο Αλέξανδρος Λαμπρίδης είναι σήμερα πρόεδρος του Φιλοπροόδου Συλλόγου Πολυδρόσου και έχει ως σημαντικό στόχο θέσει και τη ριζική αναμόρφωση του Λαογραφικού Μουσείου. Ο ίδιος έχει ιδρύσει την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία ΑΠΕΙΡΟΣ με ποικίλη και πλούσια πολιτιστική δράση που μετρά πάνω από δέκα χρόνια συνεχούς παρουσίας, μέρος της οποίας μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της:

http://www.polyphonic.gr/

Κι αν εδώ αναφέρω κάποια τέτοια προσωπικά στοιχεία, δεν είναι για άλλο λόγο παρά για να δώσω μια ακόμη απάντηση σε κάποια γεγονότα του τελευταίου διαστήματος. Το HOMA EDUCANDUS δεν είχε ανάγκη να ασχοληθεί με το Δημήτρη Λιαντίνη γιατί του έλειπαν άλλα εξίσου σημαντικά. Καταβάλαμε άοκνες προσπάθειες για ανάδειξη του έργου του και για να βοηθήσουμε να λάμψει η αλήθεια σε όσα ψέματα είχαν διαδοθεί και παραμυθίες γύρω από τη ζωή του, ως φόρο τιμής που κάποτε τον τύχαμε δάσκαλο. Αφιερώσαμε για το σκοπό αυτό χρόνο αμέτρητο και πολύτιμο που τον "κλέψαμε" από άλλα που επίσης αγαπάμε και κυρίως από τους αγαπημένους μας.

Δεν περιμένουμε ούτε ευχαριστώ ούτε και αναγνώριση για το λίγο που προσφέραμε. Ήταν από αγάπη και ελεύθερη βούληση που αφιερώσαμε χρόνο και κόπο στο Λιαντίνη. Άλλοι κάνουν πολλά περισσότερα. Εμείς αυτό μπορούσαμε και αυτό δώσαμε. Έχοντας όμως πάντα επίγνωση και μέτρο. Δε ζηλέψαμε τη δική του λάμψη. Αυτά τα νυχτωμένα σκοτάδια τους ας τα εγκαταλείψουν όσοι τα τρέφουν με τη φαντασία τους.

Είμαι περήφανη για τους γονείς που με γέννησαν, περήφανη για τον αδερφό μου και το τεράστιο έργο του παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, περήφανη και που μου χάρισε το όνομά μου ένας Γεώργιος Μέγας. Θα μου έφταναν και θα μου περίσσευαν αυτά αν χρειαζόμουν "εισιτήριο" για άλλους στόχους... Όμως δεν χαλαλίζω την περηφάνια μου για τέτοια εισιτήρια. Ο άνθρωπος χρωστά να στηρίζεται μονάχα στα δικά του πόδια. Ούτε κόρη του τάδε, ούτε αδερφή, ούτε βαφτιστήρα. Ούτε πολύ περισσότερο μαθήτρια... Μονάχα με το δικό μου σπαθί και ας είναι και σπαθάκι.

Και ειδικά εδώ. Στο φόρουμ. Η μεγαλύτερη περηφάνια μου είναι οι συνεργάτες και οι φίλοι που θέλησαν να υποστηρίξουν την προσπάθεια. Και ειδικά τα νέα παιδιά. Το ξαναείπα αλλά δεν έγινε ούτε αυτό κατανοητό. Πως για μένα μετράει περισσότερο η δική τους παρουσία στο φόρουμ. Τους καμαρώνω έναν έναν ξεχωριστά γι' αυτό που είναι αλλά και για όσα γράφουν. Αυτό είναι το δικό μου μετερίζι και όχι άλλο. Βλέπετε οι πραγματικοί μου μαθητές είναι πολύ μικροί για να δίνουν τέτοιες χαρές... Και στο πανεπιστήμιο του σήμερα δε θα ήθελα ούτε με σφαίρες να βρεθώ. Εκτιμώ απεριόριστα όσους πανεπιστημιακούς δασκάλους τιμούν την έδρα τους, όπως και ο Δάσκαλος Λιαντίνης, αλλά δική μου επιλογή ήταν το πρώτο σκαλοπάτι της παιδείας. Γιατί αυτό εκτιμώ ως το σημαντικότερο.

Αυτό είναι λοιπόν το ίντερνετ για μένα. Επικοινωνία και ειδικά με τα νέα παιδιά και όσους είναι νέοι στο μυαλό.

Τι θα πει θα μου κλέψουν τις ... σοφίες που γράφω; Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Και ποιος σας είπε ότι δε μου αρέσει να "κλέβουν" ό,τι καλό αξιωθώ να γράψω;

Ακόμη και όσα διορθωτικά αναφέρουμε. Ακόμη κι αυτά. Δεν έχουν σκοπό ούτε την επίπληξη ούτε και θα ενοχληθούμε αν δούμε τα λάθη να διορθώνονται. Το αντίθετο. Μακάρι να διαβάσουν όσα λέμε και μακάρι να ακολουθήσουν διορθώσεις.

Και τι να φοβηθώ ξαναλέω; Μη μου κλέψουν τι; Κάθομαι και σκέφτομαι μερικές φορές τις συμβουλές να γράψω βιβλίο για το Λιαντίνη. Κι έπειτα σκέφτομαι τι με δίδαξε ο Λιαντίνης. Κάποιον Αχιλλέα Παράσχο, τον έχετε ακουστά; Α, όχι. Δε θα γίνω Παράσχος κι εγώ. Δε μου δίδαξαν τέτοιες αρχές ούτε το σπίτι μου, ούτε ο νονός μου, ούτε ο Δάσκαλός μου.

Αντίθετα τώρα στα πενήντα μου προσπαθώ με τη βοήθεια του πατέρα μου να μελετήσω τα νυχτερινά φέγγη του Πλάτωνα. Δικό του το βιβλίο που φωτοτύπησα παραπάνω. Η Πολιτεία του Πλάτωνα που εγώ δεν ευτύχησα λόγω θετικής κατεύθυνσης σπουδών να διδαχθώ επίσημα. Μπορεί λοιπόν άνθρωπος που δε διαθέτει βαρβάτη κλασική παιδεία να γράψει για το Λιαντίνη;

Καθόμουν προχτές και κουβέντιαζα μαζί του. Να ξεστραβωθώ. Και μου έλεγε για τους καθηγητές του στη μετεκπαίδευση. Τότε δεν ήταν το Μαράσλειο όπως το ξέρουμε οι νεότεροι. Πολλά μαθήματα τα παρακολουθούσαν στο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, μαζί με τους νέους φοιτητές. Αρχές δεκαετίας του 60. Καθηγητές οι Θεοδωρακόπουλος, Τωμαδάκης, Τζανετάτος, Μέγας κ.ά. Οι ίδιοι που αναφέρει στο βιβλίο του ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος, τα Καπέλα στο Πέλαγος, πως είχαν αυτός και ο στενός του φίλος, ο Δημήτρης Λιαντίνης. Και την ίδια περίοδο. Άλλο το πανεπιστήμιο εκείνη την εποχή. Γι' αυτό εκείνοι έμαθαν γράμματα κι εμείς σήμερα - στα 50 - πολεμάμε απλώς να τους φτάσουμε.

Να γράψω εγώ βιβλίο για το Λιαντίνη; Μόνο για τους λιαντινόπληκτους... Αξίζει όμως τον κόπο;

Αφήστε λοιπόν να κάνω αυτό που κάνω. Μια χαρά είναι και με γεμίζει ικανοποίηση. Και ακόμη μου δίνει το ερέθισμα να διαβάζω κι εγώ και να φωτίζω τα δικά μου σκοτάδια. Άμποτε φωτιστούν τόοοσο πολύ, ε, τότε ίσως να γράψω και κανένα βιβλίο. Μάλλον όμως θα είναι η συνέχεια της Μικρής Αλεπούς. Και όχι όπως τη διαβάσατε εδώ. Θα είναι μια Μικρή Αλεπού φτιαγμένη για αλεπουδάκια. Όχι για αλεπούδες του διαδικτύου. Γι' αυτό και μην το υποτιμάτε καθόλου. Γιατί αν η αλεπού είναι εκατό χρονώ, τα αλεπουδάκια τη βάζουν κάτω σε πονηριά και εξυπνάδα. Η αθωότητα της ηλικίας βλέπετε. Και το καθάριο βλέμμα. Τα καθαρά φεγγιά που λένε και στην Κρήτη. Τόσο καθαρά σαν εκείνων των απλών ανθρώπων που αγνοούσαν τα μαργαριτάρια αλλά στόλιζαν τα κορίτσια τους με κοράτσες.

Αχ, βρε πατέρα. Που με όλες τις βλακείες στο διαδίκτυο, δε βρήκα ακόμη χρόνο να δακτυλογραφήσω το δικό σου κόπο. Πού θα πάει όμως; Κάθε εμπόδιο σε καλό δε λένε; Και ο θείος Πλάτων τι έγραψε; Να μείνουμε για πάντα στο σπήλαιο να βλέπουμε τους ίσκιους να περνούν και να τους παίρνουμε για αλήθεια;

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΟΤΑΣ
Υποπλοίαρχος
Υποπλοίαρχος


Αριθμός μηνυμάτων : 415
Ηλικία : 52
Location : ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Registration date : 08/10/2008

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τετ Απρ 22, 2009 11:32 am

Aγαπητή Δανάη, η γραφή σου, σαν μαργαρίτα της άνοιξης, σηματοδοτεί νέες πορείες σκέψεων. Ήθη και έθιμα, συμβολισμοί, τρόποι ζωής, κίνηση ζωής. Από τους παλαιολιθικούς και νεολιθικούς χρόνους ο άνθρωπος είχε τη συνήθεια αυτούς τους καρπούς της θάλασσας να τους κάμει στολίδια για το λαιμό και τα μαλλιά του. Δεν είναι λίγες οι φορές που βρέθηκαν και ως ταφικά δώρα. Αυτά τα όστρακα κρύβουν μέσα τους ένα παράξενο χρόνο. Διαθλασμένο φως και μυστικά του βυθού. Και πάντα ο άνθρωπος είχε την απορία, τι κρύβεται στα μεγάλα βάθη της θάλασσας και του ουρανού. Και πάντα αυτός ο κύκλος της ερώτησης έμενε ανοικτός σαν σπασμένο κέλυφος, σαν τον ανολοκλήρωτο κύκλο του Βορείου Στεφάνου. Εκεί μέσα λοιπόν θα διεισδύει ο μικρός κόκκος άμμου της σκέψης και θα μορφοποιείται με τη συλλογή γνώσης σαν φωτεινό μαργαριτάρι. Νουρ,ضوء αναφέρουν το φωτεινό οι Άραβες. Νους. Η φωτεινή κορφή του ανθρώπου. Και μέσα στο Βέρτικο που νοιώθει ανάμεσα στο βάθος ουρανού και θάλασσας, θα αναζητάει το κομμάτι που λείπει για την ολοκλήρωση του κύκλου. Μα αλήθεια, δεν το χάρισε ο ουρανός στο δικό του στεφάνι. Πόσο εύκολο είναι να το βρει ο άνθρωπος για να κλείσει οριστικά τις απορίες του!
Δανάη σε ευχαριστούμε γι'αυτά που γράφεις.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://sotirisbotas.blogspot.com
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Τετ Απρ 22, 2009 5:40 pm

σαν μαργαρίτα της άνοιξης;

Να ήξερες τώρα τι μου θύμισες, αγαπητέ Σωτήρη...



Αυτές δε λέμε μαργαρίτες της άνοιξης;

και λένε ακόμη...

"σε περιβολάκι μπαίνω μαργαριταροσπαρμένο"

Το περίεργο είναι πως αν κι εδώ στο Εντουκάντους ειπώθηκε για πρώτη φορά αυτή η φράση - από ένα γράμμα του Λιαντίνη - σήμερα αν πατήσεις τη φράση στο γκουγκλ θα τη βρεις να φιγουράρει και αλλού μαζί με ολόκληρο το γράμμα:

http://www.scribd.com/doc/8709282/Epistoli-Liantini

Τη δημοσιεύουν χωρίς καν να αναφέρουν πού τη βρήκαν...

Η ανάρτηση έχει ημερομηνία 7 Δεκέμβρη του 2008. Μόλις λίγες μέρες μετά την ανάρτηση της επιστολής στο Εντουκάντους (25 Νοεμβρίου 2008 ) :

http://educandus.forumotion.com/forum-f16/topic-t672.htm

Η ανάρτηση της επιστολής στο Εντουκάντους δεν έγινε από τους διαχειριστές αλλά από το μέλος Φωτεινή. Εμείς περιοριστήκαμε μόνο σε αναδημοσίευση με σύμφωνη γνώμη της κ. Λιαντίνη στο blog Μεσολόγγι, στις 26/11/2008.

http://messologi.blogspot.com/2008/11/blog-post_26.html

που είναι αφιερωμένο στο Λιαντίνη, καθώς το ντοκουμέντο αυτό ήταν από τα πιο σημαντικά που ήρθαν στη δημοσιότητα από το αρχείο του Λιαντίνη.

Αξίζει να διαβάσετε και το σχολιασμό που κάναμε στην ανάρτηση αυτή:

Παράθεση :
Σχολιάζοντας την επιστολή αυτή, οφείλουμε πρώτα πρώτα να επαναλάβουμε πως η ύπαρξή της μας ήταν γνωστή εδώ και καιρό. Δεν αποτέλεσε δηλαδή κεραυνό εν αιθρία. Μόνο που ως τώρα δεν είχαμε το δικαίωμα να τη δημοσιοποιήσουμε. Στο σημείο αυτό οι διαχειριστές του blog ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ είμαστε ιδιαίτερα τυπικοί και προσεκτικοί. Και έχουμε σοβαρούς λόγους ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανέκδοτα κείμενα του Λιαντίνη. Πρώτα πρώτα από σεβασμό της νομοθεσίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Αλλά και από σεβασμό απέναντι στον ίδιο το Δάσκαλο, καθώς κάποια κείμενά του μπορεί και ο ίδιος να μην ήθελε να έρθουν στη δημοσιότητα πριν πληρωθεί ο κατάλληλος χρόνος.

Τώρα όμως, με δέκα ολόκληρους χρόνους από την εξαφάνισή του κι αφού η σύζυγός του μας δίνει την άδεια, δεν έχουμε κανένα λόγο να αποκρύπτουμε και τέτοια ντοκουμέντα.
Αυτά προς επίρρωσιν άλλων που ελέχθησαν σε προηγούμενη ανάρτηση. Και εδώ και σε άλλο θέμα του φόρουμ.
Και συγκεκριμένα πως στο διαδίκτυο άπαξ και δημοσιευθεί κάτι, σχόλασε... Έχει πάρει δρόμο και έχει διαδοθεί. Δεν ξέρω ποια είναι αυτή η Κλεοπάτρα που υπογράφει την ανάρτηση. Αλλά και δεν έχει νόημα να το ψάξει κανείς γιατί την ίδια ώρα μπορούν αμέτρητες Κλεοπάτρες να κάνουν το ίδιο σε άλλες γωνιές του διαδικτύου. Αυτά βέβαια από τη στιγμή που πρόκειται για αληθή στοιχεία και δεν παραχαράζονται, επουσιώδη σημασία έχουν. Απλώς η αλήθεια διαδίδεται. Κι αυτό νομίζω πως είναι καλό. Χωρίς να σημαίνει πως δεν ξαφνιάστηκα από την αποψινή ανακάλυψη... Ήταν όμως και σαν ένα αόρατο χέρι να με έστειλε εκεί, γιατί θα μπορούσα να αναζητήσω κατ' ευθείαν στο φόρουμ την ανάρτηση και όχι μέσω google... Τέλος πάντων, είπα αυτά είναι άνευ σημασίας.
Το σημαντικό είναι να συνδυάσει κανείς όσα λέγει εκεί ο Λιαντίνης με το παρόν θέμα και αυτό ήταν εξαρχής και το ζητούμενο το δικό μου στην παρούσα ανάρτηση. Αυτό μου θύμισε ο Σωτήρης με τις ανοιξιάτικες μαργαρίτες...
Θυμήθηκα επίσης ένα χτεσινό κείμενο που ανέβασα από το Homo Educandus:
Μιλά για τον Αντιαλέξανδρο και το γόρδιο δεσμό. Γιατί το αναφέρω; Γιατί με όλα αυτά στο θέμα αυτό εδώ βλέπουμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά πως ο Λιαντίνης έδεσε άλυτο δεσμό με εκατοντάδες κόμπους γύρω από το αίνιγμά του. Το φεγγερό μύδι είναι επτασφράγιστο... Όμως αν καταλαβαίνω καλά όσα λέει για το γόρδιο δεσμό και τον Αντιαλέξανδρο, (τον αναφέρει τον Αντιαλέξανδρο και στο κεφάλαιο ΕΔΩ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ σελ. 144 :
"Κι επάνου στους οχτώ χρόνους εκλείστηκε ο κύκλος. Έγειανε ο λεβέντης! Έδεσε με το δικό του σπαθί το γόρδιο δεσμό στον κύκλο του. Έτσι, που κανείς να μη μπορεί να τον λύσει. Έγινε ένας μικρός αντι - Αλέξανδρος."
Αν λέω καταλαβαίνω καλά τι εννοεί... και με δεδομένο κάτι ακόμη που πρόσεξα προχτές στα Ελληνικά:
Παράθεση :
Βέβαια η φράση κλειδί υπάρχει ακριβώς πριν. Επίλογος του πρώτου μέρους του βιβλίου. Στο κεφάλαιο ΑΤΑΦΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΚΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΘΑΜΜΕΝΟΙ:

"Κι αν μ' είχες αφήσει να ενώσω τ' άρματα, που έλεγε ο Κολοκοτρώνης στον κοτσάμπαση Ζαΐμη, δεν έκαιγε ο Μπραΐμης τα χωριά και να σκλαβώνει τον κόσμο."

Ο Λιαντίνης έχω την εντύπωση πως αυτό ακριβώς επιχείρησε να κάνει. Να ενώσει τα άρματα. Σε μια γη καμένη ήδη όχι μόνο από το Μπραΐμη αλλά από κάθε λογής Μπραΐμη.
Τότε ο γόρδιος δεσμός του πράγματι δε λύνεται με μαχαίρι...
Θυμάμαι ακόμη εκείνη την επιστολή του στην οποία αναφέρει το στίχο για το ψηφί και το μαργαριτάρι. Λέει κι εκεί κάτι χαρακτηριστικό. Για δυο ποτάμια που συναντούσαν το ένα το άλλο σε κοίτη κοινή και έτσι ενωμένα καταλήγαν στη θάλασσα. Όπως θα θυμάστε και ποιο είναι το μεγάλο ζητούμενο στο ΕΠΙΜΕΤΡΟ των Ελληνικών. Η ενοποίηση των θεωριών...
Σημασία νομίζω έχει η ενοποίηση αυτή ακριβώς. Όχι το σπάσιμο του γόρδιου δεσμού...
Τα λέω ίσως λίγο μπερδεμένα απόψε. Μα οι μαργαρίτες του Σωτήρη μου άνοιξαν ξαφνικά ένα παραπέτασμα και χορεύουν μπρος μου και πάλι χίλια δυο κομματάκια από το ... σπασμένο φεγγάρι. Σαν να λύθηκε ένα κολιέ με μαργαριτάρια και σκόρπισαν οι πέρλες στο πάτωμα. Μένεις έκθαμβος όπως τις βλέπεις να χοροπηδάν - μα πού στο καλό ήταν όλος αυτός ο θησαυρός και δεν τον είχα δει; - αλλά και εύκολο να τις μαζέψεις ξανά και να τις στήσεις στη σειρά δεν είναι.
Τις άφησαν λοιπόν κι εγώ έτσι μπροστά σας να χορεύουν και όσοι ενδιαφέρονται για το Λιαντίνη είναι βέβαιο πως θα έχουν πολύ δουλειά να κάνουν με όλες αυτές.
Καλού κακού ας ρίξετε μια ματιά και εδώ:
Και δεν ξέρω γιατί αλλά θα σας αποχαιρετίσω μετά από τόσο μπέρδεμα με ένα στίχο από τη Γκέμμα, εκεί που μιλά για τον αντι - Αλέξανδρο:
"πόλεμο δε βρήκε, πίσω γύρισε... "

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΙΩΝΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 881
Location : Όπου γη και πατρίς
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Πεμ Απρ 23, 2009 7:40 am

ότι είναι λίγο σούπα... είναι!

κόψε μας και μεροκάματο να τα διαβάσουμε όλα αυτά!!!

Εγώ θα γυρίσω σε κάτι προηγούμενο. Την αμφιλύκη.

Την αμφιλύκη του Λιαντίνη... Ομολογώ ότι πήγα επίτηδες εκεί. Λέω δεν μπορεί... κάτι σχετικό θα έχει. Και έχει:

"Στα είκοσι πέντε του ο Χάιζενμπεργκ έκανε τα πειράματά του στο μικρόκοσμο του ατόμου. Έπαιζε και επάλευε με γέλιο και αγωνία να αναγνωρίσει επακριβώς και ταυτόχρονα τη θέση και την κίνηση του ηλεκτρονίου.

Στις τρεις μετά το μεσονύχτι, την ώρα των λύκων, άφηνε εργαστήριο και σπουδαστήριο και έβγαινε να περπατήσει στο πάρκο της πόλης. Να πάρει ολίγο τον αέρα του. Η τρικυμία του μυαλού του να μπουνατσάρει κομμάτι."

ΓΚΕΜΜΑ, 132

Τέτοιες ώρες κόβουν βόλτες μυαλά σαν τον Χάιζενμπεργκ... τις ώρες των λύκων... σαν λύκοι:



αφιερωμένο σε όλους τους ... λύκους!



__________

Τον έχετε διαβάσει; Το Λύκο της Στέπας του Χέρμαν Έσσε; Για τους νέους η ερώτηση. Για τη γενιά μου ο Έσσε υπήρξε γκουρού...

_________________
ΜΕΤΡΟ ΤΑΞΗ ΚΛΙΤΟΤΗΤΑ
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://diwni.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Πεμ Απρ 23, 2009 2:56 pm

Το τραγούδι της νύχτας

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

Τώρα είναι νύχτα: τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες
πηγές. Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή.
Τώρα είναι νύχτα: τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλα των ερωτευ-
μένων. Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου.

Κάτι είναι μέσα μου ανειρήνευτο και ανειρηνικό, και θέλει καθα-
ρά να μιλήσει. Μια λαχτάρα για την αγάπη είναι μέσα μου, και μι-
λάει τη γλώσσα της ίδιας της αγάπης.

Είμαι το φως: αχ και νάειμουνα η νύχτα! Αλλ’ αυτή ‘ναι η μονα-
ξιά μου, ότι ολούθε με περιζώνει το φως.
Αχ και νάειμουνα ο σκοτεινός και ο νύχτιος! Πόσο θα ζήταγα
τότε να θηλάζω τους μαστούς του φωτός!

Κι εσάς τις ίδιες θα ζητούσα να ευλογώ, εσάς μικρές αστέρινες
σπίθες και πυγολαμπίδες στα ύψη! – Και μακάριος θάειμουνα με
τα φτερωτά σας δώρα.

Αλλά ζω καταμεσίς στο ίδιο μου το φως, και τις φλόγες, που ξε-
σπούν από μέσα μου, ο ίδιος τις καταπίνω πάλι.
Δε γνώρισα τη χαρά εκείνου που παίρνει, και συχνά ονειρεύτηκα
πως είναι πιο μεγάλη ευτυχία να κλέβεις αντί για να παίρνεις.

Αυτή ‘ναι η φτώχεια μου, ποτέ να μην ησυχάζει το χέρι μου να
δίνει. κι αυτή ‘ναι η ζήλεια μου, τα μάτια να βλέπω που αναμένουν,
και τις φωτιζόμενες νύχτες της λαχτάρας.

Ω δυστυχία αυτών, που δωρίζουν! Ω σκοτεινιά του ήλιου μου!
Ω λαχτάρα για λαχτάρισμα! Ω άγρια πείνα μέσα στο χορτασμό!
Αυτοί παίρνουν από μένα: αγγίζω όμως την ψυχή τους; μια
λαγκάδα ανάμεσα στο παίρνω και στο δίνω. όμως κι η πιο μικρού-
τσικη λαγκάδα χρειάζεται να κλείσει.

Μέσα στην ομορφιά μου μια πείνα αναβλασταίνει: να πονέσω
θα ‘θελα κείνους, που φωτίζω, να ληστέψω θα ‘θελα τους ευεργε-
τημένους μου – μια τέτοια πείνα με κατέχει μοχθηρή.

Το χέρι πίσω να τραβήξω, όταν εσείς απλώνετε το χέρι: όμοιος
με το πιδάκισμα νερού, που σα γκρεμίζεται, διστάζει – μια τέτοια
πείνα με κατέχει μοχθηρή.

Τέτοιον ο πλούτος μου λογιάζει γδικιωμό, από τη μοναξιά μου τέ-
τοια πηγάζει επιβουλή.
Η χαρά μου να δίνω πεθαίνει μέσ’ στο δόσιμο, κι η αρετή μου
απόκαμε μέσ’ στο δικό σας πλήρωμα!

Ο που χαρίζει πάντα του, τρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη ντροπή
του. ο που μοιράζει πάντα του, κάλους στο τέλος βγάζει στην καρ-
διά του και στο χέρι του από το πολύ του μοίρασμα.

Δεν τρέχουν πια τα μάτια του από ντροπή για κείνους, που ζητά-
νε. και σκλήρυνε το χέρι μου για τα κατάγιομα τα χέρια, που τρέ-
μοντας παρακαλούν.

Τι γίνανε τα κλάηματα στα μάτια μου, το χνούδι της καρδιάς μου;
Ω ερημιά όλων εκείνων, που χαρίζουν! Ω σιγαλιά όλων εκείνων,
που φωτίζουν! Ήλιοι πολλοί κυκλογυρνούν στα έρημα διαστήματα:
και στον καθένα σκοτεινό μιλάνε με το φως τους – ενώ σε μένανε
σιωπούν.

Ω ήλιοι, αυτή ‘ναι η έχθρα του φωτός ενάντια σε κείνον, που
φωτίζει: αδησώπητο να τρέχει κείνο τις τροχιές του.
Αδιάφορος για τη βαθειά καρδιά εκείνου που φωτίζει, και κρύος
για τους άλλους ήλιους – έτσι γυρίζει ο κάθε ήλιος.

Όμοιοι με θύελλα τρέχουνε οι ήλιοι την τροχιά τους. Κι ακολου-
θούν αλύπητοι τη θέλησή τους, που είν’ η παγωνιά τους. Ω εσείς
είσαστ’ αυτό, εσείς οι σκοτεινοί κι οι νύχτιοι, που παίρνετε τη ζε-
στασιά, απ’ ό,τι σας φωτίζει! Ω εσείς πίνετε πρώτα τη δροσιά και
το γάλα από τους μαστούς του φωτός!


Αχ, πάγος τριγύρα μου, και καίγεται το χέρι μου μέσα στην πα-
γωνιά! Αχ, η δίψα μου μέσα μου, που λαχταρά τη δίψα σας.
Τώρα είναι νύχτα: κι ο πόθος μου πηγή, που μέσαθέ μου ανα-
βρύζει. και ζητά να μιλήσει.

Τώρα είναι νύχτα: τώρα μιλούν καθαρά όλες οι κελαρύζουσες
πηγές. Κι είν’ η ψυχή μου μια κελαρύζουσα πηγή.
Τώρα είναι νύχτα: τώρα ξυπνούν τα τραγούδια όλων των ερωτευ-
μένων. Κι είν’ η ψυχή μου τραγούδι ερωτευμένου. _

_______________

Από το βιβλίο ΙΔΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ του Νίτσε
που ελλήνισε ο Δ. Λιαντίνης

Σελ. 98 - 99

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
ΔΑΝΑΗ
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 7845
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Νυκτερινά Φέγγη   Πεμ Απρ 23, 2009 3:06 pm



ΗΝΙΟΧΟΣ

....

Έσφιγγες στα χέρια τα γκέμια της θάλασσας
και μια χαλκωματένια λάμψη.
Κι έρχοντας
μίλησες για τη γαλήνη του θεού
που βυζαίνει τη θηλή ενός άστρου.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ
ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
σελ. 30

_________________
Έχω κι εγώ το έρτζι μου...
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://educandus.blogspot.com/
 
Νυκτερινά Φέγγη
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
HOMA EDUCANDUS :: ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ :: ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ :: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-
Μετάβαση σε: